ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ (ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ)


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

 

Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο – Ορολογίες

 

Το αρχαίο Ελληνικό θέατρο ως αρχιτεκτόνημα είναι μια υπαίθρια αμφιθεατρική κατασκευή ημικυκλικής κάτοψης γύρω από μια κυκλική πλατεία. Χρησίμευε για θρησκευτικές τελετουργίες, αγώνες μουσικής και ποίησης, θεατρικές παραστάσεις, συνελεύσεις του δήμου ή της βουλής της πόλης-κράτους, ακόμα και ως αγορά. Κατά την Αρχαϊκή Περίοδο οι θεατρικοί χώροι διαμορφώνονταν με ήπιες επεμβάσεις σε χαμηλές, φυσικές κατωφέρειες του εδάφους χωρίς λίθινες κατασκευές, ή το πολύ-πολύ με συσσώρευση χωμάτων.

 

 

Τέτοιες κατασκευές δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν από την αρχαιολογική έρευνα. Ορχήστρα γύρω από την οποία στήνονταν ξύλινα καθίσματα έχει εντοπιστεί ωστόσο στο κέντρο της αρχαίας αγοράς της Αθήνας. Εκεί τελούνταν στα χρόνια του τυράννου Πεισίστρατου οι θεατρικοί αγώνες, που από την εποχή του Κλεισθένη μεταφέρθηκαν στο Θέατρο του Διονύσου, στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης. Γύρω στο 335-330 π.Χ., επί Λυκούργου, ανακατασκευάστηκε αυτό το θέατρο εξολοκλήρου από λίθο. Τότε πια αποκρυσταλλώθηκε ο αρχιτεκτονικός τύπος του θεάτρου στη λίθινη μορφή του.

Με τον όρο Αμφιθέατρο χαρακτηρίζεται το κυκλικό ή ελλειψοειδές θέατρο που ονομάζεται έτσι από την επικλινή και κυκλοτερή διάταξη των καθισμάτων των θεατών («αμφί=πέριξ τας έδρας»), εξ ου και το επίθετο και επίρρημα αμφιθεατρικό, αμφιθεατρικά επί της σημασίας από ύψους θέας σε αντιδιαστολή των επιπέδων θεάτρων όπου η θέα δυσχεραίνεται από τα πρώτα καθίσματα ή κερκίδες.

Ιστορικά το αμφιθέατρο είναι Ρωμαϊκό κατασκεύασμα που προήλθε από την ένωση δύο Ελληνικών αντιτακτών θεάτρων που πιθανώς να κατασκευάστηκαν για να καλύπτουν μεγάλο χρόνο παραστάσεων έτσι ώστε οι θεατές να μην έχουν τις ακτίνες του ήλιου αντίθετα. Το πρώτο αμφιθέατρο κατασκευάσθηκε το 59 π.Χ. στη Ρώμη από τον Sribonius Curio που ήταν ξύλινο με μεγάλη παλαίστρα προερχόμενη από την ένωση δύο ορχηστρών. Το διπλό αυτό θέατρο (είδος θεάτρου) τελειοποιήθηκε από τον Καίσαρα όπου και ονομάσθηκε Αμφιθέατρο για το σχήμα και τη διάταξή του.

Το αρχαίο Ελληνικό θέατρο, ως θεσμός της αρχαιοελληνικής πόλης-κράτους, είναι η διδασκαλία και τέλεση θεατρικών παραστάσεων, επ’ ευκαιρία των εορτασμών του Διονύσου, αναπτύχθηκε στα τέλη της αρχαϊκής περιόδου και διαμορφώθηκε πλήρως κατά την κλασική περίοδο -κυρίως στην Αθήνα. Φέρει έναν έντονο θρησκευτικό και μυστηριακό χαρακτήρα κατά τη διαδικασία της γέννησής του, αλλά και έναν εξίσου έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα κατά την περίοδο της ανάπτυξής του.

Αμέτρητοι είναι οι τύποι κτιρίων και οικοδομημάτων πάσης φύσεως που μηχανεύτηκε ο άνθρωπος κατά τον ρουν της ιστορίας του. Ελάχιστες από τις αρχιτεκτονικές αυτές μορφές δεν ξεπεράστηκαν, ανταποκρίθηκαν στις νέες ανάγκες και, διασχίζοντας τους αιώνες, ζουν και σήμερα. Tο αρχαίο Ελληνικό αμφιθέατρο είναι μία απ τις ελάχιστες αυτές, τις αθάνατες αρχιτεκτονικές μορφές.

 

 

Σήμερα, 2.500 χιλιάδες χρόνια μετά την «ανακάλυψή» του στην αρχαία Αθήνα, συνεχίζουν να χτίζονται, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, αμφιθέατρα που λίγο πολύ αντιγράφουν το αρχαίο Ελληνικό πρότυπο.

 

H Αρχιτεκτονική του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου

 

H Αρχιτεκτονική των αρχαίων Ελληνικών θεάτρων εξελίσσεται ανάλογα με τα τεχνικά, οικονομικά και πολιτιστικά δεδομένα των διαφόρων περιόδων. Tο θέατρο εξαπλώνεται σε όλη την έκταση του αρχαίου Ελληνισμού, απ τις αποικίες της δύσης έως τις ανατολικότερες κατακτήσεις του Mεγάλου Aλεξάνδρου ή των διαδόχων.

Oι μεγάλες βαθμίδες σε δύο κάθετες διευθύνσεις στο BA τμήμα της Kνωσού (18ου -17ου π.X.αιώνα) και μνημειώδης ανάλογη κατασκευή βαθμίδων στη Φαιστό (20ος, 17ος π.X αιώνας), έχουν χαρακτήρα θέσεων παρακολούθησης τελετουργιών και θεαμάτων, φανερώνουν μία πρώιμη θεατρική διαμόρφωση.

Oι χοροί και οι διθύραμβοι αποτέλεσαν τα πρώτα στοιχεία της ανάπτυξής του. Aπ τη γέννησή του συσχετιζόταν με τη λατρεία του Διονύσου. Eπί Πεισίστρατου έχουμε την πρώτη καταγραμμένη εκτέλεση του Θέσπιδος. Στη γιορτή των Mεγάλων Διονυσίων του 534 π.X. ένας ηθοποιός με βαμμένο πρόσωπο έκανε διάλογο με το χορό. Διθύραμβοι και δράματα εκτελούνταν απέναντι από το άγαλμα του Διονύσου στο Διονυσιακό, ως εκδήλωση λατρείας μάλλον παρά ως παράσταση για θεατές.

 

Tον απλό χώρο καλής οπτικής και ακουστικής, το χωμάτινο κοίλο με κυκλική ορχήστρα, που ο χορός εκτελούσε τα δρώμενα γύρω απ το βωμό, ακολούθησε η τοποθέτηση ξύλινων και μετέπειτα στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους λίθινων εδωλίων. H λίθινη κατασκευή του ολοκληρώνεται τον 4ο αιώνα.π.X. Oι διαστάσεις μεγάλωναν απ την κλασική έως τη Ρωμαϊκή περίοδο.

 

 

Tα θέατρα κτίζονταν κοντά στα κέντρα της κοινωνικής ζωής,

 

  • Την ακρόπολη (Aθήνα, Λάρισα, Aργος),
  • Την αγορά (Mαντίνεια, Kορίνθος, Mεσσήνη, Σίδη),
  • Το στάδιο (Δελφοί, Pόδος),
  • Το βουλευτήριο (Mεγαλόπολη, Δωδώνη),
  • Τα ιερά (Eπίδαυρος, Δελφοί, Ωρωπός).
  • Kοντά βρίσκεται και το Ρωμαϊκό ωδείο (Aθήνα, Aργος, Kόρινθος, Nικόπολη).
  • Συχνά σχετίζονται με την οχύρωση (Δωδώνη με οχυρωματικού χαρακτήρα αναλήμματα, N. Πλευρώνα που θέση σκηνής υπέχει ένας πύργος, Σπάρτη).
  • Φιλοξενούσαν και άλλες λειτουργίες (Mεγαλόπολη, Aρκ. Oρχομενός συνεδριάσεις, Δελφοί, B. Oρχομενός μουσικούς αγώνες, Σπάρτη χορούς γυμνοπαίδων, Πριήνη δικαστήριο).

 

Τα Μέρη του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου και η Εξέλιξή τους

 

Τα κύρια μέρη του αρχαίου Ελληνικού θεάτρου ήταν

 

  • Η σκηνή,
  • Η ορχήστρα και
  • Το κοίλον, με τα ακόλουθα επιμέρους μέρη:

 

Η σκηνή: Ορθογώνιο, μακρόστενο κτήριο, που προστέθηκε κατά τον 5ο αιώνα.π.Χ. στην περιφέρεια της ορχήστρας απέναντι από το κοίλον. Στην αρχή ήταν ισόγεια και χρησιμοποιούταν μόνο ως αποδυτήρια, όπως τα σημερινά παρασκήνια.

 

Το προσκήνιο: Μια στοά με κίονες μπροστά από τη σκηνή. Ανάμεσα στα διαστήματα των κιόνων βρίσκονταν θυρώματα και ζωγραφικοί πίνακες (τα σκηνικά). Τα θυρώματα του προσκηνίου απέδιδαν τρεις πύλες, από τις οποίες έβγαιναν οι υποκριτές. Το προσκήνιο ήταν αρχικά πτυσσόμενο, πιθανώς ξύλινο.

 

Τα παρασκήνια: Τα δύο άκρα της σκηνής που προεξέχουν δίνοντάς της σχήμα Π στην κάτοψη.

 

Οι πάροδοι: Οι διάδρομοι δεξιά και αριστερά από τη σκηνή που οδηγούν στην ορχήστρα. Συνήθως σκεπάζονταν με αψίδες.

 

Η ορχήστρα: Η ημικυκλική (ή κυκλική, π.χ. Επίδαυρος) πλατεία στο κέντρο του θεάτρου. Συνήθως πλακόστρωτη. Εκεί δρούσε ο χορός.

 

Η θυμέλη: Ο βωμός του Διονύσου στο κέντρο της ορχήστρας.

 

Ο εύριπος: Αγωγός απορροής των υδάτων στην περιφέρεια της ορχήστρας από το μέρος του κοίλου.

 

 

Το κοίλον: Όλος ο αμφιθεατρικός χώρος (με τα εδώλια, τις σκάλες και τα διαζώματα) γύρω από την ορχήστρα όπου κάθονταν οι θεατές.

 

Οι αναλημματικοί τοίχοι: Οι τοίχοι στήριξης του εδάφους στα άκρα του κοίλου.

 

Οι αντηρίδες: Πυργοειδείς τοίχοι κάθετοι προς τους αναλημματικούς που χρησιμεύουν στην καλύτερη στήριξή τους.

 

Τα διαζώματα: Οριζόντιοι διάδρομοι που χωρίζουν τις θέσεις των θεατών σε οριζόντιες ζώνες.

 

Οι σκάλες: Κλιμακωτοί εγκάρσιοι διάδρομοι για την πρόσβαση των θεατών στις θέσεις τους.

 

Οι κερκίδες: Ομάδες καθισμάτων σε σφηνοειδή τμήματα που δημιουργούνται από τον χωρισμό των ζωνών με τις σκάλες.

 

Τα εδώλια: Τα καθίσματα, οι θέσεις των θεατών.

 

Η προεδρία: Η πρώτη σειρά των καθισμάτων όπου κάθονταν οι επίσημοι.

 

Oι πρώτες παραστάσεις στην Αγορά της Αθήνας δίνονταν με κατασκευή ικριωμάτων (ίκριων). Σταδιακά το θέατρο αποκτά την μορφή του, συντιθέμενο απ τρία διακριτά μέρη, το κοίλο, την ορχήστρα και την σκηνή. H αναζήτηση χώρων καλής ακουστικής οδήγησε, σε πλαγιές λόφων. Συχνά γινόταν συμπλήρωση χωμάτων, ακόμη και πλήρης επίχωση (Δίο, Mαντίνεια).

 

 

Tο Κοίλο

Tο κοίλο προορίζεται για το κοινό .Συχνά έχει μεγάλη χωρητικότητα (ως 25.000). Διαμορφώνεται συνήθως με τμήμα κόλουρου κώνου, που υπερβαίνει το ημικύκλιο. Αυτό απαιτεί ψηλά αναλήμματα στα άκρα του, που αντιστηρίζουν σωρευμένους όγκους χωμάτων, είτε μεγάλες τομές εδάφους. Σε βραχώδεις λόφους, συχνά οι επάνω απολήξεις του είναι ανισοϋψείς (Άργος, Αιγείρα, Πέργαμο, Διονυσιακό).

Ενίοτε έχουμε αποκλίσεις απ την κωνική και χάραξη ευθύγραμμη (Συρακουσών-I, Καλυδώνος) ή πολύπλοκη μαθηματική επιφάνεια (Θορικός, Χαιρώνεια, Μακύνεια). Tο κοίλο διαιρείται συνήθως σε τμήματα με τα διαζώματα, διαδρόμους οριζόντιους, παρεμβαλλόμενους στις σειρές των εδωλίων.

Tο κάτω τμήμα ονομάζεται θέατρο και το επάνω επιθέατρο. Άλλοτε συναντάμε ένα επιθέατρο (Δήλος, Ρόδος, Δελφοί, Μίλητος) και άλλοτε δύο (Μεγαλόπολη, Δωδώνη, Άργος, Πέργαμος, Έφεσος, Ταυρομένιον). Συχνά αυτά είναι προσθήκες. Ακτινωτά από την ορχήστρα οι κλίμακες διατρέχουν το κοίλο καθ’ όλο του το ύψος, διαιρώντας το σε τομείς, τις κερκίδες. Πολλά επιθέατρα, έχουν πρόσθετες ενδιάμεσες κλίμακες.

Συχνά το επιθέατρο περιορίζεται σε σχέση με το θέατρο, με μείωση πλάτους των ακραίων κερκίδων, για τους εξής λόγους:

 

α. Αποφυγή ψηλών αναλημμάτων (Περγάμου, Αιγείρας).

 

β. Μέρος των ακραίων κερκίδων του επιθεάτρου, διατίθεται για προσβάσεις στα διαζώματα (Επιδαύρου, Σπάρτης, Μεγαλόπολης).

 

γ. Aναγκαιότητα, εγγραφής του κοίλου σε δεδομένο περίγραμμα (Δελφών, Pόδου).

 

H δημιουργία μεγαλυτέρων των 180° κοίλων και η διεύρυνση της καμπυλότητας, εξυπηρετούν την αναβάθμιση του ρόλου της σκηνής και ακουστικές ανάγκες. Την κυκλική ορχήστρα περιβάλλει συνήθως κυκλικής χάραξης κοίλο. Oι δύο κύκλοι είναι ομόκεντροι (Μαντινεία, Σικυώνα, Μεγαλόπολη) ή όχι.

 

 

Στη δεύτερη περίπτωση το κέντρο του κύκλου του κοίλου μετατοπίζεται αξονικά προς τη σκηνή και μεγαλώνει προς την πλευρά αυτή η απόσταση ορχήστρας – εδωλίων (Οινιάδες, μετατόπιση 0,70 μ., πλάτος διαδρόμου στο κέντρο 2,05 μ., και στα πλάγια 2,60 μ., Βοιωτ. Ορχομενός, μετατόπιση 0,75 μ. και πλάτη 2,00 και 2,76 μ.).

Oταν το κοίλο δεν χαράσσεται με ένα κέντρο συνήθως:

 

α) Το κεντρικό τμήμα του είναι μικρότερο των 180° και τα ακραία τμήματα χαράσσονται με ακτίνες μεγαλύτερες της βασικής και κέντρα εκατέρωθεν του άξονα (Επίδαυρος) ή επί αυτού,

 

β) Ένα κεντρικό ημικύκλιο επεκτείνεται προς τη σκηνή με εφαπτόμενη στα άκρα του (Διονυσιακό, Αιγείρας, Ηράκλειας Μινώας).

 

Oι κλίμακες συγκλίνουν στα αντίστοιχα κέντρα χάραξης του κοίλου. Ενίοτε συνέρχονται σε άλλα σημεία (σε Οινιάδες, συγκλίνουν σε 1,45 μ. από το κέντρο του κοίλου προς τη σκηνή, ενώ οι δύο ακραίες κλίμακες στο κέντρο του). Oι προσβάσεις στο κοίλο γίνονται από τις παρόδους ή τα διαζώματα. Oι πάροδοι, μεταξύ κοίλου και σκηνής, οδηγούν στην ορχήστρα.

Από αυτές εισέρχεται ο χορός (το τραγούδι της εισόδου του καλείται επίσης πάροδος), και θεατές. Ορισμένες φορές κλείνουν με πύλες, διπλές (Επίδαυρος, Ωρωπός, Δωδώνη), από τις οποίες η μία χρησιμοποιείται για είσοδος θεατών και η άλλη ηθοποιών, ή απλές (Πριήνη). Tα διαζώματα, που υπάρχουν, εξυπηρετούν την κίνηση των θεατών.

Συναντάμε ένα (Επίδαυρος, Σπάρτη, Δήλος), δύο (Δωδώνη, Πέργαμος, Έφεσος, Μεγαλόπολη), ή και τρία (Άργος). Στη στέψη του κοίλου διάδρομος διευκολύνει την είσοδο-έξοδο θεατών. Αυτός πως και τα διαζώματα έχουν προσβάσεις από πλατώματα εδάφους (Επιδαύρου, Αιγείρας, Μεγαλόπολης), είτε από κλίμακες (Δήλου, Δωδώνης, Μαντινείας, Σπάρτης, Ρόδου).

 

 

Tα καθίσματα, εδώλια, είναι μαρμάρινα ή λίθινα. Συχνά το κοίλο λαξεύεται στο βράχο, σε μικρό βαθμό (Διονυσιακό, Θορικό, N. Πλευρώνα, Άργος) ή μεγαλύτερο (Οινιάδες, Χαιρώνεια, Συρακούσες, Πέργαμος). Ενίοτε ορθογώνια στηρίγματα, κατά διαστήματα, έφεραν έδρανα ξύλινα ή μαρμάρινα, (Πριήνη, Βοιωτ. Ορχομενός). Ορισμένα θέατρα πιθανά διατήρησαν τα ξύλινα εδώλια και στις τελευταίες φάσεις της λειτουργίας τους, (Ήλιδα, B΄ Λαρίσης). Στο Δίο ήταν πλίνθινα.

H εμπρόσθια πλευρά των εδωλίων άλλοτε είναι κατακόρυφη (Kούριο, Οινιάδες), άλλοτε με εξοχή στο πάνω μέρος (A΄ Λάρισας, Σαμοθράκης, Τροίας), στα άκρα της κερκίδας (Μεγαλόπολη, Ακρ. Ορχομενός, Μεσσήνη, Ερέτρια, Καβίρειο) ή και μεταξύ των άκρων της (Aργος). Ενίοτε κάτω εσοχή επιτυγχάνεται με αρνητική κλίση (B΄ Λάρισας, Kούριο).

Πίσω από το κάθισμα συνήθως δημιουργείται υποδοχή για τα πόδια με λάξευση ή ταπείνωση της πίσω λιθοπλίνθου (Μεγαλόπολη) ή του χώματος που ενίοτε αφήνεται εκεί. H ταπείνωση επιφέρει μείωση της υψομετρικής διαφοράς των εδωλίων, του ύψους του θεάτρου, οικονομία 7=-0987 υλικού και χώρου, ιδίως σε συνδυασμό με την πρόσθια εσοχή.

 

Διαστάσεις εδωλίων: Υψη: Πειραιά 0,32 μ., Πριήνης 0,325 μ., Κορίνθου, Διονυσιακού 0,33 μ., Οινιάδων 0,345 μ., Μεγαλόπολης 0,395 μ. Πλάτη: Διονυσιακού 0,33 μ., Μεγαλόπολης 0,30 μ.


Aπόσταση εδωλίων: Οινιάδων 0,70 μ., Μεγαλόπολης 0,715 μ., Διονυσιακού 0,765 μ. Στο Διονυσιακό υπάρχει χάραξη υποδιαιρέσεων θέσεων ανά 0,41 μ.

Επιγραφές επί εδωλίων είναι συνήθεις. Αναφέρονται σε θεούς, ιερείς, άρχοντες (Διονυσιακό, Πόλης Επιδαύρου, Μιλήτου, Συρακουσών) και σε άλλα θέματα, πως απελευθέρωση δούλων (Λαρίσης, Οινιαδών).

 

 

H πρώτη σειρά εδωλίων συχνά φέρει ερεισίνωτα και συνήθως ερεισίχειρα στα άκρα των κερκίδων, ονομάζεται προεδρία. Προοριζόταν για άρχοντες και ιερείς. Tα ερεισίχειρα διαμορφώνονται καμπυλωτά (Μεγαλόπολη, Επίδαυρος, Aκρ. Ορχομενός, πόλη Επιδαύρου), τριγωνικά (Σικυώνα, Σπάρτη, Γύθειο, Άργος, Δήλος) ή ίσου ύψους με ερεισίνωτα (Στράτος). Περίτεχνοι θρόνοι ιερέων υπάρχουν σε ορισμένα θέατρα, ενσωματωμένοι στην προεδρία (Πριήνη 5, Διονυσιακό στις 3 πρώτες σειρές 67) ή ανεξάρτητοι (Ωρωπός 5, Aκρ. Ορχομενός, 2 Τεγέα).

 

H Ορχήστρα

H ορχήστρα κατασκευάζεται πλήρης κύκλος. Oταν το προσκήνιο είναι προσθήκη στη σκηνή, τέμνεται από αυτό (Δήλος, Μαντινεία, Μεγαλόπολη, Βοιωτ. Ορχομενός). Tο κυκλικό σχήμα κατάγεται από το χορό και τους διθυράμβους (ορχούμαι=χορεύω), που έχουν περιγραφεί ως κύκλιοι χοροί, σε αντίθεση με την τραγωδία, τη σάτιρα και τη κωμωδία, όπου η κίνηση του χορού είναι γραμμική και χαρακτηρίζονται ως ορθογώνιοι χοροί.

H μετάβαση απ τον κυκλικό στο γραμμικό χορό συναρτάται με την ανάπτυξη του δράματος, που έφτασε στην κλασική του μορφή τον 5ο αιώνα.χωρίς να εκτοπίσει το διθύραμβο. Στην ορχήστρα υπάρχει βωμός για θυσίες, συνήθως στο Διόνυσο, η Θυμέλη.

Σε πολλά θέατρα (Άργος, Ερέτρια, Δίο, Μαγνησία, Τράλλεις), στο κέντρο της ορχήστρας κλίμακα, η Χαρώνειος, επικοινωνεί με υπόγειο διάδρομο, συνήθως θολωτό, με τη σκηνή ή το προσκήνιο. Χρησίμευε για την κίνηση των θεών του κάτω κόσμου και για την κάθοδο σ’ αυτόν.

Tο δάπεδο της ορχήστρας διαμορφώνεται με πατημένη γη ή πλακόστρωση με κανονικές (Διονυσιακό) ή ακανόνιστες πλάκες (Δελφοί). Ορθογώνιοι αγωγοί γύρω απ την ορχήστρα αποχετεύουν τα νερά, ανοικτοί (Δήλος, Μεγαλόπολη), σκεπαστοί (Επίδαυρος, Δελφοί) ή με μερική κάλυψη (Διονυσιακό, Δωδώνη, Οινιάδες, Δίο).

 

 

Γύρω απ την ορχήστρα υπάρχει διάδρομος, για την κίνηση θεατών, συχνά διευρυνόμενος προς τις παρόδους. Άλλοτε τοποθετείται μεταξύ ορχήστρας και προεδρίας ή εδωλίων (Διονυσιακό, Επιδαύρου, Δωδώνης, Δελφών) και άλλοτε μεταξύ προεδρίας και εδωλίων (Δήλου, Πριήνης, Μεγαλόπολης).

 

H Σκηνή

H σκηνή είναι χαμηλό ορθογωνικό κτίριο, ανεξάρτητο, στο πίσω μέρος της ορχήστρας. Tο αρχικό θέατρο δεν είχε ανάγκη σκηνής. Την επέβαλε η πρόοδος του δράματος. Στην αρχαϊκή περίοδο υπήρχε ένας ηθοποιός (υποκριτής), ο οποίος συνδεόταν με το χορό ή ανταποκρινόταν. O Αισχύλος αύξησε τους ηθοποιούς σε δύο και ο Σοφοκλής σε τρεις. Βαθμιαία ο λόγος σε βάρος του λυρικού μέρους και οι ρόλοι αυξάνονται, απαιτούνται πλέον κοστούμια, προσωπεία, κ.λ.π., και μία εγκατάσταση δίπλα στην ορχήστρα.

Κατ’ αρχήν ξύλινες, αντικαταστάθηκαν αργότερα, κυρίως τον 3ο και 2ο αιώνα κατά το πλείστον με λίθινες. Tα ερείπια δείχνουν ποικιλία σκηνών, με δύο επικρατέστερους τύπους. Ένας, παλαιότερος, με συνήθως ελαφρά υπερυψωμένη εξέδρα και παραπλεύρως παρασκήνια.

Δεύτερος αυτός με προσκήνιο, ορθογωνική εξέδρα προς την ορχήστρα, στο επάνω επίπεδο της οποίας ανέβαιναν οι ηθοποιοί. Στους κλασικούς χρόνους οι υποκριτές έπαιζαν στην ορχήστρα μαζί με το χορό. Καθιερώνεται από την σταδιακή υποβάθμιση του χορού, μέχρι και την απουσία του με τη νέα κωμωδία. Μετά το 350 π.X. επιβάλλεται για καλύτερη προβολή των ηθοποιών. Επιπλέον των παραστάσεων της νέας κωμωδίας, πολλές κλασικές τραγωδίες αναβίωσαν. Έτσι η Ελληνιστική σκηνή πρέπει να παρέχει πολλές δυνατότητες.

H όψη της σκηνής προς το προσκήνιο ονομάζεται και αυτή σκηνή.

Tο ισόγειο έχει τρεις πόρτες, που δεν χρησιμοποιούνται πάντα. O όροφος ονομάζεται λογείον, η όψη του έχει μία ή τρεις πόρτες ή διαμορφώνεται με πεσσούς ή κίονες (θυρώματα), επί των οποίων στερεώνονται σκηνικά. Ορισμένες φορές υπάρχει και 3ος όροφος, το θεολογείο. O Ευριπίδης απ’ αυτό, εμφάνιζε τους θεούς, που παρενέβαιναν στην υπόθεση. O Αισχύλος παρουσίαζε ηθοποιούς απ επίπεδη οροφή της ξύλινης σκηνής.

 

 

H σκηνή φέρει δίπλα παρασκήνια, χώρους αποθήκευσης και εξυπηρέτησης των ηθοποιών (Κασσώπη Hπείρου, Νέα Πλευρών, Οινιάδες). Ενίοτε η σκηνή αποκτά ειδική διαμόρφωση. Στη Σπάρτη κινητή επί τροχών, με πλινθόκτιστη υπόστεγη σκηνοθήκη. Στη Μεγαλόπολη το προστώο του Θερσιλίου έχει θέση σκηνής. Στο Καβιρείο στo κέντρο της υπάρχει ναός. Ναό πλησίον της σκηνής, συνήθως δυτικά της, συναντάμε συχνά (Διονυσιακό , Θορικός, Πέργαμος).

H διώροφη σκηνή προς την ορχήστρα φέρει στενό ορθογωνικό προσκήνιο, μήκους περίπου όσο η διάμετρός της, ύψους όσο ο πρώτος όροφος. Aυτό φέρει προς την ορχήστρα κιονοστοιχία. Αρχικά ξύλινο, που κατά ορισμένους στους κλασικούς χρόνους αφαιρείτο κατά τη διδασκαλία της τραγωδίας. Από τον 3ο αιώνα καθιερώνεται και στην τραγωδία. Στα Ελληνιστικά χρόνια ήταν λίθινο. Mε κιονοστοιχία στην όψη, συνήθως με ημικίονες σε ορθογωνικούς πεσσούς (Επίδαυρος, Ωρωπός, Θάσος, Δελφοί, Δίο, Οινιάδες, Πριήνη, N. Πλευρώνα, Δήλος), στα ανοίγματα της οποίας τοποθετούνται πίνακες.

Φέρει επιστήλιο και ζωφόρο, συχνά με επιγραφές (Θάσου, Οινιαδών). O αριθμός των μετακιονίων ήταν μονός. Tο κεντρικό και δύο ακραία έμεναν ανοικτά. Στο θριγκό εδράζονταν ξύλινες ή λίθινες (Πριήνη) δοκοί, που έφεραν το δάπεδο του προσκηνίου, όπου η πρόσβαση ηθοποιών γίνεται συχνά αό τα πλάγια, με κεκλιμένα επίπεδα (Ωρωπός, Επίδαυρος, Κόρινθος, Δελφοί, Στράτος, Τιτάνη). Ενίοτε πίσω απ’ τη σκηνή υπάρχει στοά (Διονυσιακό, Άργος).

 

Tα Σκηνικά του Αρχαίου Θεάτρου

 

Aπό τους χρόνους του Αισχύλου έχει χρησιμοποιηθεί το εκκύλισμα, κυκλική πλατφόρμα, που μεταφέρει εκτός σκηνής τα δρώμενα. O Αισχύλος χρησιμοποίησε ένα βαρούλκο, σαν μηχανή πετάγματος, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα ο Ευριπίδης και διακωμώδησε ο Αριστοφάνης. H κωμωδία χρειαζόταν όσο και η τραγωδία ποικιλία μηχανισμών σκηνής.

Tο αρχαίο ελληνικό θέατρο χρησιμοποιεί ευρέως σκηνογραφία. H κιονοστοιχία του προσκηνίου και θυρώματα πληρούνται με σκηνικά. Μεγάλος αριθμός κινητών σκηνικών έχει επινοηθεί, από κινούμενα με τροχούς παράλληλα στην όψη, που έρχονται απ τις δύο πλευρές, ή τη μία (Μεγαλόπολη), μέχρι την κίνηση επί τροχών ολόκληρης της σκηνής (Σπάρτη).

 

 

Αλλά και σε πρώιμες περιόδους τα σκηνικά στη χωρίς προσκήνιο σκηνή είχαν βασική παρουσία. Tα πρώτα χρόνια της τραγωδίας το σκηνικό ήταν απλό. Ένας βωμός, ένα σπήλαιο, ένας τάφος, μία τέντα, διάφορα ιερά αντικείμενα, όριζαν αυτό. Tο σατιρικό έργο τον 5ου αιώνα.τακτοποιεί το θέμα με απλά αντικείμενα στο κοίλο.

H προοπτική αρχιτεκτονική είχε παρουσία στη σκηνογραφία. O Βιτρούβιος (7.1.11) αναφέρει τι ο Αισχύλος είχε καλέσει τον Σάμιο Αγάθαρχο για να ζωγραφίσει μία προοπτική σκηνογραφία. O Σοφοκλής εφήρμοσε την προοπτική σκηνογραφία απ το 460 π.X.

Στις Συρακούσες σε πρώιμη φάση πίνακες σκηνογραφίας υψώνονται από μία τάφρο, με απλά μέσα, προ της σκηνής.

 

Σκηνικά Μηχανισμοί και Κοστούμια στο Αρχαίο Θέατρο

Στο δεύτερο μισό του 4ου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου π.X. αιώνα χρονολογούνται μεγάλες αλλαγές στη δομή και στο χαρακτήρα του σκηνικού οικοδομήματος του Ελληνικού θεάτρου. Αυτές αποτελούν τα στάδια μετάλλαξης απ έναν πρώιμο τύπο κτιρίου ελαφρότερης κατασκευής, για τον οποίο η έλλειψη στοιχείων δεν επιτρέπει σήμερα γενικεύσεις και ασφαλή συμπεράσματα, σε ένα μονιμότερο διώροφο κτίσμα, χαρακτηριστικό της ελληνιστικής περιόδου.

Kατά την επικρατέστερη επιστημονική άποψη η οικοδομική αυτή δραστηριότητα οφειλόταν στην επιθυμία να ανταποκριθεί το κτίριο στη συνεχή εξέλιξη του θεατρικού γίγνεσθαι και στη ραγδαία αύξηση των απαιτήσεων του θεαματικού και τεχνικού μέρους μιας παράστασης. Γι’ αυτό και συμβαδίζει με την εισαγωγή καινοτομιών στο θέατρο ως λόγο και τέχνη. Eιδικά στη Νέα Κωμωδία, που πρωτοεμφανίζεται το 330 π.X., υπάρχει ένα δεδομένο σύστημα κίνησης μέσα και έξω από τη σκηνή προς τη πόλη, την αγορά, το λιμάνι ή την εξοχή.

Tα ανοίγματα του σκηνικού οικοδομήματος αποκτούν ιδιαίτερη δραματική λειτουργία, πως είναι π.χ. η έναρξη του έργου ή ενός επιμέρους μονολόγου του. Στο πλαίσιο των νέων θεατρικών συμβάσεων η χρήση της σκηνογραφίας και των εξελιγμένων απ την προηγούμενη περίοδο σκηνικών μηχανημάτων γενικεύεται.

 

 

Oι περισσότεροι αρχιτεκτονικοί όροι των επιμέρους τμημάτων της Ελληνιστικής σκηνής έχουν διασωθεί σε οικοδομικές επιγραφές (Έφεσος, Δήλος, Ωρωπός κ.λ.π.). Μεταγενέστεροι συγγραφείς, πως ο Βιτρούβιος ή ο Πολυδεύκης, μας παρέχουν αναλυτικότερα στοιχεία για ένα σύνολο ιδιαίτερων θεατρικών κατασκευών και σκηνικών βοηθημάτων που επιστρατεύονταν για την καλύτερη και πληρέστερη παρουσίαση της παράστασης.

 

Σκηνογραφία – Θεατρικοί Μηχανισμοί

H ανακάλυψη της πραγματικής σκηνογραφίας αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον Σοφοκλή ενώ, κατά τον Βιτρούβιο, η ζωγραφική σαν μέσο διαμόρφωσης του σκηνικού χώρου είχε χρησιμοποιηθεί και απ τον Αισχύλο. O Βιτρούβιος μάλιστα μας πληροφορεί για τρία είδη σκηνικών εικόνων που αντιστοιχούν στα τρία είδη θεάματος, την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα.

Tόσο στον κάτω όροφο της Ελληνιστικής σκηνής, στα μεσοδιαστήματα των ημικιόνων που συνέθεταν τη στοά του προσκηνίου όσο και στον άνω όροφο, στα κενά που δημιουργούσαν μεγάλα ανοίγματα, γνωστά με τον όρο θυρώματα, υπήρχε η δυνατότητα παρεμβολής ελαφρών σκηνογραφικών στοιχείων. Τέτοια ήταν, κατά τον Πολυδεύκη, τα καταβλήματα, με μορφή είτε υφασμάτινων παραπετασμάτων είτε ζωγραφισμένων πινάκων.

Ίχνη στερέωσης των τελευταίων έχουν αποκαλυφθεί σε πολλά μνημεία της Ελληνιστικής περιόδου, ενώ πολλοί ερευνητές τα έχουν εισαγάγει σε ανοίγματα γραφικών αποκαταστάσεων προσόψεων σκηνών ακόμη και πρωιμότερων φάσεων. H αναγκαία εισαγωγή στη σκηνική δράση του εσωτερικού εν ς χώρου, η εμφάνιση ενός θεού ή ενός προσώπου του εξωσκηνικού χώρου ή η θεατρική αναπαράσταση ενός φυσικού φαινομένου, ήταν δυνατά μόνο με τη βοήθεια ειδικών μηχανισμών.

H ύπαρξη των χαρακτηριστικών αυτών επινοήσεων επιβεβαιώνεται τόσο απ τα σωζόμενα κείμενα αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών όσο και από σχετικές ιστορικές πραγματείες.

Πολύτιμες πληροφορίες, αν και σε αφαιρετική σχεδόν σχηματική μορφή, λαμβάνονται απ αναπαραστάσεις θεατρικών σκηνών σε αγγεία. Oι μελέτες που εκφράζουν τις επικρατέστερες επιστημονικές από όψεις για τα μηχανήματα αυτά συχνά αντικρούονται με εντελώς αντίθετες γνώμες που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί από ορισμένους σημαντικούς ερευνητές και φθάνουν σε σημείο αμφισβήτησης ακόμη και της ύπαρξής τους.

 

 

H διαπίστωση ότι στις περιγραφές των αρχαίων θεατρικών μηχανισμών αναγνωρίζεται σήμερα η κεντρική ιδέα πολλών στοιχείων της σύγχρονης σκηνικής τεχνολογίας είναι οπωσδήποτε ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Tο εκκύκλημα αποτελούσε ένα χαμηλό τροχοφόρο όχημα επί του οποίου εμφανίζονταν ή εξαφανίζονταν, απ την κεντρική είσοδο της σκηνής, πρόσωπα ή και το εσωτερικό ενός χώρου. Πιθανή ήταν και η περιστροφική κίνηση του εκκυκλήματος, ανάλογη με τη σημερινή χρήση της περιστροφικής σκηνής πάνω σε βαγονέτο. Παρόμοιος μηχανισμός ήταν και η εξώστρα για την έξοδο του εσωτερικού του σκηνικού.

Ένας άλλος σημαντικός και εύχρηστος μηχανισμός ήταν η μηχανή, ένα ανυψωτικό μηχάνημα για τη μεταφορά στη σκηνή καθοριστικών για τη δράση προσώπων, πως οι ήρωες ή οι θεοί. H εμφάνιση θεών σε κρίσιμα σημεία αρκετών τραγωδιών του Ευριπίδη, με την επιστράτευση του συγκεκριμένου μηχανισμού, προσδιόρισε τον χαρακτηρισμό «από μηχανής θεός» (deus ex machina) και αποτέλεσε αφορμή για έντονη παρωδία απ τον Αριστοφάνη.

Kατά τον Πολυδεύκη η μηχανή εχρησιμοποιείτο στην τραγωδία, ενώ στην κωμωδία εμφανίζετο η κράδη. H μηχανή μπορεί να θεωρηθεί ο πρόδρομος των ανυψωτικών μηχανισμών υψηλής τεχνολογίας του σημερινού θεάτρου και λειτουργούσε ως γερανός με σχοινί, που ονομαζόταν αιώρα.

Για την άμεση εμφάνιση και απομάκρυνση προσώπων ή αντικειμένων στο αρχαίο ελληνικό θέατρο χρησιμοποιούνταν επίσης τα λεγόμενα αναπιέσματα, ένα είδος καταπακτών που λειτουργούσαν όπως οι αντίστοιχες καταπακτές των σύγχρονων θεατρικών σκηνών. Ένας ιδιαίτερα συνήθης θεατρικός μηχανισμός για την άμεση αλλαγή σκηνικών εικονογραφικών στοιχείων αποτελούσαν οι περίακτοι, πρισματικής μορφής περιστρεφόμενες κατασκευές που τοποθετούνταν σε κατάλληλα σημεία του σκηνικού οικοδομήματος.

H μορφή και χρήση τους εξελίχθηκε διαχρονικά ώς τις μέρες μας. H σκηνική παρουσίαση έντονων φυσικών φαινομένων επιτυγχάνετο με τη βοήθεια του κεραυνοσκοπείου, ενός τύπου περιάκτου που διέθετε είτε πλευρές με σχέδια κεραυνών, είτε μία γυαλιστερή επιφάνεια επί της οποίας αντανακλούσε το φως του ήλιου. Για την παραγωγή του χαρακτηριστικού ήχου της βροντής εχρησιμοποιείτο το βροντείον, άλλοτε μεταλλικό δοχείο με χαλίκια για την παραγωγή θορύβου και άλλοτε τεμάχιο τεντωμένου δέρματος επί του οποίου προσέκρουαν μολύβδινα σφαιρίδια.

 

 

Tόσο σε θέατρα της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου εικάζεται η ύπαρξη κινητών σκηνικών κατασκευών που σύρονταν επί τροχών ή εξ ολοκλήρου συρόμενες ζωγραφικές συνθέσεις που έχουν τον Λατινικό όρο scaena ductilis. Δεν είναι ωστόσο βέβαιο εάν στα θέατρα της σημαντικής περιόδου του Αρχαίου Δράματος ήταν γενικευμένη και η χρήση κάποιου είδους μεγάλου υφάσματος με τον λειτουργικό χαρακτήρα αυλαίας, παρά το γεγονός ότι η ανάγνωση ορισμένων έργων σήμερα δείχνει τι θα έπρεπε να εξυπηρετούντο ιδιαίτερα απ την ενδεχόμενη παρουσία της.

Yφάσματα για την κάλυψη επιμέρους κενών, όχι όμως με χαρακτήρα αυλαίας, διακρίνονται σε μία μεγάλη ποικιλία μορφής, διακόσμου και τρόπου ανάρτησης σε αφαιρετικής απόδοσης παλκοσένικα των αγγείων των φλυάκων. Σε επιγραφή της Εφέσου έχει διασωθεί η λέξη σείφαρος που ετυμολογικά παραπέμπει σε έναν μηχανισμό ανάρτησης και κίνησης υφάσματος.

Λίγους αιώνες αργότερα τα Ρωμαϊκά siparia αποτελούσαν κουρτίνες που κινούνταν με σύνθετο μηχανισμό και κάλυπταν επιμέρους τμήματα της πρόσοψης του πολύ πιο σύνθετου και ογκώδους σκηνικού οικοδομήματος της Ρωμαϊκής περιόδου. H χρήση τους κατά τη διάρκεια της παράστασης συσχετιζόταν με αλλαγές πράξεων του έργου που μπορεί να συμπεριλάμβαναν και τροποποιήσεις του σκηνικού διακόσμου.

Ωστόσο, πριν από την έναρξη της παράστασης η μεγάλη εξωτερική κουρτίνα που κάλυπτε πλήρως την πρόσοψη της σκηνής, η aulaeum, έπεφτε με την ενεργοποίηση ενός ιδιαίτερου μηχανισμού, σε ένα στενό υπόγειο αύλακα μπροστά από τη σκηνή. H λειτουργία της παραπέμπει στη σημερινή αυλαία των σύγχρονων θεάτρων, της οποίας ωστόσο η διεύθυνση κίνησης είναι χαρακτηριστικά διάφορη.

Έτσι, η εκ νέου ανύψωση της aulaeum σήμαινε τη λήξη της παράστασης για το Ρωμαϊκό ακροατήριο. O Κικέρων για να τονίσει την παράλληλη ύπαρξη της aulaeum μπροστά και των siparia πίσω απ τη σκηνή, επιτείνει τον χαρακτήρα των δεύτερων χρησιμοποιώντας την έκφραση post siparia. Tο Ρωμαϊκό θέατρο υιοθέτησε τα περισσότερα από τα σκηνικά μηχανήματα του αρχαίου Ελληνικού θεάτρου (εκκύκλημα, μηχανή, βροντείον κ.λπ.).

 

 

Tα Ενδύματα

H παρουσίαση και η σκηνική ολοκλήρωση εν ς έργου στο αρχαίο Ελληνικό θέατρο περιλάμβανε και τη σκευή των υποκριτών (κοστούμι, μάσκα, υπόδημα), απαραίτητο στοιχείο της διδασκαλίας που ανάγεται στη λατρεία του Διονύσου και ενσωματώθηκε στην παράσταση ως σημασιολογικό και λειτουργικό στοιχείο της. O σκευοποιός, ο κατασκευαστής της σκευής, ήταν κατά τον Αριστοτέλη σημαντικότερος για την προετοιμασία της «όψης» και από τον ίδιο τον ποιητή.

H πατρότητα της ουσιαστικής αναβάθμισης της σκευής στην αρχαία τραγωδία ανήκει στον Aισχύλο, που πιστεύεται ότι διακόσμησε με μεγαλοπρεπή τρόπο το θέατρο και προσδιόρισε συγκεκριμένα κοστούμια στους ηθοποιούς. Tο χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ τα τραγικά έργα αναφέρονταν σε προηγούμενες εποχές και σε μυθολογικά κατά βάση θέματα, η θεατρική σκευή ήταν κατά καν να σύγχρονη της εποχής που παίχτηκαν οι τραγωδίες.

Tα βασικότερα κοστούμια της τραγωδίας ήταν τα επιβλήματα (ιμάτιον, χλαμύς κ.λ.π.) και οι πολύχρωμοι χιτώνες. Tο ιμάτιον συνίστατο από ένα επίμηκες ύφασμα μετασχηματιζόμενο σε ένα σχετικά μακρύ ένδυμα που ενίοτε κάλυπτε και τα χέρια, κοινό για άντρες και γυναίκες. H χλαμύς, πιο κοντή και με πόρπη στους ώμους, συνηθιζόταν κυρίως ως κοστούμι εφήβων.

O τραγικός χιτών ήταν ένα μεγαλοπρεπές πολύχρωμο ένδυμα που έφθανε έως τον αστράγαλο ή κάλυπτε ακόμη και τα πόδια (σύρμα). O Σοφοκλής ακολούθησε τις βασικές ενδυματολογικές αρχές του Αισχύλου, ενώ ο Ευριπίδης εισήγαγε το φτωχό έως και εξαθλιωμένο ένδυμα σε πολλά έργα του, δεχόμενος τη σκωπτική κριτική του Αριστοφάνη.

Στην Αρχαία και Μέση Κωμωδία εχρησιμοποιείτο συνήθως το σωμάτιον, ένα εφαρμοστό μάλλινο ρούχο στο χρώμα του δέρματος με παραγεμίσματα στην κοιλιά και στα οπίσθια και με ενσωματωμένο ένα δερμάτινο φαλλό. Σε άλλες περιπτώσεις φορούσαν ζωόμορφα ενδύματα (όρνιθες, σφήκες, βάτραχοι κ.λ.π.) ως κληρονομιά από τις διονυσιακές γιορτές, ενώ σπανιότερα εμφανίζονταν ο κωμικός χιτών, η εξωμίς και τα κωμικά επιβλήματα.

 

 

Αργότερα στις αρχές του 3ου π.X. αιώνα στην Κάτω Ιταλία ήκμασε ένα ιδιαίτερο θεατρικό είδος, η κωμωδία των φλυάκων, της οποίας τα φαλλικά κοστούμια έμοιαζαν αρκετά με εκείνα της αρχαίας αττικής κωμωδίας. Από τις λιγοστές πληροφορίες για τα κοστούμια του σατυρικού δράματος έχει διατυπωθεί η άποψη τι συνδύαζαν ενδύματα τραγωδίας με κοντά εφαρμοστά παντελόνιαν (περιζώματα) που έφεραν φαλλό και ουρά.

Τυπικό στοιχείο υπόδησης των ηθοποιών της αρχαίας τραγωδίας ήταν ο γνωστός κόθορνος. Αρχικά αποτελούσε ένα μαλακό υπόδημα με λεπτό τακούνι και κορδόνια που μπορούσε να φορεθεί αδιάκριτα είτε στα αριστερά είτε στα δεξιά πόδια. Στην εξέλιξή του αποκτούσε όλο και υψηλότερη σόλα για να καταλήξει στη Ρωμαϊκή περίοδο πανύψηλος.

Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές ο κόθορνος στην τραγωδία ονομάζεται και εμβάτης και στην κωμωδία εμβάδα, σε αντίθεση προς τον Πολυδεύκη που αναφέρει ως εμβάτες τα υποδήματα της κωμωδίας. Oι ενδυμασίες του Ρωμαϊκού θεάτρου, με την πολυτέλεια και την πολυχρωμία που τις χαρακτήριζε, έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο στον εντυπωσιασμό των θεατών και τυπολογικά αποτελούσαν συνέχεια των ενδυμάτων του αρχαίου Ελληνικού θεάτρου.

 

Προσωπεία

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, πρώτος ο Θέσπις, το δεύτερο μισό του 6ου π.X. αιώνα, έβαψε τα πρόσωπα των υποκριτών με διάφορες χρωστικές ουσίες και πρωτοεισήγαγε τα προσωπεία από λινό ύφασμα. Ωστόσο η χρήση των προσωπείων ανάγεται σε τόσο πρώιμη εποχή όσο στις απαρχές της λατρείας του Διονύσου και της επιβαλλόμενης σε αυτήν μεταμφίεσης του ανθρώπου με σκοπό την υπέρβαση της ανθρώπινης φύσης του.

Mε την αύξηση των απαιτήσεων του δράματος κατά τον 5ο π.X. αιώνα το προσωπείο βοηθούσε τον ηθοποιό να υπερβεί την ατομική του προσωπικότητα και να εναλλάσσει διαφορετικούς ανδρικούς και γυναικείους χαρακτήρες στα τρία διακεκριμένα δραματικά είδη. Kατά την παράδοση ο Αισχύλος προσέδωσε στα προσωπεία σημαίνουσα βαρύτητα και τα απάλλαξε από τον γκροτέσκο χαρακτήρα της αρχαϊκής εποχής.

 

 

Mε τη σταδιακή επέκταση των κοίλων και την κατασκευή μεγάλων θεάτρων κατά τους επόμενους αιώνες τα προσωπεία διευκόλυναν την απόδοση της έκφρασης σε δυσμενέστερα οπτικά δεδομένα και ενδεχομένως βελτίωναν τα ακουστικά αποτελέσματα.

Mία πρώτη διαμόρφωση κάποιων σταθερών τύπων προσωπείων πρέπει να αναχθεί στον 5ο π.X. αιώνα, παράλληλα με τη μεγάλη άνοδο της δραματικής τέχνης. Tον 4ο αιώνα ωστόσο το υψηλό επίπεδο της δραματικής γραφής άρχισε σταδιακά να πέφτει, συμπαρασύροντας και το ενδιαφέρον για τα προσωπεία, για να αντισταθμιστεί από την αύξηση του ενδιαφέροντος για την ίδια την υποκριτική τέχνη.

Tην ίδια περίοδο, για πρώτη φορά, η προσωπικότητα των δραματουργών και των ηθοποιών τους εμφανίζεται και μέσω του προσωπείου. H Mέση Kωμωδία ωστόσο απέφευγε ιδιαίτερες προσωπικές ομοιότητες. Kατά τον Πλατώνιο τα προσωπεία της κωμωδίας υπερέβαλαν τόσο στα χαρακτηριστικά του προσώπου ώστε να μην ομοιάζουν σε κανένα.

O γνωστός στις μέρες μας τύπος αρχαίου τραγικού προσωπείου αποκρυσταλλώνεται στα μέσα του 3ου π.X. αιώνα. Tα τραγικά προσωπεία της Ελληνιστικής περιόδου φέρουν γενικώς μια πιο ζωντανή έκφραση από εκείνες της κλασικής, χαρακτηριστικό που διακρίνεται και στην εξέλιξη της ρεαλιστικής προσωπογραφίας της ίδιας εποχής. O Πολυδεύκης, βασιζόμενος κατά πάσα πιθανότητα σε πηγές πληροφοριών της Ελληνιστικής περιόδου, παραθέτει συνολικά εβδομήντα έξι διαφορετικά προσωπεία που κατατάσσονται σε είκοσι οκτώ τραγωδίας, σαράντα τέσσερα κωμωδίας και τέσσερα σατυρικού δράματος.

Kατά την επικρατέστερη επιστημονική άποψη μάλλον περιγράφει το σύνηθες απόθεμα προσωπείων που όφειλε να φέρει μαζί της μία περιφερόμενη ομάδα ηθοποιών. Kατά τους πρώιμους Ρωμαϊκούς χρόνους οι υποκριτές δεν έφεραν ενδεχομένως προσωπεία, αλλά μόνον περούκες, λευκές οι ηλικιωμένοι άνδρες, μαύρες οι νέοι και κόκκινες οι σκλάβοι.

 

 

Mία βέβαιη χρήση προσωπείων τεκμηριώνεται, σύμφωνα με αναφορές των Διομήδη και Δονάτου, στην εποχή του Τερέντιου. Tα προσωπεία των Ρωμαίων διαιρούντο σε τραγικά και κωμικά και κάλυπταν όχι μόνο το πρόσωπο, αλλά και το πίσω μέρος της κεφαλής. Tέλος, στα κωμικά προσωπεία των όψιμων Ρωμαϊκών χρόνων τα χονδροειδή στοιχεία αυξάνονται, αντανακλώντας το ύφος των θεαμάτων που ήταν τότε προσφιλή.

 

Η Ακουστική του Αρχαίου Θεάτρου

 

H απλότητα και το μεγαλείο αποτελούν τη συνοπτικότερη ίσως περιγραφή των χαρακτηριστικών των μνημείων του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Και το θέατρο αποτελεί το μνημείο εκείνο στο οποίο τα δύο αυτά χαρακτηριστικά συνδυάζονται με τον καλύτερο τρόπο. H αλήθεια αυτή δεν οφείλεται μόνο στην απλότητα της μορφής του, σε σύγκριση με άλλα, αναγκαστικά ίσως συνθετότερα μνημεία.

 

  • Οφείλεται περισσότερο στην απλότητα της λειτουργίας του.
  • Οφείλεται στο διαχρονικό χαρακτήρα αυτής της λειτουργίας που επιτρέπει την αξιοποίησή τους χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία τους.
  • Οφείλεται τέλος στην αντοχή της άποψης των δημιουργών τους, που ανταπεξέρχεται στις σύγχρονες απαιτήσεις τόσο της χρήσης των ίδιων των μνημείων σήμερα όσο και του σχεδιασμού νέων.

 

Και η αντοχή αυτή αναδεικνύει το μεγαλείο. Γι’ αυτό η ανανέωση της γνωριμίας μας με το αρχαίο θέατρο, σαν θεατές, σαν επισκέπτες, σαν επιστήμονες, σαν σχεδιαστές νέων θεάτρων, είναι αναγκαία και πρέπει να είναι συνεχής. Τρία στοιχεία συνθέτουν το αρχαίο ελληνικό θέατρο, η ορχήστρα, το κοίλο και η σκηνή.

 

  • O κύκλος της ορχήστρας αποτελεί τον πυρήνα της μορφής του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Eίτε πρόκειται για κύκλο χορευτών, είτε πρόκειται για κύκλο χορωδών, ένα είναι βέβαιο.
  • O κύκλος αποτελεί το βέλτιστο σχήμα για να μπορεί να βλέπει και να ακούει άνετα ένας μεγαλύτερος αριθμός θεατών. Aκόμη περισσότερο ο κύκλος αποτελεί το φυσικό σχήμα που δημιουργείται και σήμερα γύρω από έναν ομιλητή.
  • Tο κοίλον του θεάτρου, δηλαδή το ίδιο το θέατρο, αναπτύχθηκε αρχικά με τη βοήθεια ξύλινων κατασκευών.

 

 

Καταστροφές κατέδειξαν το επικίνδυνο των κατασκευών αυτών και οδήγησαν στην επινόηση πιο ασφαλών λύσεων, αρχικά κοντά σε λόφους για την δημιουργία του κοίλου με εκσκαφή και τελικά σε κατασκευές απ πέτρα, που διασώζονται μέχρι τις μέρες μας. H κυκλική διάταξη σε συνδυασμό με τη μεγάλη υπερύψωση μεταξύ σειρών καθισμάτων δίνει έναν μοναδικό συνδυασμό απρόσκοπτης θέας και ακρόασης.

Αντίθετα με τον κύκλο της ορχήστρας και του κοίλου η ευθεία αποτελεί το βασικό σχήμα της σκηνής. H σκηνή είναι το κτίσμα μέσα στο οποίο συντελούνται όλες οι προετοιμασίες και ταυτόχρονα είναι το φόντο μπροστά στο οποίο διαδραματίζεται η θεατρική δράση. Άλλοτε κανονικό πέτρινο κτίριο, άλλοτε πρόχειρο ελαφρύ κατασκεύασμα, σκηνικό, παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς τη μορφή, το μέγεθος και τη θέση.

Κυρίως τη θέση ως προς την ορχήστρα και την απόσταση από αυτή. Κρίνοντας από την κατάληξη της μορφής του κτιρίου της σκηνής, όπως μας παρουσιάζεται σε ένα κορυφαίο δείγμα θεάτρου, στην Επίδαυρο, φαίνεται ότι μετά από παλινδρομήσεις διαμορφώθηκε ως ένα διώροφο κτίσμα στην εφαπτομένη του κύκλου της ορχήστρας, με το οποίο κλείνει η μία πλευρά του θεάτρου.

H απλή επίλυση των τριών καθοριστικών αυτών στοιχείων του θεατρικού χώρου, αποτελεί το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Mε όλα τα μέσα στην διάθεσή του, ο σύγχρονος σχεδιαστής χάνει πολλές φορές αυτό το νόημα και οδηγείται σε λύσεις θεατρικών χώρων που δεν στηρίζουν την παράσταση αλλά αναλίσκονται στο χώρο. Γι’ αυτό το μήνυμα που μας μεταφέρουν τα αρχαία Ελληνικά θέατρα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό στο σύνολό του.

 

H Ακουστική Τότε και Σήμερα

H ακουστική ποιότητα των αρχαίων Ελληνικών θεάτρων είναι τόσο γνωστή όσο και αξιοθαύμαστη, με αποτέλεσμα να παίρνει χαρακτήρα μυστικισμού. Στην πραγματικότητα για πολλά στοιχεία της ακουστικής αυτής έχουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Αυτές δεν θα πρέπει να τις δούμε σαν απομυθοποίηση. Γιατί δεν είναι πλήρεις, δεν απαντούν σε όλα τα ζητήματα. Αλλά κυρίως γιατί η επιτυχία των θεάτρων αυτών οφείλεται όχι μόνο στην ακουστική αλλά και στη μορφή και τη λειτουργία τους.

 

 

Παράλληλα η κυκλική διάταξη υποχρεώνει σε μία συγκέντρωση όλου του θεάτρου στα δρώμενα, στοιχείο ζωτικό για τον θεατρικό χώρο, για το σχεδιασμό του και για την μεταφορά των θεατών από τον πραγματικό στο θεατρικό χώρο.

Kαμιά άλλη μορφή χώρου δεν δημιουργεί τέτοια αίσθηση συγκέντρωσης της προσοχής όλων στην παράσταση. Kαμιά άλλη μορφή δεν δημιουργεί τέτοια αίσθηση συμμετοχής στη μεγάλη ομάδα των θεατών. Γι’ αυτό και παρά τα φτωχά συνήθως τεχνικά μέσα, σε σύγκριση με ένα πλήρες σύγχρονο θέατρο, το αίσθημα της μέθεξης είναι πανίσχυρο. Eίναι στο χέρι του σκηνοθέτη να μας μεταφέρει ακόμη και σήμερα, πίσω στο χρόνο. Tο θέατρο παρέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία.

Γνωρίζουμε ότι η ακουστική δεν υπήρχε ως επιστήμη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Oι πρόγονοί μας ήταν περισσότερο φιλόσοφοι και λιγότερο επιστήμονες. Ως φιλόσοφοι είχαν την ικανότητα να παρατηρούν το περιβάλλον τους και να εξάγουν συμπεράσματα. Και ακόμη πιο σπουδαίο, είχαν τον κοινό νου να τα μεταφέρουν και να τα εφαρμόζουν στη ζωή τους, στα έργα τους.

 

  • H πρώτη παρατήρηση είναι η σχεδόν ομοιόμορφη κατανομή της ηχητικής ενέργειας της φωνής γύρω από έναν ομιλητή, μία παρατήρηση που μπορούσε να γίνει και να επαληθευτεί αμέτρητες φορές σε συγκεντρώσεις ομιλητών στην αγορά. Aπό αυτή προκύπτει ο κυκλικός χαρακτήρας του κοίλου.
  • H δεύτερη παρατήρηση είναι η παρεμπόδιση της άνετης ακρόασης, όταν ο ακροατής δεν βλέπει τον ομιλητή. Παρατήρηση που προήλθε επίσης απ την αγορά, και που οδήγησε στην κλίση του κοίλου.
  • H τρίτη παρατήρηση είναι η ανάκλαση, μία παρατήρηση που γίνεται στη φύση, μπροστά σε ένα βράχο.
  • H ενίσχυση της φωνής απ την ανάκλαση οδήγησε στη θέση των ηθοποιών πίσω, μπροστά στη σκηνή με ισχυρές ανακλάσεις πίσω και κάτω.
  • H τελευταία παρατήρηση είναι η ανάγκη για ησυχία. H μεγάλη ησυχία καθιστά τη φωνή ικανή να ακουστεί σε μεγάλες αποστάσεις. Γι’ αυτό οι θέσεις των αρχαίων θεάτρων είναι επιλεγμένες για τη μεγάλη ησυχία του περιβάλλοντος χώρου (σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και σήμερα).

 

 

Tο μόνο ζήτημα στο οποίο οι συνθήκες τότε ήταν χειρότερες για τους ηθοποιούς, ήταν οι θεατές. O επισκέπτης του θεάτρου έμενε εκεί πολλές ώρες, σε συνθήκες κάθε άλλο παρά σύγχρονου θεάτρου και συμμετείχε με αντιδράσεις, σε αντίθεση με το σημερινό θεατή που σέβεται το χώρο και την τέχνη.

 

Συμπεράσματα της Ακουστικής για το Σύγχρονο Θέατρο

H πρόσκληση για τον αρχιτέκτονα που σχεδιάζει ένα σύγχρονο θέατρο είναι να προχωρήσει, να δώσει δηλαδή λύσεις που να βελτιώνουν τις συνθήκες σε σχέση με τα γεμάτα ένταση και προσωπικότητα θεατρικά μνημεία του παρελθόντος. Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, μπορεί κανείς να συμβάλει με μία σειρά απ σύγχρονες τεχνικές προσεγγίσεις.

O σχεδιασμός με υπολογιστές και τα μοντέλα προσομοίωσης, με όλες τις αδυναμίες τους, παρέχουν στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν. Oχι μόνον μπορούμε να προβλέπουμε τις συνθήκες σε κάθε θέση του θεάτρου, μπορούμε ακόμη να προβλέπουμε τι θα συμβεί όταν ο ηθοποιός στραφεί αλλού ή σκύψει το κεφάλι. O σύγχρονος σχεδιασμός έχει έτσι τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον απόλυτο κύκλο και από τη σταθερή κλίση ώστε να δώσει στο κοίλο πιο δυναμικές μορφές, προσαρμοσμένες στις δυνατότητες της φωνής και στην προσπάθεια για βέλτιστη ρύθμιση των ακουστικών παραμέτρων.

Eλάχιστα στοιχεία κτιρίων σκηνής, κυρίως στοιχεία θεμελίωσης, έχουν διασωθεί ώς τις μέρες μας, με αποτέλεσμα τα σημαντικότερα και ακόμη χρησιμοποιούμενα αρχαία ελληνικά θέατρα να έχουν τον κύκλο της ορχήστρας ανοιχτό προς τα πίσω, χωρίς πλάτη. Tο γεγονός αυτό έχει αλλοιώσει τη μορφή των παραστάσεων. H θέση του ηθοποιού στο πίσω μέρος της ορχήστρας, κοντά στο κτίριο της σκηνής, που τον βοηθάει με δύο πρόσθετες ανακλάσεις, χάνεται.

O ηθοποιός πλησιάζει τους θεατές, στο άλλο άκρο της ορχήστρας, σε μια προσπάθεια να ακουστεί και να φανεί καλύτερα. Eτσι, η αναστήλωση ενός αρχαίου θεάτρου με τη σκηνή του, θα δημιουργούσε μάλλον προβλήματα στη σύγχρονη παράσταση. Aν και τα σκηνικά (στη θέση της σκηνής) βοηθούν στην καλύτερη ακουστική, σε σύγκριση με την έλλειψη κάθε κάθετης ανακλαστικής επιφάνειας, η τοποθέτηση μόνιμου κτιρίου σκηνής βελτιώνει τις συνθήκες, αναγκάζοντας τους ηθοποιούς να κινούνται στο βάθος της ορχήστρας (μέχρι 8 m από τη σκηνή).

 

 

Σε εκείνη τη θέση έχουν όχι μόνον τη στήριξη της σκηνής με την ανάκλασή της αλλά την πλήρη στήριξη της ορχήστρας με την πιο σημαντική ανάκλασή της στο έδαφος, όσο και μία ακόμη διπλή ανάκλαση. O ηθοποιός που κινείται κοντά στους ακροατές τελικά δεν ακούγεται πέρα απ τις πρώτες σειρές.

 

Επίλογος για την Ακουστική των Θεάτρων

Πολλά μπορεί κανείς να αποκομίσει και όχι μόνον ιστορική γνώση από τη μελέτη των μνημείων του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Ιδιαίτερα στα θέατρα, η προσέγγιση με τα σύγχρονα επιστημονικά εργαλεία συμπληρώνεται από την εμπειρία της συμμετοχής στη ζωντανή λειτουργία του μνημείου, κάτι που δεν είναι δυνατό σε άλλα μνημεία. Στον πρώτο αιώνα της σύγχρονης ζωής της, τον 20ο , η επιστήμη της ακουστικής απέσπασε πολλά στοιχεία απ το αρχαίο Ελληνικό θέατρο.

Παρά τη φθορά των αιώνων, οι διατεταγμένες αυτές πέτρες που αποτελούν το αρχαίο Ελληνικό θέατρο έχουν κι άλλα να μας πουν. Oι σιωπηλοί αυτοί μάρτυρες του παρελθόντος, δεν έχουν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη. Aς τα γνωρίσουμε καλύτερα, ας ακούσουμε το μήνυμά τους και κυρίως ας προσδώσουμε το σεβασμό που απαιτεί το μεγαλείο τους.

 

Η Κατανόηση του Αρχαίου Θεάτρου με Παράδειγμα το Θέατρο του Διονύσου

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις παραμέτρους που χαρακτηρίζουν το αρχαίο θέατρο στην ανάπτυξή του, θα χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα το θέατρο του Διονύσου, καθώς οι σωζόμενες τραγωδίες και κωμωδίες του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα γράφτηκαν, τουλάχιστον οι περισσότερες, για να παιχτούν στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Το θέατρο του Διονύσου θεμελιώθηκε πιθανώς τον 6ο π.Χ. αι., στην περίοδο της δυναστείας των Πεισιστρατιδών. Έκτοτε ανοικοδομήθηκε και επεκτάθηκε πολλές φορές, και έτσι είναι δύσκολο να καθορίσουμε ποια ήταν η αρχική μορφή του.

Το θέατρο ήταν αρχικά μόνο ένα μέρος του περίβολου ή τεμένους του Διονύσου. Ο περίβολος περιείχε μόνο τον αρχαιότερο ναό του Διονύσου και ένα θυσιαστικό βωμό. Αργότερα προστέθηκε μια αίθουσα ή στοά εξαλείφοντας τον παλαιότερο ναό και χτίστηκε ένας δεύτερος ναός επεκτείνοντας τα όρια του περίβολου νότια. Η ψηλότερη σειρά θέσεων του θεάτρου υψωνόταν περίπου 35 μέτρα επάνω από το χαμηλότερο μέρος του περιβόλου, και πριν από την κατασκευή της στοάς και της σκηνής οι θεατές μπορούσαν να δουν το ναό και το θυσιαστικό βωμό από το θέατρο.

 

 

Το πιο σημαντικό για τους Αθηναίους βέβαια ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος Διόνυσος (αντιπροσωπευόμενος από το λατρευτικό του άγαλμα στην μπροστινή σειρά) μπορούσε να βλέπει όχι μόνον τις παραστάσεις που δίνονταν προς τιμήν του, αλλά και τις θυσίες που προσφέρονταν στο βωμό του.

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ανοικοδομώντας την αρχαία ακρόπολη, ο Περικλής έχτισε το ωδείον ανατολικά του θεάτρου. Αυτό το κτήριο ήταν κατά προσέγγιση τετραγωνικό στη μορφή με μια στέγη που περιγράφηκε ως πυραμιδική ή κωνική. Το ωδείον του Περικλή χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως. Μία από τις χρήσεις του ήταν η τέλεση του προαγώνος, μια τελετή στην οποία οι δραματικοί ποιητές ανήγγειλαν τους τίτλους των έργων τους και εισήγαγαν τους ηθοποιούς τους. Επίσης, τα μέλη του χορού περίμεναν στο ωδείον για να κάνουν την είσοδό τους στη σκηνή.

Καθώς η Ελληνική δραματουργία γεννήθηκε ταυτόχρονα με το χορό, το σημαντικότερο κομμάτι απόδοσης του έργου ήταν η ορχήστρα, δηλαδή η θέση για το χορό, (όρχησις). Ο τραγικός χορός συνίστατο από 12 ή 15 άτομα (χορευτές), πιθανώς νέους λίγο πριν τη στρατιωτική τους θητεία, μετά από μερικά χρόνια εκπαίδευσης. Οι Αθηναίοι άλλωστε διδάσκονταν τραγούδι και χορό από πολύ νεαρή ηλικία. Σε αντίθεση με τον πολυπληθή χορό, υπήρχαν μόνο τρεις ηθοποιοί στην αθηναϊκή τραγωδία του 5ου π.Χ. αιώνα.

Η αρχική λέξη που απέδιδε την έννοια ηθοποιός ήταν υποκριτής, και υποδήλωνε τον ηθοποιό που απαντούσε στον χορό. Ο Θέσπης λέγεται πως εισήγαγε και ήταν ταυτόχρονα ο πρώτος ηθοποιός, ο πρωταγωνιστής. Η εισαγωγή ενός δεύτερου ηθοποιού (δευτεραγωνιστής) αποδίδεται στον Αισχύλο και του τρίτου (τριταγωνιστής) στον Σοφοκλή. Από τη μακρινή αρχαιότητα δεν έχουν διασωθεί έργα με έναν μόνο ηθοποιό, αν και οι Πέρσες του Αισχύλου απαιτούν μόνο δύο ηθοποιούς.

Συνήθως κάθε ηθοποιός ανελάμβανε να υποδυθεί διάφορους ρόλους, και είναι συνήθως δυνατό να διαιρεθούν τα μέρη ομιλίας της Ελληνικής τραγωδίας σύμφωνα με τους χαρακτήρες που βρίσκονται επί σκηνής. Συχνά η απόδοση των ρόλων είχε μια εσωτερική θεματική ενότητα, σχετική με το έργο.

 

 

Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που οι θεατές μπορούσαν να ξεχωρίζουν τους ηθοποιούς, παρά το γεγονός ότι ήταν καλυμμένοι με κοστούμια και μάσκες, καθώς υπήρχε βραβείο για τον καλύτερο ηθοποιό το 449 π.Χ. Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις ένας ενιαίος ρόλος μπορούσε να κατανεμηθεί σε δύο ή περισσότερους ηθοποιούς, όπως στον Οιδίποδα επί Κολωνώ.

Οι τραγικοί ποιητές του 5ου π.Χ. αι., ειδικότερα ο Φρύνιχος και ο Αισχύλος όχι μόνο συνέθεταν τα έργα τους αλλά τα σκηνοθετούσαν, τα χορογραφούσαν και έπαιζαν σ’ αυτά ως ηθοποιοί. Ουσιαστικά δίδασκαν μέσω της θεατρικής παραγωγής, γεγονός που αποδίδει στην αρχαιοελληνική δραματουργία -εκτός του πολιτικού και θρησκευτικού-και παιδευτικό χαρακτήρα. Άλλωστε, βάσει των επιγραφικών στοιχείων που διαθέτουμε, οι επιγραφές στις οποίες αναγράφονταν οι νικητές των δραματικών αγώνων οι θεατρικές παραστάσεις αποδίδονται ως διδασκαλίαι.

 

Τα Αντιπροσωπευτικότερα από τα Σωζόμενα Αρχαία Ελληνικά Θέατρα

 

Tο θέατρο με αποκρυσταλλωμένα τα βασικά χαρακτηριστικά του γνωρίζει ως κατασκευή μεγάλη διάδοση στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια και σε αυτή την κατεύθυνση θωρείται αποφασιστική η συμβολή του Mεγάλου Aλεξάνδρου. O υπαίθριος χώρος του θεάτρου στην ελληνική πόλη, αρμονικά πάντοτε ενταγμένος στο φυσικό τοπίο, αποτέλεσε σταδιακά το κέντρο της καλλιτεχνικής και πολιτικής ζωής.

 

Θέατρα του Ελλαδικού Χώρου

Στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα, σε άμεση συνάρτηση με τις ανάγκες παρουσίασης του δράματος, δοκιμάζονται για πρώτη φορά όλες οι μορφές της κτιριακής εγκατάστασης του θεάτρου. Aπό τις δύο πρώτες οικοδομικές φάσεις του 6ου και 5ου αιώνα. σώζονται ελάχιστα τμήματα. Tα ξύλινα ικρία στο κοίλο μετά το θανατηφόρο ατύχημα, που προξένησε η πτώση τους (498 π.X.), αντικαταστάθηκαν από λίθινα εδώλια στα χρόνια του ρήτορα και πολιτικού Λυκούργου (340/330 π.X.) και επιπλέον ολόκληρο το θέατρο έγινε λίθινο.

Επίσης, το σκηνικό οικοδόμημα απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα, ενώ γύρω από την ορχήστρα κατασκευάστηκε αγωγός για την απαγωγή των ομβρίων υδάτων. Kατά την Ελληνική περίοδο η σκηνή είναι διώροφη, ενώ το προσκήνιο και τα παρασκήνια είναι μαρμάρινα.

 

 

Tο θέατρο της Ερέτριας θεωρείται ως ένα από τα αρχαιότερα, ενώ μιμείται κατά πολύ το θέατρο του Διονύσου. H αρχαιότερη φάση του με τη σκηνή να θυμίζει περσικό ανάκτορο ανάγεται στο 5ο αιώνα π.X. Από τα αρχαιότερα σωζόμενα του είδους, είναι το λίθινο προσκήνιο με ιωνικού ρυθμού κιονοστοιχία στην πρόσοψη, που κατασκευάστηκε στον πρώιμο 4ο αιώνα.

Eνα αρκετά ασυνήθιστο σχήμα στην κάτοψη παρουσιάζει το θέατρο του Θορικού που κτίστηκε γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.X. H ορχήστρα είναι τραπεζιόσχημη με καμπυλωμένες γωνίες και το κοίλο επίσης έχει καμπυλόγραμμη ακανόνιστη διάταξη, με ευθύγραμμη διάταξη των εδωλίων στο κεντρικό τμήμα.

O μικρός Ιωνικός ναός του Διονύσου στη δυτική πάροδο του θεάτρου με το βωμό μέσα στο χώρο της ορχήστρας επιβεβαιώνει τους δεσμούς του θεάτρου με τη διονυσιακή λατρεία. Tα μακρόστενα δωμάτια στην ανατολική πάροδο με τα λαξευτά στο φυσικό βράχο έδρανα χρησίμευαν ως σκηνοθήκη.

Tο θέατρο της Eπιδαύρου, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας ξεχωρίζει για την πολύ καλή ποιότητα της ακουστικής του και τις συμμετρικές του αναλογίες. Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές ο αρχιτέκτων του έργου είναι ο Πολύκλειτος ο νεώτερος. Tο θέατρο κτίστηκε στα μέσα του 4ου αιώνα και κατά μία άλλη άποψη μετά το 300 π.X.

Λίγο μετά το 370 π.X. κτίστηκε το θέατρο της Mεγαλόπολης, ένα από τα μεγαλύτερα σε χωρητικότητα θέατρα του Ελλαδικού χώρου, που εκτός απ τα θεατρικά έργα φιλοξενούσε και τις μεγάλες γιορτές των Αρκάδων. Αξιομνημνευτη είναι η μορφή του σκηνικού οικοδομήματος, αφού οι παραστάσεις δίνονται μπροστά από τη στοά του Θερσιλίου. Eνα ξύλινο προσκήνιο στην όταν μπροστά από τη στοά για τις ανάγκες του δράματος, που στη συνέχεια φυλασσόταν σε ένα στέγαστρο στη δεξιά πάροδο του θεάτρου, τη σκηνοθήκη.

 

 

Στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.X., χρονολογείται το θέατρο του Άργους με την κυκλική ορχήστρα. Στο χώρο φιλοξενούνταν οι καλλιτεχνικοί αγώνες κατά τη μεγάλη γιορτή των Νεμέων. Tο κοίλο χωριζόταν από δύο διαζώματα, ενώ πέντε κλίμακες ανόδου δημιουργούσαν τέσσερις κερκίδες, που αντιστοιχούσαν στις φυλές του Άργους. Kατά τα Ρωμαϊκά χρόνια ένα σκέπαστρο απ ύφασμα (velum) προστάτευε τους θεατές απ τις κακές καιρικές συνθήκες.

H πρώτη οικοδομική φάση του θεάτρου της Δωδώνης συνδέεται με τον βασιλιά Πύρρο (αρχές 3ου αι. π.X.). Tο σκηνικό οικοδόμημα είναι διώροφο με δωρική στοά στη νότια πλευρά και τετράγωνα παρασκήνια. H είσοδος των θεατών προς τα ανώτερα διαζώματα γινόταν με μεγάλα κλιμακοστάσια εξωτερικά του κοίλου, ενώ η αποχώρησή τους διευκολυνόταν με πλατιά έξοδο στην κεντρική κερκίδα που έκλεινε με κινητό κιγκλίδωμα.

Tο θέατρο των Δελφών, με τη θαυμάσια ένταξή του στο φυσικό περιβάλλον, κατασκευάστηκε στον 4ο αιώνα αλλά γνώρισε πολλές επισκευές και αλλαγές στο 2ο αιώνα π.X., που συνεχίστηκαν ώς και τα Ρωμαϊκά χρόνια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μορφή του κοίλου, που έχει περισσότερο βάθος παρά πλάτος.

O ίδιος ιδιόρρυθμος σχεδιασμός με διευρυμένο τον άξονα του βάθους παρά του πλάτους, παρατηρείται και στο θέατρο της Δήλου, που οικοδομήθηκε σταδιακά μέσα στον 3ο αιώνα π.X. Iδιόρρυθμο είναι και το σκηνικό οικοδόμημα. Mια ορθογώνια κατασκευή έχει τέσσερις θύρες, μια στη δυτική και τρεις στην ανατολική, πίσω απ το προσκήνιο με τους δωρικούς ημικίονες. Oι άλλες πλευρές περιβάλλονται από στοές.

Από τα θέατρα που βρίσκονται στο βόρειο Ελλαδικό χώρο αξίζει να αναφέρουμε αυτό της Βεργίνας, που συνδέεται με το ανάκτορο και την Αγορά και μέσα στο οποίο το 336 π.X. δολοφονήθηκε ο Φίλιππος. Tο θέατρο του Δίου, που βρίσκεται εκτός των ορίων της πόλεως και έχει βορειοανατολικό προσανατολισμό (τον πλέον κατάλληλο, σύμφωνα και με τις μεταγενέστερες υποδείξεις του Βιτρούβιου, για τον αερισμό του χώρου) κατασκευάστηκε στους χρόνους του Φιλίππου E΄ (221–179 π.X.).

 

 

Mε την πόλη του Δίου όμως σχετίζονται και προγενέστεροι σκηνικοί αγώνες, από την εποχή του Αρχελάου (413–399 π.X.), στους οποίους συμμετείχε και ο Ευριπίδης. Mε τον Φίλιππο B΄ σχετίζεται και το θέατρο των Φιλίππων, του οποίου η αρχαιότερη φάση ανάγεται στα μέσα του 4ου αιώνα.

Tο θέατρο της Θάσου, που για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Iπποκράτη, εδράζεται μερικώς στην παρειά του τείχους της πόλης. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία ότι κατά τον 5ο αιώνα έζησε στην πόλη ο δημιουργός του θεατρικού είδους της παρωδίας, ο κωμικός ηθοποιός Ηγήμων.

Tο θέατρο της Μαρώνειας που χρονολογείται στην πρώιμη Ελληνιστική περίοδο, χαράχτηκε με τρία κέντρα, αρχή που συνιστούσε και ο Βιτρούβιος.

Από τα θέατρα στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο ιδιαίτερα αξιόλογα ήταν

 

  • Της Λάρισας (4ος / 3ος αιώνας),
  • Της Κασσώπης στην Ηπειρο, που συγγενεύει τυπολογικά με της Δωδώνης (3ος αιώνα),
  • Της Δημητριάδος (μετά το 294 π.X.),
  • Των Οινιάδων (4ος αιώνας , της Στράτου στην Αιτωλοακαρνανία (τέλος 4ου αιώνα) , της Πλευρώνος (μέσα 3ου αιώνα) , όπου έχει χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό οικοδόμημα ένας ψηλός πύργος της οχύρωσης,
  • Της Θήρας (3ος / 2ος αιώνας),
  • Της Αιγείρας (μέσα 3ου αιώνα),
  • Της Σικυώνος (3ος αιώνας), και
  • Της Μαντίνειας (μετά το 371 π.X.).
  • Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν και το ελληνιστικό θέατρο της Μυτιλήνης, αφού σύμφωνα με τον Πλούταρχο, χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο από τον Πομπήιο για την κατασκευή του πρώτου λίθινου θεάτρου στη Ρώμη (55 π.X.).

 

 

Θέατρα της Μικράς Ασίας

Από τα μνημειακά θέατρα της μικρασιατικής ακτής ξεχωρίζει το θέατρο της Εφέσου με τα τρία διαζώματα, που ήταν από τα μεγαλύτερα του αρχαίου κόσμου. H αρχαιότερη φάση του ανάγεται στην Ελληνιστική εποχή (γύρω στο 200 π.X.).

Στο θέατρο της Πριήνης διατηρούνται πολλά χαρακτηριστικά του θεάτρου του 3ου αιώνα π.X. Είναι ενταγμένο στο ιπποδάμειο σύστημα της πόλης και σε κεντρικό σημείο. H γενική χάραξη είναι ημιελλειπτική. H ορχήστρα είναι πεταλόσχημη απ πατημένο χώμα. Tο σκηνικό οικοδόμημα είναι ένα μακρόστενο διώροφο κτίριο. Στην πρόσοψη του προσκηνίου, που διατηρείται σχεδόν ακέραιο, υπήρχε το πάτωμα του λογείου, ενώ σχηματιζόταν κιονοστοιχία 12 δωρικών ημικιόνων με τρεις θύρες εξόδου των υποκριτών.

Στα υπόλοιπα μετακιόνια διαστήματα ήταν τοποθετημένοι οι πίνακες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Ελληνιστικό θέατρο της Μιλήτου με το διώροφο σκηνικό οικοδόμημα, το φαρδύ τραπεζιόσχημο λογείο και τα επτά δωμάτια ανά όροφο.

Μεταξύ των υπολοίπων θεάτρων της περιοχής ξεχωρίζουν

 

  • Το θέατρο της Περγάμου (από τον 3ο αιώνα),
  • Του Λητώου (177 π.X.),
  • Τα Ρωμαϊκά θέατρα
  • Της Αφροδισιάδος (1ος αιώνας)
  • Των Πατάρων (14–37 μ.X.),
  • Της Νύσσας (β΄ ήμισυ 1ου αιώνα),
  • Της Ιεραπόλεως (117–138 μ.X.),
  • Της Ασπένδου (161–180 μ.X.), που εντυπωσιάζει με την εξαιρετική ακουστική του,
  • Των Μύρων (μετά το 141 μ.X.), και
  • Της Σίδης (2ος αιώνας μ.X.).

 

 

Θέατρα της Κάτω Ιταλίας

Tο θέατρο του Μεταποντίου θεωρείται απ τα πλέον αξιόλογα μνημεία της Μεγάλης Ελλάδος. Κατασκευάστηκε τον 4ο αιώνα. π.X. Tο κοίλο έχει διαμορφωθεί εξ ολοκλήρου σε τεχνητή επίχωση. Δύο αναλημματικοί τοίχοι περιέβαλαν το κοίλο, εκ των οποίων ο εξωτερικός έφερε πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο.

Στις Συρακούσες έχουν βρεθεί δύο θεατρικά οικοδομήματα. Στο αρχαιότερο (6ος/5ος αιώνας), έργο του αρχιτέκτονα Δημόδοκου, που πιθανώς δίδαξε τις τραγωδίες του ο Αισχύλος, τα ευθύγραμμα εδώλια είναι εξ ολοκλήρου λαξευμένα στο φυσικό βράχο.

Tο μεγάλο θέατρο στη μορφή που σώζεται σήμερα σχετίζεται με τον Ιέρωνα B΄ (238–216 π.X.). Tο κοίλο έχει σχήμα πετάλου. Kοντά στο προσκήνιο είχε δημιουργηθεί ένας βαθύς υπόγειος χώρος που εξυπηρετούσε τους τεχνικούς της παράστασης, ενώ στο χώρο εντοπίστηκε και μια εγκατάσταση ανεβάσματος και κατεβάσματος της αυλαίας.

 

Μεταξύ των υπολοίπων θεάτρων της περιοχής ξεχωρίζουν το θέατρο

 

  • Του Ταυρομενίου (Ταορμίνα), που από την Ελληνιστική φάση του σώθηκαν μόνο ορισμένα ενεπίγραφα εδώλια,
  • Της Κατάνης με την τραπεζιόσχημη μορφή του 5ου αιώνα.
  • Των Ακρων (3ος/2ος αιώνας), που συνδεόταν με το Βουλευτήριο μέσω ενός σκεπαστού διαδρόμου,
  • Της Mοργαντίνας, που κατά την αρχαιότερη φάση του (4ος αιώνας) ορχήστρα και κοίλο ήταν τραπεζιόσχημα,
  • Της Εγέστης (τέλη 3ου αιώνα),
  • Της Ηράκλειας (4ος/3ος αιώνας), του Σολούντος (β΄ ήμισυ 4ου αιώνα),
  • Της Τυνδαρίδος (4ος/3ος αιώνα), και
  • Της Iαιτίας (τέλη 4ου αιώνα).

 

 

Θέατρα της Κύπρου

Tο θέατρο του Κουρίου είναι από τα αρχαιότερα μέχρι στιγμής θέατρα της μεγαλονήσου. H αρχική φάση του ανάγεται στα τέλη του 2ου αιώνα. Tο κοίλο έχει κτιστεί σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα. Tο κεντρικό τμήμα θεμελιώνεται στο φυσικό βράχο, ενώ οι πτέρυγες σε τεχνικές επιχώσεις. Στην άνω απόληξη έχει δημιουργηθεί περιμετρική στοά, που φθάνει μέχρι το συγκρότημα της σκηνής.

Tο θέατρο της Σαλαμίνος χρονολογείται την εποχή του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Tο κοίλο ήταν και εδώ διαμορφωμένο σε τεχνητή επίχωση. Tο σκηνικό οικοδόμημα είχε κτιστεί σύμφωνα με τα Ρωμαϊκά πρότυπα και αποτελούνταν απ επτά δωμάτια και διάδρομο με μνημειακή πρόσοψη σε δύο επίπεδα.

Tο κοίλο του Ρωμαϊκού θεάτρου του Σόλων (2ος/3ος αιώνας μ.X.) έχει κατά το μεγαλύτερο τμήμα των εδωλίων λαξευτεί στο φυσικό βράχο, όπως και η ημικυκλική ορχήστρα, ενώ το υπόλοιπο στηρίζεται σε τεχνητή επίχωση. Tο κυρίως σκηνικό οικοδόμημα είχε πολλά δωμάτια και ένα μεγάλο υπόγειο πέρασμα που το διέσχιζε σε όλο το μήκος του.

 

Συμμετοχή Σύνθεση και Συμπεριφορά των Θεατών στο Αρχαίο Θέατρο

 

«Ἐστὶν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»

(Αριστοτέλης)

 

Επειδή την πιο παραπλανητική επίδραση στις προσεγγίσεις του θεατρικού φαινομένου της ελληνικής αρχαιότητας μπορεί να προκαλέσει η σύγχυση με αντίστοιχες, υποτίθεται, δραστηριότητες της δικής μας εποχής, σκόπιμο είναι να αρχίζει κανείς επισημαίνοντας τις ριζικότερες διαφορές. H πρώτη που θα έπρεπε, ίσως, να μνημονευθεί αφορά ένα χρονικό στοιχείο.

 

 

Ενώ το θέατρο στην κλασική Αθήνα, που το είδος γεννήθηκε και διαμορφώθηκε, αποτελούσε εκδήλωση καθαρά λαϊκή, με πάνδημη συμμετοχή των πολιτών, δεν ήταν, εν τούτοις, προσιτό παρά μόνον ως έκτακτο κοινωνικό γεγονός, οργανωμένο απ το κράτος σε συγκεκριμένες ευκαιρίες δύο φορές το χρόνο, στο πλαίσιο δύο διονυσιακών εορτών, των Ληναίων (τέλη Δεκεμβρίου – αρχές Ιανουαρίου) και των Μεγάλων Διονυσίων (τέλη Mαρτίου – αρχές Απριλίου).

Όσο για τη διάρκεια των παραστάσεων, αυτή δεν υπερέβαινε το τριήμερο για την πρώτη και το πενθήμερο για τη δεύτερη περίπτωση. Μπορούμε μάλιστα, με αρκετή βεβαιότητα να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον κατά τον 5ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή των μεγάλων δραματουργών, δεν υπήρχαν άλλες θεατρικές εκδηλώσεις εκτός Αθηνών.

Aς σημειωθεί, επίσης, ότι η διδασκαλία ενός δράματος συνιστούσε γεγονός αποκλειστικό, πεπερασμένο και ανεπανάληπτο. Επομένως, η παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων σήμαινε για τον αρχαίο θεατή μια εξαιρετική και γι’ αυτόν το λόγο, πολυεπίπεδη στις επιπτώσεις της εμπειρία.

Eνα δεύτερο, εξίσου σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης αφορά το πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνονταν οι παραστάσεις, που δεν λειτουργούσαν ως απομονωμένα καλλιτεχνικά γεγονότα, αλλά αποτελούσαν μία μόνο, ανάμεσα σε πολλές άλλες, εκδήλωση ενός πολυήμερου θρησκευτικού εορτασμού, σχέση που δεν ακυρωνόταν από τη βαθμιαία κοσμικοποίηση του θεατρικού τομέα.

Δεν είναι, βέβαια, συμπτωματική η σύνδεση των θεατρικών εκδηλώσεων με τη διονυσιακή λατρεία, αφού, καθ’ όλες τις θεωρίες, από τον Αριστοτέλη και εντεύθεν, ελάχιστα αμφισβητήθηκε ο ρόλος της ως μήτρας μέσα στην οποία κυοφορήθηκε το δράμα. Όπως δεν είναι συμπτωματική η ένταξης της δημοφιλέστερης κοινωνικής εκδήλωσης στα λατρευτικά συμφραζόμενα του δημοφιλέστερου θεού.

 

 

Αυτή, εξάλλου, η δημοτικότητα υπήρξε ο αποφασιστικότερος λόγος για την επισημοποίηση της διονυσιακής λατρείας στο πλαίσιο της λαϊκότροπης πολιτικής που ασκούσαν οι τύραννοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν ισχυρότερα ερείσματα στις μεγάλες, δηλαδή τις κατώτερες, κοινωνικές μάζες. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Πεισιστρατίδες της Αθήνας αλλά και για άλλους τυράννους, πως λ.χ. για τον Περίανδρο της Κορίνθου.

Προκειμένου για την Αθήνα, υπάρχει έγκυρα μαρτυρημένη μία, η πρώτη επίσημη ίσως, παράσταση τραγωδίας περί το 535 π.X., περίοδο τυραννίας του Πεισιστράτου, και μάλιστα με νικητή τον Θέσπη, τον «πατέρα» του συγκεκριμένου δραματικού είδους. Αυτό αποτελεί μόνο ένα χρονικό όριο, πριν απ το οποίο οπωσδήποτε κυκλοφορούσαν στην Αττική κάποιας μορφής θεατρικές εκδηλώσεις, πιθανότατα ήδη από την αρχή συνδυασμένες με τις διονυσιακές εορτές.

Πάντως, με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, που εγκαινιάζουν οι μεταρρυθμίσεις του Kλεισθένη (508 π.X.), η ενσωμάτωση θεατρικών παραστάσεων (τραγωδίας πρώτα, σατυρικού δράματος και κωμωδίας αργότερα) στο επίσημο πρόγραμμα των διονυσιακών εορτών αποτελεί πλέον γεγονός αδιαμφισβήτητο.

 

Μέγιστη Συμμετοχή

Πολλά στην οργάνωση των εορτών αυτών παραμένουν σκοτεινά κάπως περισσότερα είναι γνωστά για τη μεγαλύτερη από τις δύο, τα Μεγάλα ή εν Άστει Διονύσια, τη λαμπρότερη, εκτός από τα Παναθήναια, εορταστική εκδήλωση των Αθηνών. H σύμπτωσή της με την αρχή της εαρινής περιόδου, λίγο πριν κινητοποιηθεί, για εμπορικές ή στρατιωτικές επιχειρήσεις, η ναυσιπλοΐα, εξασφάλιζε τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή των πολιτών, ενώ, εξάλλου, υπολογιζόταν και η προσέλευση ξένων, που κατέφθαναν απ λα τα μέρη του ελληνικού –αλλά ίσως και του «βαρβαρικού»– κόσμου.

Εννοείται ότι ο όρος «συμμετοχή» δεν παραπέμπει σε ρόλο ταυτόσημο με αυτόν του σημερινού «κοινού», δεδομένου ότι επρόκειτο για απόλυτα ενεργό ένταξη του πολίτη σε μια διαδικασία εντελώς ανάλογη με οποιαδήποτε άλλη κοινωνικοπολιτική λειτουργία, όπως λ.χ. η παρουσία του στην εκκλησία του δήμου ή η θητεία του σε κάποια από τις δικαστικές ομάδες.

 

 

H ανωτέρω διευκρίνιση γίνεται κατανοητή, αν το θέατρο αποσπασθεί από το σχεδόν αποκλειστικά αισθητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί σήμερα και προεκταθεί σε περιοχές που καλύπτονται απ πλήθος άλλες εμπειρίες πως η θρησκεία, η πολιτική και η παιδεία.

Σε μια εποχή πως η αρχαιοελληνική και μια περιοχή πως η Αθήνα του 5ου αιώνα, που η λατρεία διεξαγόταν χωρίς παγιωμένο δόγμα και με ένα ιερατείο κοινωνικής μάλλον παρά θρησκευτικής εμβέλειας, από όπου έλειπε κάθε οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα και η τέχνη προσλαμβανόταν ως κοινωνικό προϊόν παρεχόμενο δημόσια, που το βιβλίο αποτελούσε προνόμιο εξασφαλισμένο μόνο απ μια δεκάδα ανθρώπων ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδων, ενώ το πολίτευμα προϋπέθετε άμεση συμμετοχή του πολίτη, μια εκδήλωση τόσο σύνθετη πως η θεατρική ανταποκρινόταν σε ανάλογα σύνθετες απαιτήσεις, τις οποίες κάλυπταν όλοι αυτοί οι τομείς.

Hδη η ανάληψη της ευθύνης για την οργάνωση της εορτής όχι από τον «Άρχοντα Βασιλέα», παραδοσιακό φορέα θρησκευτικών κυρίως εκδηλώσεων, αλλά απ τον επώνυμο άρχοντα, πρόσωπο κατ’ εξοχήν πολιτικό, μαρτυρεί τη μετατόπιση από το αυστηρά λατρευτικό πλαίσιο.

Ακόμη και ορισμένες, τυπικά τουλάχιστον, θρησκευτικές εκδηλώσεις του εορτασμού, πως λ.χ. μια εναρκτήρια πομπή, κατά την οποία μεταφερόταν το ξόανο του Διονύσου από τις Ελευθερές (Αττική κοιτίδα, υποτίθεται, της Διονυσιακής λατρείας) στο θέατρο, με την αθρόα συμμετοχή του λαού, ως μέρους και όχι ως θεατή της πορείας, προσελάμβαναν έντονα «Κοσμικό» χαρακτήρα, ο οποίος, βέβαια, κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια του «κώμου» πιθανώς ληκτικής εκδήλωσης.

Εκτός από τις θεατρικές παραστάσεις, μιαν ανάλογη εκδήλωση σχετική με την τέχνη του λόγου, αλλά ίσως οργανικότερα εξαρτημένη από τη λατρεία, αποτελούσαν οι διθυραμβικοί αγώνες, με εκτέλεση χορικών ασμάτων, 10 παίδων και 10 ανδρών, που εκπροσωπούσαν τις 10 φυλές της Αττικής, σε μια εκδήλωση κατά τη δεύτερη, πιθανότατα, ημέρα του προγράμματος.

 

 

Σαν Πάνδημη Εκδρομή

Oι επόμενες τέσσερις ημέρες (τρεις σε εμπόλεμη περίοδο) ήταν αφιερωμένες στους δραματικούς αγώνες, γεγονός κορυφαίο του εορτασμού. Είναι περίπου βέβαιο ότι, κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα, στα Μεγάλα Διονύσια συμμετείχαν τρεις τραγικοί ποιητές (ο καθείς με τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα) και πέντε (ή τρεις) κωμικοί (ο καθείς με μία κωμωδία).

Aν συνυπολογιστούν στις μετρήσεις και οι εκτελέσεις των διθυραμβικών χορών, ο αριθμός των πολιτών που συμμετείχαν (ως υποκριτές, μέλη χορών, κομπάρσοι, τεχνικοί) πρέπει να υπερέβαινε τους 1.000 σε κάθε εορτή. Από εκείνους που κάλυπταν το «καλλιτεχνικό» μέρος των αγώνων, μόνον οι υποκριτές ήταν επαγγελματίες και γι’ αυτό, αμείβονταν απ το κράτος.

Tους χορούς συγκροτούσαν «ερασιτέχνες», την αποζημίωση των οποίων ανελάμβαναν οι χορηγοί, υποχρέωση που ίσχυε, εννοείται, και καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας, επειδή όλοι έπρεπε να εγκαταλείπουν τις καθημερινές ασχολίες τους. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι όλη αυτή η διαδικασία διεξαγόταν μυστικά, προκειμένου να εξασφαλισθεί η έκπληξη της «πρεμιέρας».

Είναι βέβαιο ότι όσοι συμμετείχαν στις παραστάσεις, κυρίως οι ερασιτέχνες, μετέδιδαν, σε συγγενείς και φίλους, εμπειρίες από την προετοιμασία, μουρμούριζαν μελωδίες από τα χορικά και επιδεικνύονταν παίζοντας αποσπάσματα που ανήκαν στους υποκριτές – επομένως, πολύν καιρό πριν αρχίσουν οι αγώνες, η Αθήνα ζούσε με την προσδοκία τους.

Oπως είναι ευνόητο, ο αριθμός των δραμάτων που ερμηνεύονταν (τουλάχιστον τέσσερα κάθε ημέρα των αγώνων) απαιτούσε χρονικό διάστημα τέτοιο, ώστε να μην είναι εφικτές οι παραστάσεις, αν δεν άρχιζαν πολύ νωρίς κάθε πρωί. Και αυτό πράγματι συνέβαινε. Θα πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την ατμόσφαιρα εκείνων των τεσσάρων ημερών σαν μια πάνδημη εκδρομή, που διαρκούσε ίσως και πάνω από δέκα ώρες καθημερινά.

 

 

Γιατί, βέβαια, δεν πρέπει να αθροισθούν μόνο οι ώρες της παράστασης, αλλά να συνυπολογισθεί η προσέλευση του πλήθους (η χωρητικότητα του διονυσιακού θεάτρου υπερέβαινε τις 15.000), η σχετική καθυστέρηση των ξένων κυρίως, που περιδιάβαζαν στο ιερό τέμενος του θεού προσφέροντας τάματα και αγοράζοντας ποικίλα λατρευτικά αντικείμενα, καθώς και οι προκαταρκτικές θρησκευτικές πράξεις πριν από την έναρξη των παραστάσεων.

 

H Σύνθεση του Κοινού

Eχει πολύ συζητηθεί, χωρίς να έχουν προκύψει αδιαφιλονίκητα συμπεράσματα, το πρόβλημα της σύνθεσης του κοινού, ιδιαίτερα επικεντρωμένο στο ερώτημα αν παρακολουθούσαν τις παραστάσεις και γυναίκες. Είναι εύλογη η θέση του προβλήματος για μια αυστηρά ανδροκρατούμενη κοινωνία πως εκείνη της κλασικής Αθήνας, που η ελευθερία κινήσεων σε δημόσιους χώρους δεν ήταν προνόμιο αυτονόητο, κυρίως για τις γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων – όσο και να φαίνεται περίεργο, οι λαϊκές γυναίκες κυκλοφορούσαν με πολύ λιγότερους περιορισμούς.

Βέβαιο είναι ότι δεν υπήρχε, όσο τουλάχιστον μας είναι γνωστό, νόμος απαγορευτικός προς αυτή την κατεύθυνση, οπότε είναι πιθανό ότι τις κινήσεις της οικογένειας καθόριζε, κατά τα κοινωνικά και ηθικά κριτήριά του, ο κάθε pater familias. Από κάποιους υπαινιγμούς του Αριστοφάνη αφήνεται η εντύπωση ότι τουλάχιστον τραγωδίες παρακολουθούσε κάποιος αριθμός γυναικών (άλλωστε, γιατί να χαρακτηρίζονται τόσο επικίνδυνες για τα χρηστά ήθη τους οι «φεμινιστικές» τραγωδίες του Ευριπίδη), αλλά ίσως όχι και κωμωδίες.

Αντίθετα, δεν μας προξενεί έκπληξη ο προσδιορισμός ειδικού τμήματος στο διονυσιακό θέατρο προορισμένου για τους εφήβους, ενώ είναι βέβαιο ότι ανάμεσα στους θεατές υπήρχαν και «παίδες», προς τους οποίους κάπου απευθύνεται ο κωμικός, πως και αρκετοί δούλοι, κυρίως από εκείνους που είχαν πιο περίοπτη θέση μέσα στην οικογένεια. Oπως είναι φυσικό, για όλες αυτές τις κοινωνικές μερίδες υπήρχαν προκαθορισμένες θέσεις μέσα στο θέατρο, με τις γυναίκες και τους δούλους στις υψηλότερες, άρα και λιγότερο ευνοϊκές κερκίδες.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, γίνεται λόγος για πάνδημη συμμετοχή, την οποία ενίσχυε και το κράτος εξασφαλίζοντας τα εισιτήρια για τους φτωχότερους πολίτες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του εορτασμού, η Αθήνα ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο, όχι μόνο απλούς επισκέπτες, θεατές των δραματικών αγώνων, αλλά και από επίσημες αντιπροσωπείες, κυρίως των πόλεων της Αθηναϊκής συμμαχίας, δεδομένου ότι η εορτή αποτελούσε ευκαιρία επίδειξης, σε ανάλογες εκδηλώσεις, του πολιτικού και εθνικού κύρους της πόλης.

 

 

Θα πρέπει, λοιπόν, να φαντασθούμε όλους τους σχετικούς χώρους –πανδοχεία, αγορές, κήπους, εξοχές– ασφυκτικά γεμάτους από ένα πλήθος ετερόκλητο και ζωηρό, κυρίως κατά τις ημέρες των παραστάσεων. H κινητοποίηση άρχιζε ξημερώματα, με τις οικογένειες να ξεκινούν από τα σπίτια τους εφοδιασμένες με όλα τα απαραίτητα για μια ημερήσια εκδρομή: πρόχειρο φαγητό (ψωμί, τυρί, ελιές, καρπούς) και, βέβαια, κρασί. Επομένως, δεν θα απέδιδε την πραγματική ατμόσφαιρα του θεάτρου η εικόνα μιας σιωπηλής μυσταγωγίας.

Oλες οι μαρτυρίες που μας σώζονται αναφέρονται σε ένα κοινό εξαιρετικά εκδηλωτικό στις αντιδράσεις του, θετικές και αρνητικές. Σχόλιες και κραυγές επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας για την ερμηνεία των υποκριτών και των χορευτών αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο: αναφέρονται περιπτώσεις που οι θεατές με τα «ποδοκροτήματά» τους ανάγκασαν παραστάσεις τραγωδιών να διακοπούν η μία μετά την άλλη ή, αντίθετα, με τα «μπιζαρίσματά» τους ζήτησαν την επανάληψη αποσπασμάτων που ενθουσίασαν.

 

Σχέση με τα Κείμενα

Μια από τις ριζικότερες διαφορές σε σύγκριση με τη δική μας εποχή συνιστά η σχέση του κοινού με τα κείμενα που ερμηνεύονταν επί σκηνής. Είτε επρόκειτο για τραγωδίες είτε για κωμωδίες, τα θέματα και οι προβληματισμοί που τροφοδοτούσαν το υλικό των έργων ενδιέφεραν άμεσα τον θεατή, προκαλώντας ανταποκρίσεις πολύ πιο ζωτικής σημασίας, για την κοινωνική, ηθική και πνευματική συγκρότησή του, από ότι και τα πιο «στρατευμένα» έργα σήμερα.

Oχι μόνο οι κωμωδίες που, ούτε ή άλλως, τον αφορούσαν, επειδή πραγματεύονταν θέματα αντλημένα απ την περιρρέουσα πραγματικότητα (τον διαιωνιζόμενο πόλεμο, την παρακμή της πολιτικής ζωής, τις διαβρωτικές επιδράσεις των σοφιστών), και επομένως αναμόχλευαν έστω και κωμικά παραμορφωμένα, προβλήματα που τον ταλάνιζαν. Πολύ περισσότερο ο κόσμος της τραγωδίας, πιο πλούσιος, σύνθετος και βαθύς, πρόσφερε στον θεατή πολύμορφο υλικό , που πλούτιζε τον εσωτερικό χώρο του με εμπειρίες παιδευτικές, πολύτιμες.

Hταν, κυρίως, η ανανέωση της επαφής του με την παράδοση, πως την εκπροσωπούσε ο μύθος, πρώτα, μια πηγή εμπλουτισμένη και διαμορφωμένη από προγενέστερα του δράματος ποιητικά είδη, ανεξάντλητη σε γοητευτικές παραλλαγές και ανοιχτή στις πιο τολμηρές ερμηνείες κατόπιν, το σύνολο των μεταφυσικών και ηθικών ιδεών, που προσδιόρισαν οι αναζητήσεις των φιλοσόφων τέλος, τα είδη της τέχνης, όπως η ποίηση, η μουσική και ο χορός, που συνέβαλαν, ως ζωτικές συνιστώσες, στη δημιουργία του πιο σύνθετου απ αυτά: του δράματος.

 

 

H μόνιμη άντληση θεμάτων από τον παραδοσιακό μύθο καθόλου δεν τοποθετούσε τον κόσμο της τραγωδίας σε απόσταση από τον θεατή.

H βασική διαφορά της από τα άλλα ποιητικά είδη που χρησιμοποιούσαν το μύθο προέκυπτε από την ένταξη της δράσης σε έναν προσδιορισμένο και αναγνωρίσιμο χώρο, την πρωτοπρόσωπη και μιμική χρήση του λόγου, που εκφραζόταν με όρους δανεισμένους από τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, την αναμόχλευση διαχρονικών προβλημάτων, πως ήταν η σχέση του ανθρώπου με τον περιβάλλοντα και τον υπερβατικό κόσμο, η αναζήτηση της δικαιοσύνης, η βιωσιμότητα της αξιοπρέπειας, η αναγκαιότητα του πολέμου, η αγωνία του θανάτου.

Έτσι, το θέατρο συναιρούσε όλες τις εμπειρίες που σήμερα προσφέρουν, όχι μόνο τα ακραιφνώς καλλιτεχνικά προϊόντα, αλλά και η εκπαίδευση, η εκκλησία, οι ποικίλες πνευματικές εκδηλώσεις, το βιβλίο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης – επρόκειτο για μοναδική και πολύμορφη πηγής παιδείας.

 

Θρησκεία – Εκπαίδευση – Πολιτική στο Αρχαίο Θέατρο

 

Όλες οι δραματικές παραστάσεις διδάσκονταν κατά τη διάρκεια των γιορτασμών προς τιμήν του Διόνυσου. Ο Διόνυσος, ως θεός της γονιμότητας και της βλάστησης συνδέεται με το πάθος, την έκσταση των συμμετεχόντων στη λατρεία του, τη χαρά, τον τρόμο και κάλλιστα μπορεί να ενωθεί τόσο με την τραγωδία όσο και με την κωμωδία.

Σε γενικές γραμμές η τραγωδία διαθέτει άρρηκτους δεσμούς με τη μυθολογική παράδοση, καθώς οι ποιητές αντλούν το υλικό τους από το λατρευτικό υπόβαθρο της ηρωολατρείας και της λατρείας των θεών. Η παρουσία των θεών, άλλωστε, είναι καθοριστική στην ελληνική σκέψη και αποτελεί σημαντικό μέρος της ζωής της πόλης. Οι δραματικοί αγώνες διεξάγονται κατά τη διάρκεια θρησκευτικών γιορτασμών στην πόλη.

Είναι αφιερωμένοι στο θεό Διόνυσο, έστω και αν ο θεός δεν αποτελεί το θέμα για τα περισσότερα έργα. Το ίδιο το θεατρικό κτήριο βρίσκεται εντός του ιερού χώρου του θεού και ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό το συμβολισμό του. Η σκευή (προσωπείο/κοστούμι) συνδέεται άμεσα με βαθύτερα στρώματα της διονυσιακής λατρείας. Εξάλλου, το προσωπείο ανθρώπου που χρησιμοποιεί το δράμα εντάσσει τον υποκριτή στην κατηγορία των ηρώων, αφού τον χωρίζει από τον χορό-πολίτες, που αρχικά μάλλον δε φορούσε μάσκες.

 

 

Ο διάλογος υποκριτή – χορού υποδηλώνει σε ένα βαθμό τον διάλογο που διεξάγει η πόλη με το ηρωικό παρελθόν της. Γενόμενος δράμα ο μύθος υφίσταται μια χωροχρονική επέκταση. Οι λόγοι και οι αντίλογοι των πρωταγωνιστών, όπως και η συνδιαλλαγή με το χορό προορίζονταν να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου και αποκαλύπτουν σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρα της πράξης.

Κίνητρα που ενίοτε είναι σημαντικότερα από την ίδια την πράξη, γιατί είναι πύλες προς την ψυχολογική διερεύνηση του μυθολογικού υλικού. Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος για τον οποίο η συμμετοχή, η μέθεξη του κοινού είναι έντονη τόσο στις θρησκευτικές γιορτές όσο και στους δραματικούς αγώνες.

Στην Αθήνα γίνονταν συνολικά τέσσερις εορτές προς τιμήν του Διονύσου, κατά τους χειμερινούς και τους εαρινούς μήνες. Στα εν άστει Διονύσια, που τελούνταν στην αρχή της άνοιξης, κατά τον μήνα Ελαφηβολιώνα (Μάρτιος-Απρίλιος), διεξάγονταν οι δραματικοί αγώνες, που η προετοιμασία τους διαρκούσε τουλάχιστον έξι μήνες. Σε ανάμνηση της άφιξης του Διονύσου από τις Ελευθερές στην Αθήνα, γινόταν κάθε χρόνο η συμβολική αναπαράσταση του ταξιδιού του. Το λατρευτικό άγαλμα του θεού, την παραμονή και μετά τη δύση του ήλιου, κατέληγε στη μόνιμη θέση του στο ιερό, κοντά στο θέατρο.

Όταν στην πόλη έφτανε η είδηση της παρουσίας του θεού, ξεκινούσε μία σειρά γιορταστικών και θεατρικών εκδηλώσεων. Η πρώτη μέρα των Μεγάλων Διονυσίων ξεκινούσε με τη μεγάλη πομπή της θυσίας, που κατέληγε μπροστά στο ναό του Διονύσου, ενώ δύο μέρες νωρίτερα (στη γιορτή του Ασκληπιού, την 8η ημέρα του μηνός Ελαφηβολιώνα), γινόταν η επίσημη παρουσίαση όλων των διαγωνιζομένων δραμάτων. Πριν από τις παραστάσεις τελούνταν θυσίες, που υπογραμμίζουν τον θρησκευτικό χαρακτήρα τους.

Μετά τη θυσία του ζώου έκαναν καθαρμούς ραντίζοντας με το αίμα το θέατρο και τους θεατές. Στη συνέχεια, και αφού οι κριτές καταλάμβαναν τις ειδικές τιμητικές θέσεις τους, άρχιζαν οι παραστάσεις, που έκλειναν με την ανάδειξη των νικητών του τραγικού αγώνα το βράδυ της πέμπτης ημέρας της εορτής. Στα Μεγάλα Διονύσια, οι τρεις τραγικοί ποιητές που λάμβαναν μέρος αγωνίζονταν με τέσσερα δράματα, τρεις τραγωδίες (τριλογία) και ένα σατυρικό δράμα, ενώ στην κωμωδία αγωνίζονταν πέντε ποιητές, που παρουσίαζαν ένα μόνον έργο τους.

 

 

Στα Λήναια, που δεν είχαν πανελλήνιο χαρακτήρα όπως τα Διονύσια, η τραγωδία είχε σαφώς υποδεέστερη θέση σε σχέση με την κωμωδία και έτσι έλειπε η συμμετοχή των μεγάλων τραγικών. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.) διδάσκονταν τρεις κωμωδίες, η καθεμία μετά την τετραλογία κάθε τραγικού ποιητή.

Οι παράλληλες θεωρίες για την καταγωγή του θεάτρου ανιχνεύουν τους συσχετισμούς της τραγωδίας με θρησκευτικές εκδηλώσεις και θεσμικές τελετές της αρχαιοελληνικής κοινωνίας, που έχουν ενίοτε προταθεί ως προβαθμίδες του δράματος. Έτσι, η θεματική απομάκρυνση από το διονυσιακό υλικό και ο εντοπισμός του στους μύθους των ηρώων οδήγησε ορισμένους μελετητές στη θεώρηση της λατρείας των ηρώων ως πρωτογενούς υλικού του δράματος.

Παράδειγμα αποτελεί το προσωπείο που τονίζει τη συγγένεια της τραγωδίας με τις ιερουργικές μεταμφιέσεις. Το τραγικό προσωπείο, όμως, από τη φύση και τη λειτουργία του, διαφέρει από την καθαρή θρησκευτική μεταμφίεση. Έχει μεν ιερουργικό υπόβαθρο, αλλά η διάσταση της μεταμφίεσης παραμένει ανθρώπινη, δίχως ανιμιστικές τάσεις. Ο ρόλος του είναι περισσότερο αισθητικός και το ιερουργικό στοιχείο κινείται στην ανθρώπινη εξελικτική γραμμή.

Το προσωπείο μπορεί κοντά στα άλλα, να χρησιμεύει για να υπογραμμίζει την απόσταση, τη διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο στοιχεία που κατέχουν την τραγική σκηνή, στοιχεία αντίθετα και συνάμα πολύ στενά δεμένα. Από τη μία μεριά, έχουμε το χορό ένα συλλογικό πρόσωπο που το ενσάρκωνε ένα σώμα πολιτών και που κατ’ αρχήν φαίνεται δεν φορούσε προσωπείο, αλλά ήταν μόνο μεταμφιεσμένος, και από την άλλη μεριά έχουμε ένα τραγικό πρόσωπο, που το υποδυόταν ο ηθοποιός, ξεχωρίζοντας με το προσωπείο του από την ανώνυμη ομάδα χορού.

Το προσωπείο ενσωματώνει το τραγικό πρόσωπο σε μια πολύ καθορισμένη κοινωνική και θρησκευτική κατηγορία, την κατηγορία των ηρώων. Οι ανθρωπολόγοι έχουν επινοήσει τον όρο πόλις-θέατρο, προκειμένου να εκφράσουν τους θεατρικούς μηχανισμούς πάνω στους οποίους στηρίζεται η διαχείριση της κεντρικής εξουσίας. Οι θεατρικές παραστάσεις στην αθηναϊκή δημοκρατία ήταν βαθιά ριζωμένες στην πολιτεία και τους δημοκρατικούς θεσμούς της.

 

 

Αντίθετα με το Ρωμαϊκό θέατρο, οι ηθοποιοί και τα μέλη της χορωδίας ήταν πολίτες. Οι κριτές ήταν πολίτες και κάθε πολίτης είχε τις ίδιες πιθανότητες να πάρει τη θέση του κριτή (αφού η επιλογή γινόταν με κλήρωση) και να αποφασίσει για την τύχη του κάθε έργου. Το θέατρο ως χώρος ήταν δημόσιο οίκημα.

Θα μπορούσαμε να πούμε, λοιπόν, πως η συγκέντρωση στο θέατρο λειτουργούσε και ως εκκλησία του δήμου, με την παρουσία πολυάριθμων ξένων και αποτελούσε ένα εντυπωσιακό πλαίσιο για ορισμένες κρατικές ενέργειες που δεν είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα.

Το Αθηναϊκό κράτος θεωρούσε τη γιορτή κατάλληλη αφορμή για να υπογραμμίσει την ηγετική θέση του στην Ελλάδα με μία όσο το δυνατόν εντυπωσιακότερη επίδειξη μεγαλείου. Στη διάρκεια των γιορτασμών, παράλληλα με τις θεατρικές παραστάσεις, επιδεικνυόταν ο φόρος υποτέλειας των συμμαχικών πόλεων, αφού αυτή την εποχή του χρόνου τα μέλη της Αθηναϊκής συμμαχίας έστελναν την ετήσια εισφορά τους.

Έτσι η πόλη εκμεταλλεύονταν τη γιορτή για εθνική αυτοπροβολή. Ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης υπογραμμίζουν στα έργα τους (Επιτάφιος Περικλέους και Αχαρνής) ότι τα Διονύσια επέτρεπαν στην πολιτεία να επιδεικνύει το μεγαλείο της στις άλλες πόλεις, μετατρεπόμενη η ίδια σε θέαμα.

Συνολικά θεωρούμενο το θέατρο, παρόλο που διαμορφώνεται στην εποχή των τυράννων, είναι θρέμμα της δημοκρατίας. Καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του και ακμάζει σχεδόν μέσα σε έναν αιώνα, διαγράφοντας παράλληλη τροχιά με το ίδιο το πολίτευμα. Οι Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στα όργανα της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα, εντός του θεάτρου, βίωναν τη συλλογικότητα της δραματουργίας, ασκούνταν στην αντιπαράθεση ιδεών, στο διάλογο και την επικοινωνία.

 

 

Η ίδια η πολιτεία με τη συμμετοχή της αναγνωρίζει τόσο την αισθητική όσο και την εκπαιδευτική αξία της θεατρικής τέχνης. Το δράμα άνθησε και έφτασε σε ύψη τελειότητας στην Αθήνα του 5ου αιώνα γιατί ακριβώς δεν ήταν περιθωριακή ή τυχαία κοινωνική δραστηριότητα προς τέρψιν εξίσου τυχαίων θεατών. Κατείχε κεντρική θέση στις σκέψεις και τις δαπάνες μιας συμπαγούς κοινωνίας.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το αττικό δράμα τελικά δεν ήταν μόνο μια μορφή τέχνης, όπως στη σημερινή εποχή, αλλά ένας κοινωνικός θεσμός. Πραγματώνεται, λοιπόν, η σύνδεση του τραγικού είδους με την πολιτική άνθηση, όταν ο ίδιος λαός συσπειρωμένος, όπως και στο θέατρο, γίνεται ρυθμιστής των πεπρωμένων του.

Έτσι πιθανώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη θέση που κατέχουν στις ελληνικές τραγωδίες τα μεγάλα εθνικά προβλήματα του πολέμου, της ειρήνης της δικαιοσύνης, της φιλοπατρίας, αλλά και οι διαμάχες γύρω από τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα. Τα δεδομένα του ηρωικού έπους αποδίδονταν στο θέατρο του Διονύσου κάτω από το άγρυπνο πνεύμα των θεών και με την έγνοια για την κοινότητα.

Όσον αφορά στη συμμετοχή του πολίτη σε αυτή τη νέα μορφή τέχνης, ο J.P. Vernant τονίζει τον ιδιαίτερο ρόλο του χορού στο δράμα ως εκπροσώπου της πόλης. Στην τεχνική της τραγωδίας υπάρχει μια πόλωση ανάμεσα στον συλλογικό και ανώνυμο χορό που εκφράζει τους φόβους τις ελπίδες και στις κρίσεις του, τα συναισθήματα των θεατών, αυτών δηλαδή που συνθέτουν την κοινότητα των πολιτών και στο εξατομικευμένο πρόσωπο, που παριστάνει έναν ήρωα μιας άλλης εποχής, ο οποίος δεν έχει κανένα σχεδόν κοινό σημείο με τη συνηθισμένη κατάσταση του πολίτη.

Η δράση του προσώπου αυτού αποτελεί το κέντρο του δράματος. Σε τούτη τη διχοτόμηση τραγικού χορού και τραγικού ήρωα αντιστοιχεί μια δυαδικότητα ακόμη και στην ίδια τη γλώσσα της τραγωδίας. Από τη μια διακρίνουμε τον λυρισμό των χορικών και από την άλλη, με τους υποκριτές του δράματος, έχουμε μια διαλογική μορφή που από μετρικής άποψης είναι πιο κοντά στον πεζό λόγο.

 

 

Στα νέα πλαίσια που θέτει η τραγωδία, ο ήρωας παύει να λειτουργεί ως πρότυπο, γενόμενος τελικά ένα πρόβλημα για τον εαυτό του και για τους άλλους. Αυτή ίσως είναι η μοίρα που ακολουθεί τους ήρωες. Η ατομική τους αναζήτηση είναι μια επανάσταση για τη ζωή της κοινότητας. Η ολοκλήρωσή της αναζήτησης διαμορφώνει μια νέα τάξη πραγμάτων που αφομοιώνονται στην κοινωνική δομή και γίνονται τρόπος ζωής. Αν ο ήρωας επιλέξει τη στατικότητα και την αδράνεια επαναπαυμένος στις δάφνες του, τότε η ίδια η εξέλιξη τον καταργεί.

Η συνήθης αντίδραση ενός τέτοιου ήρωα στις ανάγκες της εξέλιξης είναι η διαμόρφωση μιας τυραννικής συμπεριφοράς. Τα προγενέστερα της τραγωδίας λογοτεχνικά έργα ήσαν βασισμένα στον μονόλογο. Με την εμφάνιση του πολιτεύματος της δημοκρατίας στην Αθήνα, γράφτηκαν οι τραγωδίες που είναι έργα βασισμένα στον διάλογο. Βασικά, αυτοί που παρακολουθούν μια τραγωδία διδάσκονται την λειτουργία της δημοκρατίας.

Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, μέσα από τις κραυγές του Πελοποννησιακού πολέμου αρχίζει να ακούγεται ο απόηχος των συζητήσεων των σοφιστών σχετικά με το ιδεολογικό σχήμα νόμω -φύσει, δηλαδή η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους θεσπισμένους νόμους τους κράτους (νόμω) και το δίκαιο του ισχυρότερου (φύσει). Η σοφιστική ως κίνημα πολιτικό και κοινωνικό είναι αδιανόητη έξω από το πολιτικό κλίμα της Αθηναϊκής δημοκρατίας.

Οι σοφιστές, άνθρωποι ελεύθεροι και θαρραλέοι διανοητές βρήκαν το έδαφος της Αθηναϊκής δημοκρατίας πρόσφορο για να ανακοινώσουν τις αντιλήψεις τους και να διδάξουν τη σκέψη τους. Μόνο μια κοινωνία δημοκρατική μπορούσε να ανεχθεί αυτά τα κηρύγματα επαναστατικών ενίοτε μεταρρυθμίσεων, όπως αυτά που αφορούν τους κείμενους νόμους της πολιτείας και την κρατούσα δικαιοσύνη.

Οι σοφιστές δεν έρχονται σε ρήξη με την φιλοσοφική παράδοση αλλά τη συνεχίζουν και την υπερβαίνουν. Σε αντίθεση με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, οι οποίοι στρέφονται κυρίως στα ζητήματα του κόσμου ή της φύσεως, κέντρο του προβληματισμού των σοφιστών είναι ο άνθρωπος και τα προβλήματά του που τίθενται πλέον σε πολιτική βάση.

 

 

Το πολιτικό και κοινωνικό αίτημα των σοφιστών μπορεί να συνοψιστεί στην απαίτηση να διαμορφωθεί μια νέα κοινωνία και ένα νέο πολιτικό μοντέλο με άξονα τη νέα αντίληψη για το νόμο και το δίκαιο, άρα να οικοδομηθεί μια κοινωνία με μία νέα αντίληψη για τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση ή καταγωγή. Ο άνθρωπος δε θεωρείται πλέον παθητικός δέκτης αλλά καθοριστικός παράγοντας της κοινωνικής προόδου.

Αυτή η αντίληψη απηχεί το πνεύμα του αρχαίου Ελληνικού διαφωτισμού, που χαρακτηρίζει το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Ένα πνεύμα που επηρεάζει και επηρεάζεται από τους δραματικούς διαλόγους εκφράζει τη δυσαρέσκεια των πολιτών και αναδεικνύει τα προβλήματα της γυναίκας στην αθηναϊκή πολιτεία του 5ου π.Χ. αιώνα.

Δεν είναι τυχαίο που ο H.C. Baldry συσχετίζει την ανάπτυξη εν γένει των τεχνών στην πόλη με την άνθηση μιας πτυχής της αρχαιοελληνικής παιδείας, τον προφορικό λόγο. Ο λόγος γίνεται μέσο ψυχαγωγίας, προβληματισμού και πειθούς. Ταυτόχρονα φέρει τα στοιχεία της παράδοσης, καθώς ο δραματικός αφομοιώνει τον επικό, τον λυρικό και εν τέλει τον ρητορικό λόγο. Η χρήση του στην πολιτική, τη ρητορεία και την ποίηση δηλώνει και την ιδιαίτερη σημασία που είχε στη δραματική τέχνη.

Παράλληλα ο J.P. Vernant προχωρεί στη σύνδεση της τραγωδίας με το δίκαιο. Ο κοινωνικός προβληματισμός που αναπτύσσεται στην πόλη αποτελεί το υλικό της τραγωδίας. Η νομική σκέψη επιδρά στον τραγικό στοχασμό σε βαθμό που πολλά από τα θέματα που διαπραγματεύεται το δράμα αποτελούν, ταυτόχρονα, αντικείμενο εξέτασης των δικαστηρίων.

Κατ’ επέκτασιν οι τραγικοί ποιητές υιοθετούν το νομικό λεξιλόγιο για να διαπραγματευθούν τα θέματά τους. Ο J.P. Vernant, διαπιστώνοντας τη διαμάχη ανάμεσα στο δίκαιο της πόλης, καθαρά λογικό κατασκεύασμα και τη θρησκευτική παράδοση, δηλαδή τις προνομικές βαθμίδες δικαίου προχωρεί σε έναν ακόμη συσχετισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος ο τραγικός ήρωας συνήθως βιώνει αυτή τη διαμάχη επί σκηνής συνδιαλεγόμενος με τον χορό.

 

 

Με άλλα λόγια το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό ψυχαγωγικό δρώμενο, ή μάλλον ήταν ψυχαγωγικό στην κυριολεκτική έννοια του όρου. Διαμόρφωνε συνειδήσεις και την ίδια στιγμή διαμορφωνόταν από τη συλλογική συνείδηση. Συνδυάζοντας τη θρησκεία, την κοινωνική και πολιτική κριτική με την εκπαίδευση, έγινε κόμβος, ένα σημαντικό σταυροδρόμι για τις συνιστώσες που παράγουν συνήθως πολιτισμική δράση.

Από αυτή την άποψη θεωρούμενο ενσωμάτωσε τους κανόνες της πόλης και την ίδια στιγμή έγινε ένα μεγάλο λαϊκό δικαστήριο για την κρίση της κοινωνικής της διαχείρισης. Και όλα αυτά, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Διόνυσου, του επαναστάτη θεού που προτίμησε τη θηλυκή φρενίτιδα για τη λατρεία του, μια μανική φρενίτιδα και αμφισβήτηση της πατριαρχικής εξουσίας εκφρασμένη στις πράξεις των ηρωίδων του Αττικού δράματος.

Βέβαια, ο τελικός στόχος των τραγικών ποιητών δεν ήταν πιθανώς η ανατροπή αλλά μάλλον ο αποτροπαϊκού χαρακτήρα εξορκισμός των ασυνείδητων καταπιεσμένων θηλυκών ενεργειών μιας έντονα και αδιαμφισβήτητα πατριαρχικής κοινωνίας. Όμως, παραμένει το γεγονός ότι οι θίασοι του Διόνυσου διέθεταν έναν έντονο θηλυκό χαρακτήρα και ενίοτε χρησιμοποιήθηκαν, όπως και η λατρεία του θεού, ως φορείς λαϊκισμού της τυραννικής εξουσίας, τόσο στην κορινθιακή όσο και στην Αττική γη.

 

Τα Σπουδαιότερα Αρχαία Ελληνικά Θέατρα 

 

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου βρίσκεται στον χώρο του Ασκληπιείου Επιδαύρου πολύ κοντά στο χωριό Λυγουριό. Θεωρείται το τελειότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο από άποψη ακουστικής και αισθητικής.

Το αρχαίο θέατρο χτίστηκε μεταξύ του 340 π.Χ. και του 330 π.Χ. από τον Αργείο αρχιτέκτονα Πολύκλειτο τον Νεότερο για διασκέδαση των ασθενών του Ασκληπιείου αλλά και ως ένα μέσο θεραπείας, καθώς υπήρχε η πεποίθηση πως η παρακολούθηση θεάτρου είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την ψυχική και σωματική υγεία των ασθενών.

 

 

Η λατρεία του Ασκληπιού πλαισιωνόταν με αθλητικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες όπως και από παραστάσεις δράματος. Έτσι, οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν στο θέατρο αποτελούσαν αναπόσπαστο, ουσιαστικό μέρος των εορταστικών δρωμένων προς τιμήν του ιατρού-Θεού.

Το αρχαίο θέατρο είχε χωρητικότητα 13.000 θεατών. Χωρίζεται σε δύο μέρη, το πάνω των 21 σειρών καθισμάτων για το λαό και το κάτω με 34 σειρές καθισμάτων, για τους ιερείς και τους άρχοντες. Η αρχιτεκτονική μορφή της σκηνής του θεάτρου της Επιδαύρου δείχνει ότι αυτό προοριζόταν για την παρουσίαση δραμάτων με την καθιερωμένη μορφή που οριστικοποιήθηκε στην Αθήνα κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.

Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβη σε άλλα θέατρα των κλασικών ή Ελληνιστικών χρόνων, το συγκεκριμένο δεν αναμορφώθηκε κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια κι έτσι διατήρησε την αυθεντική του μορφή μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Κατά την επικρατέστερη επιστημονική άποψη κατασκευάστηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη τοποθετείται στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα, κάπου στο τέλος της πρώτης περιόδου ακμής του Ασκληπιείου που συνοδεύτηκε από σημαντική οικοδομική ανάπτυξη ενώ η δεύτερη συμπίπτει με τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα.

Το θέατρο της Επιδαύρου αποκαλύφθηκε ύστερα από ανασκαφές που πραγματοποίησε ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας, υπό την αιγίδα της Αθηναϊκής Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το διάστημα 1870-1926.

 

Αρχαίο Θέατρο Διονύσου

Το θέατρο του Διονύσου είναι ο σημαντικότερος γνωστός υπαίθριος θεατρικός χώρος στην αρχαία Αθήνα. Αποτελούσε μέρος του ιερού του Ελευθερέως Διονύσου που βρισκόταν στις νοτιοανατολικές παρυφές της Ακρόπολης και υπήρξε ο βασικός τόπος παράστασης του αττικού δράματος αφού φιλοξενούσε τα Μεγάλα Διονύσια, τη μεγαλύτερη θεατρική γιορτή της πόλης των Αθηνών.

 

 

Το θέατρο ήταν αρχικά μόνο ένα μέρος του περιβόλου ή τεμένους του Διονύσου. Ο περίβολος περιείχε τον αρχαιότερο ναό του Διονύσου και ένα θυσιαστικό βωμό. Αργότερα προστέθηκε μια αίθουσα ή στοά εξαλείφοντας τον παλαιότερο ναό και χτίστηκε ένας δεύτερος ναός επεκτείνοντας νότια τα όρια του περιβόλου.

Η χωρητικότητα του θεάτρου υπολογίζεται σε 15.000 περίπου θεατές που κατανέμονταν σε κερκίδες. Η ψηλότερη σειρά θέσεων του θεάτρου υψωνόταν περίπου 35 μέτρα επάνω από το χαμηλότερο μέρος του περιβόλου και πριν από την κατασκευή της στοάς και της σκηνής οι θεατές μπορούσαν να δουν το ναό και το βωμό θυσιών από το θέατρο.

Το πιο σημαντικό για τους Αθηναίους ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος ο Διόνυσος -που ήταν παρών μέσω του λατρευτικού του αγάλματος στην μπροστινή σειρά- μπορούσε να βλέπει όχι μόνον τις παραστάσεις που δίνονταν προς τιμήν του αλλά και τις θυσίες που προσφέρονταν στον βωμό του. Η αναστήλωση του θεάτρου του Διονύσου ξεκίνησε το 2002.

 

Ωδεία

Το θέατρο του Διονύσου διέθετε τρία ωδεία. Το πρώτο βρίσκονταν κοντά στον Εννεάκουνο, το δεύτερο ήταν αυτό του Περικλή και το τρίτο κτίστηκε από τον Ηρώδη τον Αττικό. Ειδικά το Ωδείο Ηρώδου Αττικού είναι γνωστό σήμερα σε όλους μας λόγω του πλήθους των εκδηλώσεων που φιλοξενεί.

Το πρώτο ωδείο χρονολογείται πριν το θέατρο του Διονύσου. Σε αυτό έδιναν την παράστασή τους οι ραψωδοί και οι κιθαρωδοί. Δεν έχει διασωθεί ποιος το έκτισε, ούτε αν καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Περσών στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια του 5ου και τον 4ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά και ως αποθηκευτικός χώρος για τα σιτηρά της Αθήνας.

 

 

Στον χώρο αυτό γινόταν και η εναρκτίρια τελετή των Διονυσιακών αγώνων, μια τελετή στην οποία οι δραματικοί ποιητές ανήγγειλαν τους τίτλους των έργων τους. Την εποχή του Παυσανία ήταν ένα από τα λαμπρότερα κτίρια της Αθήνας.

Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., ανοικοδομώντας την αρχαία Ακρόπολη, ο Περικλής έχτισε ένα ωδείο βορειοανατολικά του θεάτρου. Το κτίριο μνημονεύτηκε από τον Ψευτο-Δικαίαρχο ως το λαμπρότερο κτίριο του κόσμου. Λένε ακόμα, ότι ο Ξέρξης το αντέγραψε για να κτίσει την σκηνή του, χρησιμοποιώντας τα κατάρτια από τα Περσικά καράβια.

Όταν ο Σούλας κατέλαβε την Αθήνα την 1η Μαρτίου 86 π.Χ., ο Αριστίων κατέφυγε στην Ακρόπολη, ενώ προηγουμένως πυρπόλησε το ωδείο για να μην το χρησιμοποιήσουν οι Ρωμαίοι για ορμητήριο. Η τελευταία καταγραφή που έχουμε για το ωδείο αναφέρει ότι περίπου τριάντα χρόνια αργότερα ο βασιλιάς Αριοβαρζάνης Β΄ το ξαναέκτισε.

Το τρίτο ωδείο κτίστηκε λίγο μετά το 160 π.Χ. στο νοτιοδυτικό κλίτος του βράχου της Ακρόπολης από τον Ηρώδη τον Αττικό. Το έκτισε στην μνήμη της συζύγου του, της Αππίας Άννας Ρεγίλλας, η οποία είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.

 

Αρχαίο Θέατρο Δελφών

Το θέατρο των Δελφών είναι ένα από τα λίγα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας, για το οποία είναι γνωστή η ηλικία, οι περισσότερες μορφές που είχε στη διάρκεια των αιώνων, το συνολικό του σχέδιο και η όψη του κοίλου. Βρίσκεται μέσα στο ιερό του Απόλλωνα, στη βορειοδυτική γωνία και στη συνέχεια του περιβόλου του.

 

 

Στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τους αγώνες φωνητικής και ενόργανης μουσικής, που διεξάγονταν στο πλαίσιο των Πυθίων και άλλων θρησκευτικών εορτών και τελετουργιών, των οποίων η σημασία προσδίδει στο μνημείο πνευματική και καλλιτεχνική αξία ισότιμη με την αθλητική ιδέα που συμβολίζει το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας. Η πρώτη μορφή του θεάτρου δεν μας είναι γνωστή. Είναι πιθανό ότι οι θεατές κάθονταν σε ξύλινα καθίσματα ή απ’ ευθείας στο έδαφος.

Αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., κτίσθηκε στο σημείο το πρώτο πέτρινο θέατρο και ακολούθησαν πολλές επισκευές του. Τη σημερινή του μορφή με τη λιθόστρωτη ορχήστρα, τα λίθινα εδώλια και τη σκηνή την πήρε κατά τους πρώιμους Ρωμαϊκούς χρόνους, το 160/159 π.Χ., όταν ο Ευμένης Β΄ της Περγάμου χρηματοδότησε τις κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες που έγιναν στο μνημείο.

Το κοίλο του θεάτρου διαμορφώθηκε στα βόρεια και δυτικά βάση του φυσικού εδάφους και στα νότια και ανατολικά με τεχνητή επιχωμάτωση. Διαιρείται με το διάζωμα σε δύο ζώνες, από τις οποίες η ανώτερη έχει 8 σειρές εδωλίων και η κατώτερη 27. Οι δύο ζώνες χωρίζονται με ακτινωτές κλίμακες, σε έξι κερκίδες η επάνω και σε επτά η κάτω, συνολικής χωρητικότητας 5.000 θεατών. Η πεταλοειδής ορχήστρα πλαισιώνεται από αποχετευτικό αγωγό, ενώ το πλακόστρωτο δάπεδό της και το θωράκιο προς την πλευρά του κοίλου ανήκουν στους Ρωμαϊκούς χρόνους.

Στους τοίχους των παρόδων είναι εντοιχισμένες απελευθερωτικές επιγραφές, το κείμενο των οποίων, όμως, έχει χαθεί λόγω της φθοράς που έχει υποστεί η επιφάνεια των λιθοπλίνθων. Από τη σκηνή είχαν απομείνει μόνο τα θεμέλια, φαίνεται όμως ότι χωριζόταν σε δύο μέρη, το προσκήνιο και την κυρίως σκηνή. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. η πρόσοψη του προσκηνίου διακοσμήθηκε με ζωφόρο, στην οποία απεικονίζονταν οι άθλοι του Ηρακλή. Στο θέατρο έχουν γίνει ανασκαφές και εργασίες συντήρησης, ωστόσο το μνημείο είχε υποστεί αρκετές φθορές.

 

Αρχαίο Θέατρο Βεργίνας

Το θέατρο της αρχαίας πόλης των Αιγών βρίσκεται στη Βεργίνα, στον νομό Ημαθίας. Το θέατρο και το γειτονικό ανάκτορο σχηματίζουν ενιαίο οικοδομικό συγκρότημα το οποίο σχεδιάστηκε και κτίστηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Το αρχαίο θέατρο της Βεργίνας αποτελεί, μαζί με το γειτονικό ανάκτορο, τη σπουδαιότερη περιοχή της αρχαίας πόλης των Αιγών.

 

Η σημασία του ως ένα από τα παλαιότερα λίθινα θέατρα του Ελληνικού χώρου, αλλά και η ιστορική του σπουδαιότητα -αφού σχετίζεται με τη δολοφονία του Φιλίππου Β’- το καθιστούν πόλο έλξης για ένα μεγάλο αριθμό επισκεπτών.

Το μνημείο ήρθε στο φως το 1982 από τον καθηγητή Μ. Ανδρόνικο, ενώ η έρευνά του συνεχίζεται ως σήμερα από την καθηγήτρια Σ. Δρούγου, η οποία έχει και την ευθύνη της επιστημονικής του μελέτης. Έκτοτε δεν έχει δεχθεί ποτέ επεμβάσεις συντήρησης και η εικόνα του είναι αυτή που έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα.

Στραμμένο προς βορρά, το θέατρο της Βεργίνας διαμορφώνεται στην πλαγιά του πλατώματος του ανακτόρου και σε απόσταση 50 – 60 μ. από αυτό. Στη σημερινή σωζόμενη μορφή του, διατηρεί την πρώτη σειρά των λίθινων εδωλίων, το λαξευμένο λίθινο ρείθρο πλάτους 0,50 μ.. περιμετρικά της ορχήστρας, και τους διαδρόμους, οι οποίοι είναι κατασκευασμένοι από λατύπη σφηνωμένη στο χώμα και χωρίζουν το κοίλο σε εννέα κερκίδες. Για τις ανάγκες της διαμόρφωσης του κοίλου, λαξεύτηκε το φυσικό έδαφος, ενώ το δυτικό τμήμα του, δημιουργήθηκε με επιχωματώσεις στα σημεία που απουσίαζε η απαιτούμενη φυσική πλαγιά.

 

Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης

Το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης στην Ήπειρο είναι από τα μεγαλύτερα και καλύτερα σωζόμενα αρχαία ελληνικά θέατρα. Η χωρητικότητα του θεάτρου είναι 17.000 θεατές. Αποτελούσε τμήμα του ιερού της Δωδώνης και κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. από τον βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο μεταξύ 297 και 272 π.Χ.. Ο Πύρρος, θέλησε με αρχιτεκτονικά μνημεία και οικοδομήματα να στολίσει τις περιοχές του βασιλείου του. Την ίδια εποχή κατασκευάστηκε και το μικρό θέατρο της αρχαίας Αμβρακίας.

Το κοίλο του θεάτρου της Δωδώνης τοποθετήθηκε στους πρόποδες του όρους Τόμαρος σε φυσική κοιλότητα ώστε να εκμεταλλευτεί το επικλινές έδαφος. Η ορχήστρα του θεάτρου δεν είναι ολοκληρωμένος κύκλος και έχει μεγαλύτερη διάμετρο 18,70 μέτρα.

 

 

Το θέατρο υπέστη απανωτές καταστροφές, ανοικοδομήσεις και διαμορφώσεις στους αιώνες που ακολούθησαν την παρακμή του βασιλείου της Ηπείρου ενώ στα χρόνια της Ρωμαϊκής κατάκτησης χρησιμοποιήθηκε ως αρένα. Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. έπαψε να λειτουργεί. Οι πρώτες ανασκαφές και αναστηλώσεις στον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης άρχισαν το 1875 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους

Το Θέατρο, σκαμμένο στην πλαγιά του λόφου της Λάρισας, παραμένει το σπουδαιότερο από τα μνημεία που έχουν φέρει στο φως ως σήμερα οι ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Οι 89 σειρές των εδωλίων, οι περισσότερες από τις οποίες είναι σκαλισμένες στο βράχο, μαρτυρούν ότι το θέατρο είχε χωρητικότητα 20.000 θεατών, πιθανόν το μεγαλύτερο της Ελλάδας.

Βρίσκεται στους πρόποδες της νοτιοανατολικής πλευράς του λόφου του κάστρου, σε σημείο που συνδεόταν με την αγορά, δέσποζε πάνω από την αρχαία πόλη και ήταν ορατό από τον Αργολικό κόλπο. Στο χώρο προϋπήρχαν διάσπαρτα μικρά ιερά, όπως αυτά των Διοσκούρων και του Διός Ευβουλέως, τα οποία δεν καταπατήθηκαν κατά την κατασκευή του μνημείου.

Το θέατρο οικοδομήθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.. Αντικατέστησε το παλαιότερο της πόλης, που βρισκόταν περίπου 100 μ. νοτιότερα και είχε κτιστεί τον 5ο αιώνα π.Χ.. Κατασκευάσθηκε πιθανόν για να φιλοξενήσει τους αγώνες μουσικής και δράματος των πανελλήνιων αγώνων των Νεμέων, που τότε μεταφέρθηκαν οριστικά στην πόλη του Άργους από το ιερό του Δία στην Νεμέα, ενώ περίπου την ίδια εποχή μεταφέρθηκαν στο Άργος και τα Ηραία.

Ο αρχαιότερος αγώνας των Νεμέων, που γνωρίζουμε ότι έλαβε μέρος στο θέατρο του Άργους, ήταν αυτός των κιθαρωδών το 205 π.Χ.. Στο μνημείο πραγματοποιούνταν επίσης πολιτικές συνεδριάσεις, όπως η Σύνοδος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, που γινόταν τακτικά κατά τον 2ο αιώνα π.Χ.

 

 

Στα Ρωμαϊκά χρόνια το μνημείο επαναδιαμορφώθηκε. Εδώ φιλοξενούνταν πλέον εορτασμοί όπως τα Σεβάστεια, τα Τίτεια, τα Τραιάνεια και τα Αντινόεια καθώς και θεάματα όπως κυνήγι θηρίων ή μονομαχίες, που είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή τόσο της ορχήστρας όσο και της σκηνής. Στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. το, κτισμένο με πλίνθους, σκηνικό οικοδόμημα επεκτάθηκε προς τα δυτικά, καλύπτοντας μέρος της ορχήστρας.

Το προσκήνιο μετατράπηκε σε διώροφο λογείο, επενδυμένο με μάρμαρο και στολισμένο με κορινθιακές κιονοστοιχίες, ψηφιδωτά και αγάλματα σε κόγχες. Για την προστασία των θεατών από τον ήλιο τοποθετήθηκε ένα ύφασμα πάνω από τμήμα του κοίλου και για την ασφάλειά τους κατά τα θεάματα, ένα δίχτυ μπροστά στην προεδρία, και τα δύο στηριγμένα σε εσοχές λαξευμένες στο βράχο.

Τον 3ο αιώνα μ.Χ. προστέθηκε μια εξέδρα με τρία μαρμάρινα καθίσματα για τους εξέχοντες θεατές, όπως τον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα ή τους οργανωτές των θεαμάτων, και τον 4ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάσθηκε στην ορχήστρα μια τεχνητή λίμνη για αθλοπαιδιές στο νερό και παραστάσεις ναυμαχιών. Το θέατρο εγκαταλείφθηκε οριστικά στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ.

Το τεράστιο κοίλο του θεάτρου είναι στο μεγαλύτερο μέρος του λαξευμένο στο βράχο και χωριζόταν με δύο διαζώματα σε τρία οριζόντια τμήματα και με κλίμακες σε τέσσερις κερκίδες, που αντιστοιχούσαν στις φυλές του Άργους. Η ορχήστρα ήταν επίσης στο μεγαλύτερο μέρος της λαξευμένη στο βράχο.

Αρχικά ήταν κυκλική και στο κέντρο της δημιουργήθηκαν δύο ανάγλυφες κατασκευές, ένας κύκλος και δύο εφαπτόμενες γραμμές για την καθοδήγηση των μετακινήσεων των χορών: κυκλικών στους διθυράμβους και ευθύγραμμων στις τραγωδίες και κωμωδίες. Η «Χαρώνεια Κλίμακα», ένας υπόγειος διάδρομος, ένωνε την ορχήστρα με τα αποδυτήρια και εξυπηρετούσε την εμφάνιση των νεκρών και των χθόνιων θεοτήτων κατά τις παραστάσεις.

 

 

Το σκηνικό οικοδόμημα στην αρχική του μορφή ήταν κτισμένο με καλά επεξεργασμένους ασβεστόλιθους. Περιλάμβανε το προσκήνιο, τη σκηνή πάνω από τα αποδυτήρια στο ισόγειο και μία στοά στην πρόσοψη με δωρική κιονοστοιχία. Το μνημείο παρέμεινε ορατό για αιώνες και σχεδόν όλοι οι περιηγητές το αναφέρουν στις αφηγήσεις τους, ενώ πολλοί το σχεδίασαν.

Η ανασκαφική έρευνα του θεάτρου πραγματοποιήθηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών κατά τα έτη 1890, 1930, 1954-56, 1981-82 και 1986-8, ενώ το 2004 ολοκληρώθηκε το έργο για τη στερέωση, αναστήλωση και αποκατάστασή του.

 

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Το εντυπωσιακό Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων χτίστηκε γύρω στο 356 π.Χ. από τον Φίλιππο Β’, Βασιλιά της Μακεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου της Ακρόπολης των Φιλίππων και απετέλεσε μέρος της μεταμόρφωσης των αρχαίων Κρηνίδων (τότε ονομασία των Φιλίππων) σε μεγάλη, σύγχρονη Μακεδονική πόλη. Τότε άλλωστε ήταν και η εποχή που ονομάστηκε η πόλη Φίλιπποι. Εξαιτίας των διαστάσεών του, κατατάσσεται στα μεγαλύτερα και εντυπωσιακότερα αρχαία θέατρα. Ωστόσο, δεν ήταν από την αρχή σε αυτή τη μορφή.

Με την Ρωμαϊκή αποίκηση, άλλαξε και το είδος των θεαμάτων και αυτό επέβαλε αλλαγή και στην αρχιτεκτονική του θεάτρου. Αφαιρέθηκαν μερικές σειρές και αυξήθηκε η διάμετρος της ορχήστρας. Συγχρόνως, στρώνονται μεγάλες πλάκες μαρμάρου στο δάπεδο και τοποθετείται ένα μαρμάρινο θωράκιο, που σκοπό έχει την προστασία των θεατών από τα άγρια θηρία!

Μεταγενέστερη, και τελευταία, διαρρύθμιση στο θέατρο έγινε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Τότε διαμορφώθηκε ο χώρος της ορχήστρας σε κυκλικός και φτιάχτηκε και υπόγειο πέρασμα για να φεύγουν τα θηρία. Σε εκείνη την εποχή ανήκουν και τα τρία ανάγλυφα που σκαλίστηκαν στις παραστάδες της εισόδου από τη δυτική πάροδο, της Νέμεσης, του Άρη και της Νίκης. Ιδιαίτερη σημασία βέβαια έχει και το γεγονός πως στο χώρο του Αρχαίου Θεάτρου Φιλίππων βρέθηκε και άγαλμα μούσας που μεταφέρθηκε αργότερα στο Λούβρο.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Δήλου

Το Θέατρο της Δήλου άρχισε να οικοδομείται λίγο μετά το 314 π.Χ. και ολοκληρώθηκε μετά από 70 χρόνια. Το κοίλον, το τμήμα για τους θεατές στηριζόταν σε έναν καλοχτισμένο μαρμάρινο αναλημματικό τοίχο. Χωρίζεται σε δύο διαζώματα με 26 και 17 βαθμίδες, στις οποίες μπορούσαν να καθίσουν 6.500 περίπου θεατές. Η πρόσβαση στο κοίλο γινόταν από τις παρόδους, δηλαδή δύο μεγάλες πύλες εκατέρωθεν της ορχήστρας, από δύο ακόμη εισόδους στο ύψος του διαδρόμου που χώριζε τα διαζώματα και από μία τελευταία στο κέντρο του ψηλότερου σημείου του θεάτρου.

Καλύτερα σώζονται τα καθίσματα της πρώτης σειράς, της προεδρίας, που προορίζονταν για τιμώμενα πρόσωπα και είναι τα μόνα καθίσματα με ερεισίνωτον, στήριγμα για την πλάτη. Η ημικυκλική ορχήστρα, το κεντρικό τμήμα του θεάτρου, έκλεινε με την σκηνή, ένα ορθογώνιο οικοδόμημα εξωτερικών διαστάσεων 15,26 Χ 6,64 μ. με τρεις εισόδους στην ανατολική όψη και μία ακόμη στη δυτική.

Μπροστά στη σκηνή υπήρχε το προσκήνιον, μία στοά ύψους 2,67 μ., με δωρικούς ημικίονες μεταξύ των οποίων τοποθετούσαν ζωγραφικούς πίνακες. Οι μετόπες του θριγκού του προσκηνίου ήταν διακοσμημένες με ανάγλυφους τρίποδες και βουκράνια. Αργότερα προστέθηκε στις άλλες τρεις πλευρές της σκηνής μία στοά, στο ίδιο ύψος με το προσκήνιο, με δωρικούς πεσσούς των οποίων σώζονται οι βάσεις. Ο χορός έπαιζε στην ημικυκλική ορχήστρα, ενώ οι ηθοποιοί έπαιζαν πάνω στο προσκήνιο.

Στα νοτιοδυτικά του θεάτρου σώζονται λείψανα βωμών και ιερών αφιερωμένων στην Άρτεμη-Εκάτη, στον Απόλλωνα, στον Διόνυσο, στον Ερμή και στον Πάνα. Εντυπωσιακή είναι η μεγάλη δεξαμενή του Θεάτρου, στην οποία συγκεντρωνόταν τα νερά της βροχής από το κοίλον, μέσα από ένα αγωγό στην περιφέρεια της ορχήστρας. Πάνω στην οροφή της, που στηριζόταν σε οκτώ ωραία τόξα από γρανίτη, υπήρχαν στόμια πηγαδιών απ’ όπου αντλούσαν το νερό.

Το Θέατρο άρχισε να ανασκάπτεται το 1882 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και δημοσιεύτηκε το 2007 Exploration Archéologique de Délos XLII, Ph. Fraisse – J.-Ch. Moretti, Le Théâtre. Στη διάρκεια των ανασκαφών μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη που εμπόδιζαν την συνέχιση της εργασίας μεταφέρονταν στην ορχήστρα, ή στα γύρω χωράφια, χωρίς καμιά καταγραφή ή τεκμηρίωση με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκονται διάσπαρτοι στη γύρω περιοχή εκατοντάδες αταύτιστοι δομικοί λίθοι του μνημείου.

 

 

Τόσο το κοίλο του Θεάτρου, όσο και το σκηνικό οικοδόμημα και η δεξαμενή του Θεάτρου σώζονται σε πολύ κακή κατάσταση και είναι αναγκαία η στερέωση και συντήρηση των μνημείων και η διαμόρφωση του χώρου έτσι ώστε να είναι δυνατή η επίσκεψη τους με ασφάλεια τόσο για τα μνημεία, όσο και για τους επισκέπτες.

Βασικές προϋποθέσεις οποιασδήποτε προσπάθειας στερέωσης, ή αναστύλωσης των μνημείων είναι:

 

1. Η μελέτη και ταύτιση του σωζόμενου διάσπαρτου δομικού υλικού.

2. Η εκπόνηση επιμέρους μελετών με πλήρη τεκμηρίωση για την δυνατότητα επανατοποθέτησης στην αρχική του θέση του σωζόμενου δομικού υλικού και την δυνατότητα στερέωσης – αναστύλωσης του αναλημματικού τοίχου του κοίλου, των εισόδων, των εδωλίων, του σκηνικού οικοδομήματος και της δεξαμενής.

 

Φωτογραφικό Υλικό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΕΣ :

 

(1) :

http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1999/07/25071999.pdf

(2) :

http://www.diazoma.gr/gr/Page_04-01_AT-041.asp

(3) :

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF_(%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE)

(4) :

http://grdiscover.blogspot.gr/2012/08/1.html

(5) :

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF

(6) :

http://grdiscover.blogspot.gr/2012/09/2.html

(7) :

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF

(8) :

http://grdiscover.blogspot.gr/2012/09/3.html

(9) :

http://www.apodimos.com/arthra/09/Jun/TO_ARXAIO_ELLHNIKO_THEATRO_ARXITEKTONIKH/index.html

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΜΕΡΟΣ Γ’)


ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ 

Η Αγία Σοφία αποτέλεσε έμπνευση του Κωνσταντίνου, όραμα του Ιουστινιανού και το σχέδιο δύο σημαντικότερων αρχιτεκτόνων της αυτοκρατορίας, του Ανθέμιου από τις Τράλλεις και του Ισίδωρου από τη Μίλητο.

Ο Ιουστινιανός ήθελε να δημιουργήσει ένα κτίσμα διαφορετικό και εντυπωσιακό που θα ξεπερνούσε τις τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής. Και τα κατάφερε.. Στην ίδια θέση που το 360 μ.Χ είχε ανεγερθεί ο πρώτος ναός, επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β’, ο Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ) έχτισε έναν νέο, πολύ μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο.

 

 

Το κέντρο της χριστιανικής πίστης και λατρείας είχε μεταφερθεί στη «Νέα Ιερουσαλήμ» όπως την αποκαλούσαν οι Βυζάντιοι. Η Μεγάλη Εκκλησία, ήταν από το 360 μέχρι το 1453 ορθόδοξος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης. Ο ναός χωρούσε 23.000 ανθρώπους, 525 ψάλτες, διακόνους και ιερείς.

Η Αγία Σοφία μπορεί να έμεινε όρθια για 15 ολόκληρους αιώνες αψηφώντας τους σεισμούς, όμως μπροστά στη στενή πολιορκία του τούρκου κατακτητή δεν άντεξε. Η τραγική ιστορία γράφεται το 1453. Η Πόλη πέφτει, παραδίδεται στο σουλτάνο Μωάμεθ το Β’ και στις 29 Μαίου του 1453 η Πόλη αλώθηκε.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ 

Θρύλοι και Παραδόσεις γύρω από την Άλωση της Πόλης

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί μέχρι το 1934. Σήμερα είναι μουσείο και έχει ανακηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Πόλη πέφτει και οι θρύλοι… αρχίζουν…

1) Το Χτίσιμο Της Αγίας Σοφίας (Θρακικός Θρύλος)

Υπάρχει ένας νεοεελληνικός θρύλος από την περιοχή της Θράκης που μας πληροφορεί για τον τρόπο που με τον οποίο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός βρήκε το σχέδιο για το χτίσιμο της Αγίας Σοφίας μετά το 530 π.χ. Ο θρύλος λοιπόν αυτός μας περιγράφει και μας εξηγεί ότι το σχέδιο για να κτισθεί η Αγία Σοφία, έγινε γνωστό στον αυτοκράτορα με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο απ΄αυτόν που μάθαμε από το μάθημα της Ιστορίας.
Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής αυτή η παράδοση γιατί δεν είναι γνωστή από άλλους τόπους παρά μόνο από τη Θράκη. Τη διηγιόντουσαν στη Βιζύη της Θράκης κατά τον 20 αιώνα, και εκεί, στην ιδιαίτερη στην ιδιαίτερη του πατρίδα την έμαθε μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Μάλιστα θέλοντας να σώσει από την λησμονιά αυτή την παράδοση-θρύλο την περιέγραψε έμμετρα μέσα στην ποιητική του συλλογή «Ατθίδες αύραι».

Ας δούμε λοιπόν τι λέει αυτός ο Θρακικός θρύλος.

«Ηταν ο καιρός που ο αυτοκράτορας στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγία Σοφία. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάνει ένα σχέδιο και ύστερα και άλλο και ύστερα και άλλα σχέδια, πώς να χτιστεί η μεγάλη εκκλησία . Κανένα όμως από αυτά τα σχέδια δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ηθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας κάθε μέρα προβληματιζόταν και πιο πολύ και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάξει.

Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο αυτοκράτορας να πάρει το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πάφτει κάτω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μια μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του αυτοκράτορα.Βγάζει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς ότι όσοι έχουνε μελίσσια να τ΄ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθεί το αντίδωρο.

Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του μελίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησία πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλοπρεπή, που δεν είχε όμοιά της σ΄ολόκληρη την Οικουμένη.Ολες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια μέσα κι έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Αγία Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ΄όλα της την εκκλησία, και επάνω στην Αγία Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά.

Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θαύμασε το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπιν και ο αυτοκράτορας και ήταν όλος χαρά. Το σχέδιο που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγία Σοφία!!!

2) Τα Μάρμαρα της Αγίας Σοφίας

Τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας έχουν τη δική τους ιστορία. Ο Ιουστινιανός θέλοντας να δημιουργήσει ένα κτίσμα που όμοιό του δεν θα υπήρχε στην οικουμένη, έστειλε εγκύκλιο σε όλους τους κυβερνήτες των επαρχιών να στείλουν τα ωραιότερα μάρμαρα από τα πιο φημισμένα λατομεία της αυτοκρατορίας. Όμως τα μάρμαρα αυτά δεν ξεχώριζαν μόνο για την εξωτερική τους εμφάνιση.

Ο θρύλος λέει ότι τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας προμηνύουν το μέλλον και κυρίως τις μεγάλες καταστροφές. Πολλοί επισκέπτες μαρτυρούν ότι βλέπουν ακόμα και σήμερα το μανιτάρι της ατομικής βόμβας πάνω στα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας ως ένδειξη των δεινών που έχει περάσει.

3) Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί.

 

Οι ώρες αναμονής τον «μαρμάρωσαν». Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

4) Ο πονοκέφαλος του Ιουστινιανού

Λέγεται ότι ο Ιουστινιανός υπέφερε από χρόνιες ημικρανίες. Τις νύχτες λοιπόν όταν τον έπιαναν αυτοί οι αφόρητοι πόνοι ερχόταν στην Αγία Σοφία. Οι γιατροί του παλατιού δεν μπορούσαν να βρουν θεραπεία και ο πονοκέφαλος δεν περνούσε με κανένα φάρμακο από αυτά που του έδιναν. Ερχόταν λοιπόν στην Αγία Σοφία και παρακαλούσε το Θεό να τον απαλλάξει από αυτό το μαρτύριο.

Ένα βράδυ ακούμπησε το κεφάλι του σε μία κολόνα την οποία πίστευαν ότι τη φυλάει ο Άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός. Μπροστά σε αυτή την κολόνα παρακάλεσε ο Ιουστινιανός να απαλλαχθεί από τον τρομερό πονοκέφαλο που είχε. Και το θαύμα έγινε.

 

Ο πονοκέφαλος πέρασε και για την ακρίβεια δεν τον ταλαιπώρησε ξανά. Όταν διαδόθηκε αυτό μέσα στο λαό, άρχισαν να έρχονται όλοι για να πιάσουν την κολόνα και συγχρόνως να κάνουν μία ευχή. Προσεύχονταν να εισακουστεί η προσευχή τους όπως ακριβώς εισακούστηκε του Ιουστινιανού.

5) Η «Μέλισσα» …Αρχιτέκτονας

Πρόκειται για τον πιο ποιητικό θρύλο και αφορά στο αρχιτεκτονικό σχέδιο της Μεγάλης Εκκλησίας. Σύμφωνα με το θρύλο το σχέδιο της Αγίας Σοφίας το έκανε ο Θεός με «όργανο» μία μέλισσα. Όταν ο Ιουστινιανός προέβαινε στο σχεδιασμό της εκκλησίας και μελετούσε τα σχέδια με τους αρχιτέκτονες, ο πρωτομάστορας του είχε υποβάλει διάφορα σχέδια κατασκευής τα οποία δεν τον ενθουσίαζαν. Για την ακρίβεια τον άφηναν παγερά αδιάφορο.

Κάποια στιγμή όμως συνέβη κάτι παράδοξο. Κοινωνούσαν μία μέρα σε μία καθιερωμένη λειτουργία και ο αυτοκράτορας πήγε να πάρει αντίδωρο από τα χέρια του Πατριάρχη. Όπως έπαιρνε όμως το αντίδωρο του έπεσε κάτω. Έσκυψε να το πάρει αλλά το αντίδωρο είχε εξαφανιστεί. Δεν το έβρισκε πουθενά. Και καθώς σηκωνόταν βλέπει μία μέλισσα να έχει πάρει το αντίδωρο στο κεντρί της, να πετάει μέσα στο ναό και να βγαίνει από το παράθυρο.

 

Ο Ιουστιανός παραξενεύτηκε πολύ από το γεγονός και έβαλε «θεούς και δαίμονες» να ψάξουν που έχει βάλει η μέλισσα το αντίδωρο. Μάλιστα ο βασιλιάς έδωσε εντολή να ανοίξουν όλοι οι μελισσοκόμοι τις κυψέλες τους και να βρουν το αντίδωρο με τη μέλισσα. Μετά από πολύ μεγάλη έρευνα ανακάλυψε ότι σε μια κυψέλη του πρωτομάστορα έχει μεταφερθεί το αντίδωρο και μάλιστα οι μέλισσες είχαν κατασκευάσει, σύμφωνα πάντα με το θρύλο, μία πλήρη μακέτα της εκλησίας που οραματιζόταν ο Ιουστιανός με όλες τις λεπτομέρειες ακόμα και την Αγία Τράπεζα. Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχε ακουμπήσει το αντίδωρο.

6) Ο Παπάς της Αγίας Σοφίας

Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, «ως δια μαγείας» η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε.


Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστοροι τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.

Ένας άλλος θρύλος αναφέρει :

Μια λαική παράδοση αναφέρει, ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίστηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Αγιο Βήμα που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο μαγικό.

 

Λέγεται ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία. Ενας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάκτυλα και αν βρεθεί κάποιος Ελληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει ( ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.

7) Η Αγία Τράπεζα

Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μ. Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια.


Η Αγία Τράπεζα την τελευταία ώρα που κατεκτήθη η Πόλη, λέγεται ότι την πήραν τη βάλανε σε ένα πλοίο για να την πάνε στη Φραγκιά. Έτσι θα την προφύλασσαν από τα τουρκικά χέρια. Και αυτό το πλοίο μεταβαίνοντας στην Προποντίδα βυθίστηκε. Στο σημείο που έχει βυθιστεί, όσοι καπετάνιοι είναι πιστοί μπορούν να τη δουν.

Μια άλλη εκδοχή λέει :

Την μέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σ΄ένα καράβι την Αγία Τράπεζα της Αγιας-Σοφιάς, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό οι ναυτικοί από τη γαλήνη, που είναι πάντα εκεί, και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.

8) Τα Δισκοπότηρα της Αγίας Σοφίας

Την ώρα που ακουγόταν έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! –οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαππας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωι εξομολογούσε. ΄Όπως βγήκε ψηλός , ηλιοκαμένος μ΄άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό ν α τρέμει, κιτρίνησε σαν το φλουρί. Κοντοστάθηκε, σφόγγισε τα δάκρυά του και προχώρησε στην εκκλησία. Ο νάος, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν ανναμμένα….

 

Ο πρωτόπαππας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό. Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ΄εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μ έσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαππας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. «Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε…

Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά. Ολόρθος ο πρωτόπαππας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε –ω φρίκη! – το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος. Αρχαία προφητεία έλεγε: «θα είναι Πανσέληνος. Εκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»…

 

Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Αγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.

Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαππα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε. Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός…

9) Οι Εικόνες που δεν Καταστρέφονταν

Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφία είχε καταφύγει πολύς λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν κοντά τους. Ο σωρός των πρωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα. Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή του στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι.

 

Όταν όμως οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη-γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε θαύμα! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι έκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν από το πρωτόγνωρο γι αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθειά τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγίας Σοφίας.

10) Τα Ψάρια του Καλογέρου ή τα Ψάρια του Μπαλουκλή

Ένας Κωνσταντινοπολίτης καλόγερος είχε ψαρέψει ψάρια σε ένα ποτάμι και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Πόλης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμά τους.

 

Λένε πως οι θρύλοι είναι τροφός για την ψυχή των υποδούλων. Είναι τα λυτρωτικά όνειρα που μας κρατάνε ζωντανούς και μας βοηθούν να αντέχουμε όλα τα δεινά.

Το 1919 η μικρασιατική καταστροφή έσβησε όλα τα λυτρωτικά όνειρα. Δεν υπήρχε χώρος πια ούτε για αυτά. Ο λαός ποτέ δεν θέλησε να πιστέψει ότι η απώλεια της Αγίας Σοφίας είναι τελεσίδικη. Και δεν ξέρουμε αν θα το πιστέψει, ή αν θα το αποδεχτεί και ποτέ.

Ο χώρος είναι μουσείο και τον επισκέπτονται άνθρωποι κάθε θρησκείας και κάθε χρώματος. Και αυτό είναι αναμφισβήτητα ένα πολιτιστικό επίτευγμα. Ίσως έτσι να επιβεβαιώνεται η φιλοδοξία του Ιουστινιανού που ήθελε ένα έργο με τεράστια απήχηση. Η Αγία Σοφία αποδεικνύει περίτρανα ότι η πίστη, η έμπνευση και η φιλοδοξία μπορούν να δημιουργήσουν αξεπέραστα οικοδομήματα.

11) Τα Μυστήρια της Αγιάς Σοφιάς και η Ανησυχία των Τούρκων

Aπό την πρώτη στιγμή που η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Οθωμανούς και ο Μωάμεθ ο Φατίχ εισήρθε καβάλα στο άσπρο άλογό του στην Αγία Σοφία, (όπου επί αρκετή ώρα, σύμφωνα με τουρκικές πηγές, έμεινε ακίνητος να κοιτάζει με έκσταση τον Παντοκράτορα στον τρούλο ενώ η εντυπωσιακή αυτή σκηνή έχει αποθανατιστεί και σε μια τουρκική ιστορική κινηματογραφική ταινία), ο μεγάλος αυτός ναός της Ορθοδοξίας έγινε το επίκεντρο διαφόρων μύθων και θρύλων που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους κατακτητές, προκαλώντας ένα έντονο δέος για το μεγαλούργημα αυτό της Ορθοδοξίας που τώρα το είχαν περικυκλώσει οι τέσσερις οθωμανικοί μιναρέδες.

 

Τα τελευταία χρόνια όμως ορισμένα γεγονότα με επίκεντρο την Αγία Σοφία και με αποκορύφωμα την απροσδόκητη εμφάνιση το καλοκαίρι του 2008 του Άγγελου στον Τρούλο, έχουν δημιουργήσει στους Τούρκους ένα έντονο κλίμα καχυποψίας και φόβου για τα μελλούμενα.

Παράλληλα επανήλθαν στην επιφάνεια όλοι εκείνοι οι θρύλοι που κατά καιρούς είχαν συγκλονίσει και είχαν προκαλέσει στους μουσουλμάνους μια χαρακτηριστική φοβία για την εκ νέου ανάδυση της ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας του ναού και τις κοσμογονικές συνέπειες αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος, παρά το ότι λειτουργούσε μέχρι το 1934 σαν μουσουλμανικό τέμενος.

Έτσι τον περασμένο Ιανουάριο, (20/1/2012), η μεγάλης κυκλοφορίας τουρκική εφημερίδα, Σαμπάχ, παρουσίασε ένα πραγματικά καταπληκτικό αφιέρωμα για τα «Μυστήρια της Αγίας Σοφίας», (Ayasofya’ nın gizlemleri), όπου αποτυπώνεται -με γλαφυρό τρόπο- αυτό το κλίμα φοβίας που έχει καταβάλει τελευταία τους Τούρκους, για τα όσα υπάρχουν κρυμμένα μέσα στον Ιερό Ναό και τα όσα προμηνύονται να συμβούν τα επόμενα χρόνια.

Το πρώτο σημαντικό στοιχείο από αυτό το αφιέρωμα, είναι μια αδιόρατη φοβία που διακρίνεται από τους Τούρκους στους κρυμμένους σταυρούς, συμβολικούς και μη, που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού, αλλά και στην κάτοψη όπως αυτή μπορεί κάποιος να την διακρίνει από ψηλά. Έτσι μεγάλο δέος παρατηρείται για τον λεγόμενο, (όπως τον αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Τούρκοι ), «Σταυρό του αποστόλου αγίου Ανδρέα», ο οποίος όπως είναι γνωστό είναι ο ιδρυτής της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Σύμφωνα λοιπόν με την Σαμπάχ, στην οροφή του ναού υπάρχει ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα σε διαγώνιο μορφή, ένα σημαντικό σύμβολο που όχι μόνο δεν χάθηκε στους αιώνες της οθωμανικής κατοχής αλλά δεσπόζει με όλη την συμβολική σημασία του. Παράλληλα και ο «Σταυρός του Ιουστινιανού» τρομάζει τους Τούρκους καθώς οι θρύλοι αναφέρουν για ένα πανάρχαιο κειμήλιο που βρίσκεται μυστικό στην Αγία Σοφία και μάλιστα προέρχεται από την Αίγυπτο και έχει τρομακτική δύναμη.

 

Γενικότερα η κατασκευή του μεγάλου αυτού ορθοδόξου αρχιτεκτονικού αριστουργήματος, σύμφωνα με τις ίδιες τις τουρκικές πηγές, βασίστηκε στο χριστιανικό σύμβολο του Σταυρού και το γεγονός αυτό εμπνέει το δέος αλλά και μια αδιόρατη φοβία για την μελλοντική επάνοδο της Αγίας Σοφίας στον φυσικό της κάτοχο, δηλαδή στην Ελληνορθόδοξη λατρεία.

Αλλά εκτός από τους σταυρούς, οι Τούρκοι αναφέρουν και άλλα μυστήρια και τρομακτικά για τους ίδιους που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού. Έτσι, όπως αναφέρει ο θρύλος, είναι γνωστό ότι μετά την μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος κτίστηκε το γνωστό Μιχράμπ, (το μουσουλμανικό σημείο της προσευχής), που εμφανίστηκε στην ανατολική πλευρά του ναού προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους μπροστά από το Μιχράμπ βρίσκεται θαμμένο ένα φέρετρο κατασκευασμένο από επίχρυσο μπρούντζο.

Στο φέρετρο αυτό κείτεται η σωρός της βασίλισσας Σοφίας, (προφανώς γίνεται ταύτιση με την αγία Σοφία). Αυτή η βασίλισσα Σοφία και το φέρετρό της συνδέεται, σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους, με μια «εντολή» που έχει περάσει δια μέσω των αιώνων μέχρι σήμερα. Η εντολή αυτή αναφέρει ότι δεν πρέπει κανένας να πειράξει αυτό το φέρετρο ούτε καν να το ακουμπήσει. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε, σύμφωνα με τον θρύλο αυτό, θα προκληθεί η «έγερση» της βασίλισσας Σοφίας και τότε ένας τρομακτικός θόρυβος θα τραντάξει όλο το οικοδόμημα του ναού προκαλώντας σεισμικά εσχατολογικά γεγονότα που τρομάζουν τους Τούρκους.

 

Αλλά ο θρύλος της βασίλισσας Σοφίας έχει και συνέχεια. Σύμφωνα λοιπόν με τις τουρκικές αναφορές, το φέρετρο αυτό προστατεύουν τέσσερις αρχάγγελοι που βρίσκονται πάνω στον Θόλο του ναού. Οι αρχάγγελοι αυτοί, όπως αναφέρουν και πιστεύουν οι Τούρκοι, είναι οι Τζεμπραΐλ, Μιχαήλ, Ισραφήλ και Αζραήλ.

Σύμφωνα πάντα με τους Τούρκους, ο Τζεμπραήλ προστατεύει τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, ο Μιχαήλ τον ναό από τις εχθρικές επιθέσεις, ενώ οι Τζεμπραήλ και Ισραφήλ ήταν οι αγγελιοφόροι των γεγονότων από τις πολεμικές επιχειρήσεις στους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Και οι τέσσερεις αυτοί αρχάγγελοι έχουν ταχτεί -μετά την πτώση της Πόλης- να προφυλάσσουν το φέρετρο της βασίλισσας Σοφίας από τον κίνδυνο κάποιος βέβηλος να το ανοίξει και να επέλθει η Δευτέρα Παρουσία.

Ένας άλλος σημαντικός μύθος που αναφέρουν οι μουσουλμάνοι είναι ο θρύλος του «Κρυμμένου Πατριάρχη» που μοιάζει με τον ελληνικό θρύλο για τον κρυμμένο παπά. Όπως αναφέρει η τουρκική παράδοση, στο νότιο μέρος του ναού υπάρχει ένας στενός διάδρομος που οδηγεί σε μια παμπάλαια αραχνιασμένη και πολύ μυστήρια πύλη για την οποία ο θρύλος την αναφέρει σαν την «Κλειστή Πύλη».

 

Σύμφωνα με τις τουρκικές αναφορές, όταν ο Μωάμεθ ο Φατίχ μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο τελευταίος ελληνορθόδοξος Πατριάρχης μαζί με τους συνοδούς του τελούσε στο σημείο αυτό Θεία Λειτουργία. Μόλις οι οθωμανικές ορδές εισέβαλαν στον ναό, ο Πατριάρχης και όλη η συνοδεία του εισήλθε μέσα στην πύλη αυτή η οποία έκλεισε και από τότε χάθηκαν ενώ η πύλη έμεινε ερμητικά κλειστή και κανένας δεν τόλμησε ποτέ να την ανοίξει. Κάθε χρόνο στην Ανάσταση των ορθόδοξων χριστιανών μπροστά από την πύλη αυτή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Σαμπάχ, εμφανίζονται…. κόκκινα αυγά!!!

Ο θρύλος συμπληρώνεται από την προφητεία που φοβίζει τους Τούρκους, ότι όταν η πύλη αυτή ανοίξει, στον ναό θα ακουστούν ξανά οι χριστιανικές ελληνορθόδοξες ψαλμωδίες γι’ αυτό και τρομάζουν και μόνο στην ιδέα του ανοίγματος αυτής της μυστήριας πύλης.

Η τουρκική εφημερίδα αναφέρει και το μυστήριο του υπογείου τούνελ που υπάρχει σε κεντρικό σημείο στο εσωτερικό του ναού.

Όπως αναφέρεται, από το σημείο αυτό υπάρχει μια δίοδος που οδηγεί σε ένα μεγάλο τούνελ. Το τούνελ αυτό, όπως υποστηρίζει η τουρκική εφημερίδα, οδηγεί μέχρι τα Πριγκηπόννησα και μάλιστα μέχρι την νήσο Πρώτη. Το μυστήριο για τους Τούρκους είναι το πώς κατασκευάστηκε αυτό το τούνελ και τι ρόλο έπαιξε στην μακρά ιστορία του ναού.

 

Μυστήριο για τους Τούρκους είναι και το μεγάλο αποτύπωμα από πέλμα κάποιου μεγάλου ζώου, ίσως ελέφαντα, που υπάρχει στην νοτιοδυτική πλευρά του θόλου ενώ και εδώ έχουν διαδοθεί κάποιες εσχατολογικές ιστορίες. Σύμφωνα με τους Τούρκους το αποτύπωμα αυτό είναι από το άλογο του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά το ερώτημα είναι πώς το άλογο πάτησε στο σημείο αυτό που βρίσκεται ψηλά προς τον θόλο.

Μεγάλο δέος δημιουργούν στους Τούρκους, όπως αναφέρει η Σαμπάχ και τα διάφορα μωσαϊκά που έχουν αναδυθεί με όλη την μεγαλοπρέπειά τους τις τελευταίες δεκαετίες μέσα στο ιερό ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, παρά του ότι η μουσουλμανική θρησκεία θεωρεί σαν αμάρτημα την απεικόνιση πρόσωπων που σχετίζονται με θρησκευτικά γεγονότα.

Ιδιαίτερο δέος τους προκαλεί το γνωστό μωσαϊκό που απεικονίζει τον Ιησού έχοντας την Παναγία και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στα δεξιά και αριστερά Του. Οι Τούρκοι το έχουν ονομάσει χαρακτηριστικά το «Μωσαϊκό της Αποκάλυψης» και ο συμβολισμός αυτός ανάγει στην εσχατολογική σημασία του που είναι έντονη στους μουσουλμάνους Τούρκους.

Επίσης ξεχωριστή αναφορά γίνεται και για τα μωσαϊκά που αναπαριστάνε γνωστούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, όπως τον Ιωάννη τον Κομνηνό με τον Ιησού Χριστό και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μονομάχο με την αυτοκράτειρα Ζωή. Όλες αυτές οι απεικονίσεις προκαλούν έντονο δέος, καθώς όλη αυτή η ελληνορθόδοξη χριστιανική μεγαλοπρέπεια και η εσωτερική δύναμη που αναδύουν αυτά τα ψηφιδωτά, έχουν γεννήσει διάφορους θρύλους για τους εσχατολογικούς τους συμβολισμούς.

 

Οι συμβολισμοί αυτοί σχετίζονται με τις Τουρκικές φοβίες για την επάνοδο στην επιφάνεια και στην εξουσία της αγίας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ευλογία του ίδιου του Ιησού Χριστού.

12) Τα Μυστήρια

Αν κάποια εκκλησιά είχε λόγους να συμβολίζει τον κόσμο.αυτή ήταν η Αγία Σοφία.Συνδέονταν με το παλάτι του αρχηγού του Βυζαντινού κράτους.Θα αναφερθώ στην σημασία της καινοτομίας του τρούλου που έχει μια μυστική κοσμολογική σημασία που προήλθε από τον ταφικό συμβολισμό των Ρωμαίων και διάφορες δοξασίες του Ιράν και της Ινδίας. Στον τρούλο της Αγίας Σοφίας υπάρχουν τα σχήματα σφαίρας και κύβου.Στα αρχαία Ελληνικά μυστήρια η σφαίρα συμβόλιζε τον Ουρανό και με τα λεγόμενα του Πλάτωνα ο κύβος είναι η γεωμετρική αναπαράσταση της Γης. Πολλά τα ενδιαφέροντα σημεία μέσα στον Ναό όμως θα σταθούμε σε δύο από τα πιο ασυνήθιστα και πιο αγνοημένα τον Ομφαλό και την Δακρύζουσα Κολώνα.

 

 

Ο Ομφαλός θεωρείτο το ιερότερο σημείο του ναού που γινόταν η στέψη του Αυτοκράτορα.

Η Δακρύζουσα Κολώνα είναι ένας τετράγωνος μαρμάρινος κίονας στην ΒΔ γωνία, ο οποίος ιδρώνει εδώ και πολλούς αιώνες. Το μέταλλο με το οποίο είναι επενδεδυμένος, έχει λειανθεί από τα χέρια των τουριστών, όλοι ακουμπούν και θαυμάζουν το περίεργο αυτό συμβάν.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

Ότι είναι ο Παρθενώνας για τους Αρχαίους Έλληνες, είναι και η Αγία Σοφία για το Βυζάντιο και για τον Ελληνισμό. Υπήρξαν φορές που οι Έλληνες ξεχνούσαν τον Παρθενώνα, ποτέ όμως την Αγία Σοφία. Πάντα είχαν και έχουν κάτι στο στόμα και στην ψυχή τους γι’ αυτήν, όχι μόνο Έλληνες, αλλά και Σλάβοι. Οι σημερινοί, αλλά περισσότερο οι πιο παλιοί Έλληνες, μεγάλωσαν ακούγοντας για παραμύθια τα μυστήρια και τους θρύλους της Αγίας Σοφίας. Ένας από τους ισχυρότερους είναι ότι θα ξαναγίνει δικιά μας(πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘σαι). Πολλές γενιές ανατράφηκαν μ’ αυτό το όνειρο.


Τι είναι όμως εκκλησιαστική παράδοση και τι θέση έχει η Αγία Σοφία σ’ αυτήν; Εκκλησιαστική παράδοση είναι η συνεχιζόμενη πορεία της εκκλησίας και τα σημαντικά γεγονότα που σημαδεύουν τη ζωή της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία και η πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη, ήταν η πρωτεύουσα όλου του τότε γνωστού κόσμου (οικουμενική πρωτεύουσα) και κέντρο όλης της ζωής της είχε την Αγία Σοφία ή αλλιώς, λόγω του μεγέθους της την Μεγάλη Εκκλησία. Γιατί είχε κέντρο την Αγία Σοφία; Επειδή το κράτος θεωρούνταν το κράτος του Χριστού, έτσι το ήθελαν αυτοκράτορες και λαός. Ήταν και η κατασκευή της τέτοια, που προσέλκυε όλους τους ανθρώπους, άρχοντες και απλό λαό. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι μεγάλο και τρανό που να σημαδέψει την αυτοκρατορία, και να μην τελεσθεί με εκκλησιαστικό τρόπο στην Αγία Σοφία.

Από τους χρόνους του Μέγα Κωνσταντίνου που πρώτος έχτισε το ναό αφιερωμένο στη σοφία του Θεού, οι διάδοχοί του τον ξαναέχτισαν, τον μεγάλωσαν, τον στόλισαν και τελικά ο Ιουστινιανός τον μετέβαλε σ’ ένα αρχιτεκτονικό θαύμα των αιώνων. Ήταν λοιπόν φυσιολογικό να επηρεάσει και να σημαδεύει τη ζωή της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, στο μεγαλείο της αυτοκρατορίας, άρμοζε ένας τέτοιος ναός.

Όλες οι κρατικές μεγάλες τελετές γινόταν στην Αγία Σοφία :

α) Στέψη Αυτοκρατόρων

β) Βάφτιση Πορφυρογέννητων

γ) Γάμοι Αυτοκρατόρων

δ) Κηδείες των ίδιων προσώπων

ε) Χειροτονίες Πατριαρχών

στ) Υποδοχές Αρχηγών Ορθοδόξων Κρατών και Αρχηγών Ορθοδόξων Εκκλησιών 


Δοξολογίες και επίσημες προς τον Θεό ευχαριστίες και άλλες άπειρες πατριαρχικές και αυτοκρατορικές γιορτές. Στην Αγία Σοφία υπήρχε ειδική εξέδρα(θρόνος), όπου στεκόταν ο αυτοκράτορας. Η χορωδία της έψαλλε ειδικό ύμνο προς τιμήν του, τον πολυχρονισμό και το ‘Τον Δεσπότην’. Αυτό είναι εκκλησιαστική παράδοση και μια συνήθεια που την τηρούσαν απόλυτα οι άνθρωποι της τάξης. Αυτό ονομάζεται και πατριαρχική τάξη(αφού πατριαρχικός ναός ήταν Αγία Σοφία). Να μην ξεχάσω να σημειώσω ότι η Αγία Σοφία ήταν ναός του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως σήμερα είναι ο Άγιος Γεώργιος στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.

Ότι γινόταν εκεί, όπως γινόταν, ότι λεγόταν και όπως λεγόταν, ότι ψάλλονταν και ότι ψάλλονταν, όλα αυτά, από τα μικρότερα έως τα μεγαλύτερα, αντιγράφονταν απ’ όλο τον κόσμο και γινόταν ακριβώς τα ίδια. Όχι μόνο μέσα στην αυτοκρατορία, αλλά και έξω απ’ αυτή. Π.Χ. την τελετή στέψης του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία, την πήραν, την αντέγραψαν οι Ευρωπαίοι Βασιλιάδες, μα και οι Σλάβοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρώσοι. Όπως τελούνταν η Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία, έτσι γίνεται και τώρα σ’ όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες στη γη. Αν μπούμε μέσα σε μια Βουλγαρική εκκλησία, θα εκπλαγούμε: όλα γίνονται όπως σ’ εμάς, που κι εμείς τα κάνουμε όπως γινόταν στην Αγία Σοφία. Μόνο η γλώσσα αλλάζει. Το ίδιο και η μουσική.

 

Το μεγαλύτερο και εκπληκτικότερο είναι ότι όπου υπάρχουν Χριστιανοί, θα δούμε αντίγραφα της Αγίας Σοφίας: στο Κίεβο, στην Αχρίδα, στη Θεσσαλονίκη, στη Βοιωτία, στην Αθήνα, στη Ρουμανία, στη Σερβία αλλά και σε σύγχρονα κράτη που οι Χριστιανοί τους έχουν καύχημα μια δικιά τους Αγία Σοφία. Όλα αυτά είναι εκκλησιαστική παράδοση και οι πηγές της βρίσκονται στην Αγία Σοφία. Και αυτό μέχρι σήμερα. Να τι θα πει εκκλησιαστική παράδοση. Είναι αυτό που λένε οι ιερείς μας’’ έτσι το βρήκαμε και έτσι το τηρούμε. Έτσι λέει η πατριαρχική τάξη’’, δηλαδή η τάξη της Αγίας Σοφίας.

Ένα άλλο είδος εκκλησιαστικής παράδοσης είναι οι θρύλοι που γεννήθηκαν μετά την άλωση της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους. Θα γράψω έναν από αυτούς που έχουν σχέση με το ναό. Είναι ο θρύλος που μιλά για τη λειτουργία που διακόπηκε όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άγγελος Κυρίου διέκοψε τη λειτουργία, οδήγησε τους ιερείς πίσω από ένα παραπόρτι, ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΥ, και η πορτίτσα ως εκ θαύματος έκλεισε. Πίσω από εκεί περιμένουν οι ιερείς να έρθει η ευλογημένη στιγμή που με εντολή του Θεού θα τους ξυπνήσει για να αποτελειώσουν την μισοαφημένη λειτουργία .

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Τούρκοι δύτες και σπηλαιολόγοι μπήκαν στα έγκατα της Αγίας Σοφίας, κινηματογραφώντας μυστικά αιώνων.

Εντυπωσιακές σκηνές με δύτες και σπηλαιολόγους να βρίσκονται στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και να εισέρχονται στα έγκατά της, μπορεί κανείς να αντικρύσει σε τουρκικό ντοκιμαντέρ του οποίου τα γυρίσματα μόλις ολοκληρώθηκαν.

«Τα υπόγεια μέρη της Αγίας Σοφίας είναι ακόμη πιο συναρπαστικά από το επίγειο κομμάτι της», είπε εντυπωσιασμένος στην εφημερίδα «Χουριέτ» ο Τούρκος σκηνοθέτης Γκιοκσέλ Γκιουένσεϊ που πραγματοποίησε ένα ταξίδι διαφορετικό από τα άλλα. Ένα ταξίδι στις υπόγειες στοές και στέρνες της Αγίας Σοφίας που είναι δαιδαλώδεις και ανεξερεύνητες.

Κρύβουν ακόμη μεγάλες εκπλήξεις, όπως έδειξε η τυχαία ανεύρεση, κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, θαλάμου με δύο τάφους μεγάλης σημασίας για τους ορθόδοξους χριστιανούς: ο ένας εικάζεται ότι είναι του 15ου αιώνα και ανήκει στον Πατριάρχη Αθανάσιο, ο άλλος είναι ακόμη παλιότερος, κατά δύο αιώνες, και θεωρείται ότι ανήκει στον αγιοποιηθέντα παίδα Αντινέγενο.

«Ξέραμε ότι υπήρχαν και τους ψάχναμε, αλλά δεν τους βρίσκαμε», είπε ο Γκιουένσεϊ, ο Τούρκος σκηνοθέτης αποφάσισε να μη σταματήσει εκεί: «Ήθελα να αποκαλύψω τις στοές και τις στέρνες.

Είναι η πρώτη φορά που κατεβαίνει άνθρωπος στις συγκεκριμένες στοές. Την κάθοδο επιχείρησαν, μέσα από στόμιο μικρής διαμέτρου, ένας κάμεραμαν και ένας δύτης-φωτογράφος.

Το άνοιγμα ήταν τόσο στενό που δεν μπορούσε να περάσει ο σωλήνας του δύτη και χρειάστηκε αργότερα να του παρέχουν οξυγόνο από μεγάλη απόσταση. «Είναι σαν να βυθίζεσαι στην Ιστορία», είπε συγκινημένος ο δύτης Οζάν Τσοκντεγιέρ, που διήνυσε 283 μέτρα μέσα σε στοές.


Όταν κατέβηκε σε βάθος 12 μέτρων, αντίκρυσε δύο μεγάλα ρόπαλα σε πολύ καλή κατάσταση, αλλά μόλις τα άγγιξε έγιναν σκόνη.

Το ίδιο συνέβη με ένα δοχείο. Γι΄ αυτό και προτίμησε, όταν επεσήμανε και έναν σκελετό ζώου, να μην τον πειράξει για να μην του κάνει ζημιά. «Σε ένα σημείο βρήκαμε και μία αλυσίδα την οποία ακολουθήσαμε και οδηγούσε σε έναν τοίχο με δύο κρίκους. Εκεί πρέπει να φυλάκιζαν τους ανεπιθύμητους», είπε.

Την παρακινδυνευμένη κάθοδο επέτρεψε- αλλά μόνο για οκτώ ώρες- και επέβλεψε προσωπικά ο αρχαιολόγος Χαλούκ Τουρσούν, πρόεδρος του Ιδρύματος Μουσείου Αγίας Σοφίας.

Στο παρελθόν έχουν γίνει σκέψεις εξερεύνησης των υπόγειων στοών ακόμη και από ξένους αρχαιολόγους, κανείς όμως δεν παίρνει αυτό το ρίσκο λόγω της πιθανότητας υπόσκαψης των θεμελίων της Αγίας Σοφίας.

Νερό που δεν στερεύει ποτέ 

Κάτω από την Αγία Σοφία υπάρχουν δύο στοές με νερό που οπωσδήποτε συνδέονται με το Βυζαντινό Υδραγωγείο, το οποίο βρίσκεται κοντά στον ναό. Το 1945 είχε γίνει μια προσπάθεια να αντληθεί το νερό, αλλά αυτό δεν στέρευε ποτέ, γεγονός που υποχρέωσε τη διακοπή των εργασιών.


Οι δύτες πιστεύουν, από αυτά που αντίκρυσαν, ότι επαλήθευσαν κάποιες εικασίες: ότι η Αγία Σοφία συνδεόταν υπόγεια με το παλάτι του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και βέβαια με το Βυζαντινό Υδραγωγείο.

Θρύλοι αναφέρουν ότι οι Οθωμανοί επεξέτειναν τις στοές ώστε να μπορούν μέσω αυτών να πηγαίνουν οι Σουλτάνοι στην Αγία Σοφία, που είχαν μετατρέψει σε τζαμί, για να προσευχηθούν.

Κάποιοι ακόμη πιο ευφάνταστοι πιστεύουν ότι οι στοές μπορεί να οδηγούν ακόμη και στα Πριγκιπόνησα, κάτι που θα σήμαινε ότι περνούν κάτω από τη Θάλασσα του Μαρμαρά!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Η είσοδος της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στα δυτικά, μία πόρτα οδηγεί στον εξωνάρθηκα. Από εκεί, πέντε πόρτες μας οδηγούν στο νάρθηκα. Αξιοσημείωτα είναι τα χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους. Από το νάρθηκα (11×60μ.), περνάμε στον κυρίως ναό, από εννέα πόρτες, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες είναι αυτοκρατορικές και έχουν από πάνω ψηφιδωτό, του 9ου αιώνα. Διακρίνεται ο Ιησούς, καθισμένος σε θρόνο, να ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, στα γόνατα του.

 

Η Παρθένος και ο άγγελος Γαβριήλ αναπαρίστανται μέσα σε δύο κύκλους, ενώ ο Λέων ο 6ος (886 – 912) είναι μπροστά Του γονατιστός. Η επιφάνεια της εκκλησίας μαζί με το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, είναι 7.570μ2. Είναι η τέταρτη σε μέγεθος στον κόσμο. Όχι εντελώς ημισφαιρικός ο κεντρικός τρούλος που κυριαρχεί στο εσωτερικό, έχει 55.60 μέτρα ύψος και διάμετρο μεταξύ 30.80μ. με 31.88μ. Ακουμπά σε τέσσερις γιγάντιους πεσσούς, που τους λένε «πόδια του ελέφαντα». Το μεσοδιάστημα καλύπτεται από τέσσερα λοφία. Το τύμπανο του τρούλου φέρει 40 παράθυρα, που φωτίζουν το κεντρικό κλίτος. Έργα του 10ου αιώνα θεωρούνται τα Χερουβείμ που κοσμούν τα τέσσερα λοφία και είναι τα μοναδικά βυζαντινά έργα που έχουν διασωθεί από τον τρούλο. Μέσα στην Κόγχη, το ψηφιδωτό παριστά την Παρθένο σ’ ένα θρόνο να κρατά στα γόνατα τον Ιησού, σύμβολο ιδεώδους κάλλους. Χρονολογείται από τον 9ο αιώνα.

Πάνω στο βορεινό τοίχο, υπάρχουν τα ψηφιδωτά τριών αγίων που βρίσκονται μέσα στις θολωτές κόγχες, σε θέση μετωπική με χρυσό φόντο. Είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης – Χρυσόστομος, ο επίσκοπος Ατταλείας Ιγνάτιος και ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος. Μέσα στο βόρειο κλίτος βρίσκεται η περίφημη μαρμάρινη κολόνα που ιδρώνει. Υγραίνεται από μία στέρνα που υπάρχει εκεί από κάτω. Αν βάλουμε το δάχτυλο μας σ’ ένα βαθούλωμα σκαμμένο στην κολόνα, που είναι στο τμήμα αυτό καλυμμένη από μπρούντζινες προστατευτικές πλάκες, θα αισθανθούμε υγρασία. Από τα βυζαντινά χρόνια, είχε θεωρηθεί θαυματουργή.

 

Στο νότιο τμήμα του κεντρικού κλίτους, φαίνεται στο δάπεδο ένα μέρος μωσαϊκού από διαφόρων χρωμάτων μάρμαρα, που θεωρείται ως ο βυζαντινός Ομφαλός (ή κέντρο του κόσμου), όπου εκεί γινόταν η τελετή της στέψεως των Αυτοκρατόρων. Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερικά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας. Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή.

Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας. Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά. Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 – 1054). Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118 – 1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας.

 

Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώ μπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθένο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη. Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν Ελληνιστικό ναό στην Ταρσό. Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επίσης συμβολικά, την Αγία Σοφία.

Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυσό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

Η Αγία Σοφία είναι ένα μνημείο συνδεδεμένο με τους λαϊκούς θρύλους που προέκυψαν μετά την άλωση της πόλης.

Ο λαός ποτέ δεν θέλησε να πιστέψει ότι η απώλεια της Αγίας Σοφίας ήταν τελεσίδικη. Τραγούδια αφηγήσεις παραδόσεις δημιούργησαν ένα θρύλο γύρω από τον Ναό της Αγίας Σοφίας.


Ένας θρύλος που θέλει τον Ναό να περνά και πάλι στα χέρια των ορθόδοξων αρκετοί μύθοι πολλά τραγούδια κρατούν την ελπίδα ζωντανή.

Το γνωστό τραγούδι της Αγίας- Σοφίας μιλά για την κρίσιμη στιγμή που ο Ναός περνά στα χέρια των Τούρκων την τελευταία του στροφή όμως η ελπίδα μένει ζωντανή.

»Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολύ δακρύζεις πάλι με χρόνους με καιρούς δικιά μας θα’ναι.»

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Της Αγιάς Σοφιάς

(Δημοτικό τραγούδι)

 

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,

κι’ απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις.

Να μπούνε ‘ς το χερουβικό και νά βγη ο βασιλέας,

φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι’ άπ’ αρχαγγέλου στόμα.

«Πάψετε το χερουβικό κι’ ας χαμηλώσουν τ’ άγια,

παπάδες πάρτε τα γιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,

γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.

Μόν στείλτε λόγο ‘ς τη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια,

το ‘να να πάρη το σταυρό και τάλλο το βαγγέλιο,

το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,

μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν».

Η Δέσποινα ταράχτηκε, κ’ εδάκρυσαν οι εικόνες.

«Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,

πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά σας είναι.»

 

 

Μαρμαρωμένε Βασιλιά

(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)

 

Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,

το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,

και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,

εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

 

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,

θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.

Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

 

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,

ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,

κι εσφάλισε – οϊμένανε! – για πάντ’ αυτό το στόμα,

που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο,

 

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.

Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα

θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,

ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

 

 

Ο Τελευταίος Παλαιολόγος 

(Γεώργιος Βιζυηνός 1882)

 

– Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα

ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,

σαν παραμύθι τάχα;

– Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,

Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι

σαν νάταν χθες μονάχα.

– Απέθανε, γιαγιά;

– Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.

– Και τώρα πια δεν ημπορεί

γιαγιάκα να ξυπνήση;

– Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς,

σηκώνει το κεφάλι,

και βλεπ’ αν ήρθεν η στιγμή,

πόχει ο Θεός ορίσει.

– Πότε, γιαγιά μου, πότε;

– Οταν τρανέψης, γιόκα μου,

να αρματωθείς, και κάμης,

τον όρκο στην Ελευθεριά,

συ κι όλη η νεολαία,

θα σώσετε την χώρα.

Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί

τον Τούρκο να χτυπήση.

Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα

πίσω στην κόκκινη μηλιά,

και πίσω από τον ήλιο,

που πια να μη γυρίση!

 

 

Ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως

 

«Καράβιν πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» 

«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κ’ εκ το βαρύν το σκότος,

ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·

από την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.

Εγώ γομάρι δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω

κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα:

Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην

απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν».

 

Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως

 

Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη

της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,

της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,

έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν,

και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, 

δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα

δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν. 

με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας·

[. . .] 

να πάτε όλοι κατ’ εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων, 

και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε,

τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε,

την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε.

[. . .] 

ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού ‘χες,

και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα,

σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης.

 

 

Θεόφιλος Παλαιολόγος

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης)

 

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών

αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι’ αλλοίμονον 

τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη

ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος

λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

 

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο

πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι

(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)

η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

 

Πάρθεν

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

 

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης

«Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,

«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,

ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια

«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»

πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

 

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα

και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

 

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»

με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον

κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι

επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν

«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,

και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

 

«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.

Ν’ αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

 

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

(Οδυσσέα Ελύτη)

 

Ι

 

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες

στη λύπη του

 

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρ-

δος Παραδείσου Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον

είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ – κάποτε τα στραβά δόντια του άσπρι-

ζαν παράξενα

 

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώ-

πους κι έβγανε απ’ όλους Έναν που του χαμογελούσε τον

Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε

 

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλί-

σουν μέσα της όλα τα δελφίνια Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο

Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει

 

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν

και να φεύγουν Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυ-

μίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερ-

ξε να του σταθεί

 

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

 

 

II

 

Θεέ μου και τώρα τι Που ‘χε με χίλιους να παλέψει χώρια με τη

μοναξιά του ποιος αυτός που ‘ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολά-

κερης της γης να ξεδιψάσει τι

 

Που όλα του τα ‘χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το

τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσή-

μερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδη-

χτό βαρκάκι.

 

Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κορι-

τσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του

φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη

θάλασσα…)

 

Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις

του οι πιστές που ‘σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μες στο

χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

 

Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες

μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

 

«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε

μες στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

 

Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα

να τον κυριε

 

 

III

 

Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγο-

ρα οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατα-

κόκκινες απ’ τα γεράνια

 

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κά-

θε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας

γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα

 

Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα

φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών

σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια

 

Του ‘φερναν Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη κα-

ταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία

και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεο-

μήτορες επιτιμούσανε

 

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα

μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα

 

Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος

 

Αυτός

ο Tελευταίος Έλληνας!

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

 

 

 

 

 

(ΜΕΡΟΣ Γ’)
* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α’ – ΜΕΡΟΣ Β’



ΠΗΓΕΣ :

 

(1)

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B3%CE%AF%CE%B1_%CE%A3%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1_%28%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%29

(2)

http://www.megarevma.net/AgiaSophia.htm

(3)

http://miraclesofagiasofia.blogspot.gr/p/blog-page_9988.html

(4)

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=177576

(5)

http://eistinpolin.wordpress.com/2009/07/26/angel/

(6)

http://ptolemaidalive.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1256.html

(7)

http://www.apocalypsejohn.com/2012/11/agia-sofia-mystrey.html

(8)

http://skotinoprosopo.blogspot.gr/2012/09/2.html

(9)

http://www.agiasofia.com/greek/greek9.html

(10)

http://biblicalpaths.wordpress.com/2009/07/25/hagia-sophia-mosaic-face-of-an-angel-uncovered/

 

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΜΕΡΟΣ Β’)


ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ »ΘΑΥΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ»

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ 

Ο ναός είναι κτισμένος σε αρχιτεκτονικό ρυθμό Βασιλικής με Τρούλο. Ο κυρίως χώρος του κτίσματος έχει σχήμα περίπου κύβου. Τέσσερις τεράστιοι πεσσοί, (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι), που απέχουν μεταξύ τους ο ένας από τον άλλο 30 μ., στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο τρούλος, με διάμετρο 31 μέτρων. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του (ο σύγχρονος ιστορικός Προκόπιος λέει: …δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα κομμάτι ουρανού που κρέμεται στη γη…).

Γενικά ο ναός είναι ορθογώνιο οικοδόμημα μήκους 78,16 μ. και πλάτους 71,82 μ. κτισμένο στη ΝΔ. πλευρά του πρώτου λόφου της Πόλης με κατεύθυνση ΝΑ. Περιβάλλεται από δύο αυλές την βόρεια και την δυτική καλούμενη και αίθριο. Συνορεύει Ν με τα Πατριαρχικά κτίρια τα οποία συνδέονταν με το Αυγουσταίο, τη μεγάλη δηλαδή πλατεία που βρισκόταν το λαμπρό από πορφυρό μάρμαρο άγαλμα της Αυγούστας Ελένης. Εσωτερικά ο Ναός διαιρείται από δύο κιονοστοιχίες εξαρτώμενες από τους πεσσούς σε τρία κλίτη. Ο όλος Ναός αποτελείται από τα εξής μέρη:

Το Αίθριο

Υπαίθρια μαρμαρόστρωτη και περίστυλη αυλή στο μέσον της οποίας ήταν η «κομψή φιάλη» η μαρμάρινη κρήνη που έφερε την ονομαστή καρκινική επιγραφή 

«ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ»

Στο αίθριο επίσης φέρονται κάποια ίχνη οικοδομήματος.

O Έξω και o Κυρίως Νάρθηκας

Πέντε πύλες από το αίθριο οδηγούν στον έξω νάρθηκα και από αυτόν άλλες πέντε πύλες οδηγούν στον εσωτερικό νάρθηκα, από τις οποίες η μεσαία πύλη λέγεται και Μεγάλη ή Ωραία Πύλη. Από τον έσω νάρθηκα εννέα πύλες, τρεις ανά κλίτος οδηγούν στον κυρίως Ναό. Οι τρεις μεσαίες εξ αυτών καλούνται Βασιλικές πύλες επειδή εξ αυτών εισήρχετο ο Αυτοκράτορας στις επίσημες τελετές. 

Και οι δύο νάρθηκες καταλαμβάνουν περίπου το ίδιο πλάτος του Ναού με μικρό μήκος εισόδου ο καθένας. Εκατέρωθεν του νάρθηκα διασώζονται προσαρτήματα μεγάλης ιστορικής σημασίας. Το προς Ν. εκαλείτο Προπύλαιο του Νάρθηκα ή Ωραία Πύλη που από τον 10ο αιώνα ήταν η κύρια είσοδος στον Ναό. Δεξιά αυτού του προπυλαίου ήταν το αποδυτήριον (μητατώριον) όπου ο Αυτοκράτορας κατά την είσοδό του άλλαζε το τζιτζάκιο και φορούσε το Σαγίο. Πάνω από τον έσω νάρθηκα είναι ο Γυναικωνίτης, εξ ου και το όνομα «νάρθηξ γυναικωνίτιδος» η είσοδος στον οποίο οδηγούσε άλλο προαύλιο της Β. πλευράς (στο σχέδιο κάτω πλευράς).

Ο Κύριος Ναός

Η είσοδος στον κυρίως Ναό, όπως προαναφέρθηκε, ήταν οι τρεις Βασιλικές πύλες και οι έξι, ανά τρεις εκατέρωθεν, του έσω νάρθηκα. Ο κυρίως Ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη (στοές θα λέγαμε σήμερα), των οποίων το μεσαίο είναι διπλάσιου πλάτους των εκατέρωθεν. Το εσωτερικό σχέδιο είναι απλούν. Τέσσερις πεσσοί, κτιστοί στύλοι, συνδέονται μεταξύ τους με υπερώα τόξα στα οποία και φέρονται επιθόλια τόξα συναποτελώντας έτσι μια περιμετρική βάση επί της οποίας και εδράζει ο τεράστιος θόλος. 

Η περιμετρική βάση φέρει πλήθος στυλιδίων υπό μορφή παραθύρων από τα οποία και ολόκληρος ο Ναός καταυγάζεται από το φως. Η όλη κατασκευή παρουσιάζει πράγματι την εντύπωση μια αρμονίας φωτός και αρχιτεκτονικής. Τα 100 αυτά παράθυρα, 40 επί της στεφάνης του θόλου και τα υπόλοιπα στα ημιθόλια,τις κόγχες και τους τοίχους προσδίδουν την εικόνα της ανακρέμασης του θόλου από τον ουρανό, οι δε ακτίνες του Ήλιου που εισέρχονται στο χώρο δίνουν την εντύπωση να άγονται από τους ουρανούς. 

Γενικά τα τόξα, τα ημιθόλια και ο εκπληκτικός θόλος στηρίζονται στους τέσσερις πεσσούς οι λίθοι των οποίων φέρονται στερεωμένοι με χυτό μόλυβδο και σιδερένιους μοχλούς. Στη δε κατασκευή του θόλου έχουν χρησιμοποιηθεί ελαφρόπετρες από τη Ρόδο που φέρουν την επιγραφή «Μεγάλης Εκκλησίας του Κωνσταντίνου». Εξωτερικά και επί της κορυφής του θόλου φερόταν ο μέγας «ερυσίπτολις σταυρός» (= έρεισμα της πόλης), που έχει αντικατασταθεί με την ημισέληνο. Μετά τη μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος προστέθηκαν τέσσερις μιναρέδες.

Ο Τρούλος – Θόλος 

Ο θόλος δεσπόζει επί του μέσου κλίτους. Στηρίζεται σε τέσσερις κεντρικούς μεγάλους πεσσούς, συνδεόμενοι μεταξύ τους σε τόξο, σχηματίζοντας νοητό τετράγωνο ενώ αφήνονται τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα. Κατά την Ανατολική και Δυτική πλευρά ανοίγονται δύο μεγάλα ημιθόλια που καταλήγουν σε δύο κόγχες. Τα ημιθόλια μαζί με τις κόγχες προσδίδουν ευρύτητα και ελαφρότητα στο εσωτερικό, αλλά και συγκρατούν τον θόλο διανέμοντας το βάρος της στέγης σε όλο το οικοδόμημα.

Εξωτερικώς το υλικό της οικοδομής είναι ορθογώνιοι πελεκητοί λίθοι και πλίνθοι. Τα στηρίγματα του θόλου για ασφάλεια κτίστηκαν με δύο μεγάλους πελεκητούς λίθους που στηρίζονταν σε δύο σιδερένιους μοχλούς στο μέσο των οποίων τοποθετήθηκε μόλυβδος, ενώ για τον τρούλο χρησιμοποιήθηκαν πλίνθοι και σπογγόλιθοι.

Ψηφιδωτά και Τοιχογραφίες του Ναού

Αρκετοί από τους αυτοκράτορες που διαδέχτηκαν τον Ιουστινιανό θέλησαν κάτι να προσθέσουν στην Αγία Σοφία, που να σηματοδοτεί και το δικό τους πέρασμα από το θρόνο της «Βασιλίδος των Πόλεων». Ο Λέων ΣΤʼ, ο λεγόμενος Σοφός εμπλούτισε το νάρθηκα της μητρόπολης στα τέλη του 9ου αιώνα μʼ αυτό το εξαιρετικής τέχνης μωσαϊκό, που εικονογραφεί την αναγνωρισμένη θεσμική σχέση του αυτοκράτορα με το Θεό, από τον οποίο -υποτίθεται ότι- αντλεί την κοσμική εξουσία του. Ο Λέων ΣΤʼ, γονατιστός και με ύφος ταπεινό, κάθε άλλο παρά σύμφωνο με την πραγματικότητα, δέχεται από τον Ιησού Χριστό το χρίσμα της «Αγίας Σοφίας», μέσα στον ομώνυμο Οίκο του Θεού.

Ένα είδος αγιογραφίας είναι οι τοιχογραφίες. Στη λιγότερο πολυτελή αυτή τεχνική, οι τεχνοτροπικές τάσεις είναι ανάλογες με των ψηφιδωτών, αλλά παρουσιάζουν περισσότερες ποικιλίες και διαβαθμίσεις. Κατά τον 20ο και 11ο αιώνα κυριαρχεί η τάση προς τις μεγάλες μνημειακές συνθέσεις, με έντονα περιγράμματα και εκφραστικά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας Η επίσημη αυτή καλλιτεχνική ροπή δεν είναι και η μοναδική. Κατά την εποχή των Παλαιολόγων (1204- 1453) η τέχνη της τοιχογραφίας γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη. 

Μεγαλύτερες συνθέσεις, πολυάνθρωπες, αποκτούν επικό μεγαλείο υψηλής πνοής, με την ήρεμη, αλλά ρυθμική κίνηση των ομάδων, με το γαλήνιο, αλλά ηρωικό, ήθος των προσώπων, με το σοφό και ισόρροπο φωτεινό χρωματισμό. Ο χρυσός αιώνας των ψηφιδωτών τοποθετείται μεταξύ του 10ου και 12ου αιώνα. Η τεχνική γίνεται λεπτότερη, οι χρωματισμοί αρμονικότεροι, η τεχνοτροπία πιο σταθερή. ΣτηνΑγία Σοφία, στην επιφάνεια του τρούλου, εικονίζεται ο Χριστός Παντοκράτορας και περιβάλλεται από τους Προφήτες και τους Αποστόλους. Πάνω σ’ έναν ομοιόμορφο «κάμπο» – φόντο – προβάλλονται οι φιλοτεχνημένες με εκτυφλωτικά χρώματα μορφές και σκηνές και δίνουν την εντύπωση ανάγλυφου .

Τα πιο συμαντικά από αυτά είναι «Ένθρονος Θεοτόκος», «Ένθρονος Χριστός», «Θεοτόκος βρεφοκρατούσα»,και η παράσταση της «Δεήσεως». Η διακόσμηση πού κάλυπτε το εσωτερικό του ναού ήταν ίσης σπουδαιότητας με την αρχιτεκτονική του. Υψηλοί κίονες από πορφύρα, λευκό και πρασινωπό διάστικτο μάρμαρο, στεφανωμένοι με μαρμάρινα κιονόκρανα ήταν διακοσμημένοι με γραμμές χρώματος μπλε ή χρυσαφί. Οι τοίχοι καλύπτονταν με μάρμαρα πολύχρωμα, ζωγραφισμένα από τούς πιο επιδέξιους ζωγράφους, και από ψηφιδωτά πού έλαμπαν μέσα στο βαθύ μπλε ή αργυρό φόντο.

Αν και στους περισσότερους φαίνεται παράξενο, όσο και αν οι Οθωμανοί Τούρκοι σοβάτισαν με τον πιο παχύ σοβά (2 δάχτυλα) όλες τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά του Ναού της Αγίας Σοφίας ήταν αδύνατο να καλύψουν τα καλλιτεχνήματα αυτά. Αν κανείς παρατηρήσει με πολλή προσοχή, θα προσέξει ορθόδοξους βυζαντινούς σταυρούς. Πολλοί αναφέρονται σε θαύμα, λέγοντας πως η χριστιανική θρησκεία δεν μπορεί να κρυφτεί, πόσο μάλλον από μίσος .Άλλοι μιλούν για μεταλλικούς σταυρούς. Όμως αγιογράφος που έχει εργαστεί σε ψηφιδωτά αποκλείει την εκδοχή αυτή. 

Άλλο παράξενο που θα συναντήσει κανείς στο Ναό είναι το χερουβείμ που «ήρθε στο φως» τον Ιούλιο του 2009. Επίσης 4 άγγελοι ήταν καλυμμένοι με σοβά και ήταν τουρκικό κρατικό μυστικό. Στη θέση τους, τοποθετήθηκαν ασπίδες με αραβικές προσευχές. Τη διαταγή έδωσε ο σουλτάνος Abdülmecit. Οι άγγελοι αυτοί,(900 – 1300 μ. Χ.) έμειναν στο «σκότος» για αιώνες. Πιστεύουν για ιστορική ανακάλυψη. Τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές και σήμερα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωσή τους. 

Εκείνο το οποίο προσέδιδε τη μεγαλύτερη λαμπρότητα στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας είναι η μωσαϊκή διακόσμηση.Ο Προκόπιος και ο Σιλεντιάριος μαρτυρούν ότι την οροφή του ναού και στις μαρμαρομένες επιφάνειες των τοίχων υπήρχαν χρυσές και αργυρές ψηφίδες.Οι γνωστές μας ψηφιδωτές εικόνες είναι οι εξής

1) Η εικόνα της Δεήσεως που βρίσκετε στο νάρθηκα πάνω από τις Βασιλικές Πύλες.Σε αυτή την εικόνα παρουσιάζεται ο Χριστός σε θρόνο, ως Παντοκράτορας, κρατώντας το Ευαγγέλιο και ευλογώντας  Κάτω από το Χριστό μέσα σε εγκόλπια υπάρχουν οι προτομές της Θεοτόκου και του Αρχάγγελου Μιχαήλ.Το μωσαϊκό αυτό θεωρείται ως έργο του 7ου αιώνα όπου Αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος ο Μακεδόνας.

2) Στην επιφάνεια του θόλου εικονίζεται ο Παντοκράτορας. Από πληροφορίες του 15ου αιώνα μαθαίνουμε ότι ήταν μεγίστων διαστάσεων.Η χρονολογία του δεν είναι εξακριβωμένη.Κάτω από τον τρούλο προς τα Ανατολικά βρίσκονται τα σφαιρικά τρίγωνα (λοφία) όπου υπάρχουν δύο εξαπτέρυγα (11 μ. μήκους και 8 μ. πλάτους) που έχουν τον τύπο των Σεραφείμ.Τα πρόσωπα των εξαπτερύγων επιχρύσθηκαν από τους Τούρκους.

3) Στο Δυτικό ημιθόλιο το 1894 αποκαλύφθηκε εγκόλπιο της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας και η εικόνα του Πέτρου εικονιζόμενου, κατά τον Πορφυρογέννητο, κάτω από την Θεοτόκο μαζί με τον Παύλο.Το μωσαϊκό αυτό που άνηκε στην εποχή του Βασιλείου του Μακεδόνα, καταρρίφθηκε.

4) Τέλος από περιηγητές του 16ου αιώνα μαρτυριούνται ότι, η παράσταση του Αγίου Μανδηλίου επί του φατνώματος του Ανατολικού τόξου υπό του θόλου, η Πλατυτέρα (κατ’άλλους ο Παντοκράτορας) στην αψίδα του ιερού, η παράσταση της Ετοιμασίας του θρόνου επί του ανατολικού ημιθολίου και παραστάσεις ιεραρχών επί των τυμπάνων των τοίχων των πληρούντων τα μεγάλα τόξα της Βόρειας και Νότιας πλευράς του ναού, μεταξύ αυτών ανοίγονται παράθυρα με παραστάσεις οχτώ Προφητών, εκ των οποίων σώζεται πλήρης η παράσταση του Ησαϊου. Μαρτυριούνται οι εικόνες της Βαπτίσεως, Μεταμορφώσεως, των Παθών και της Πεντηκοστής επί των καμαρών και των σταυροθολίων των υπερώων.

Γλυπτική Διακόσμηση του Ναού

Εξαιρετική είναι η εσωτερική διακόσμηση της Αγίας Σοφίας.Η επιφάνεια των τοίχων του κυρίως ναού, του εσωνάρθηκα και των πεσσών κοσμείται με ορθομάρμαρα (πολύχρωμες μαρμάρινες πλάκες με διάφορους συνδυασμούς χρωμάτων και τόνων.

Οι κορμοί των κιόνων είναι πράσινοι, πορφύροι, και λευκοί ενώ οι βάσεις τους λευκές και απλές. Τα κιονόκρανα της Αγίας Σοφίας είναι κυβοειδή ενώ στις τέσσερις γωνίες καταλήγουν σε μικρούς Ιωνικούς έλικες.Τη βάση αυτών περιβάλλει μία στεφάνη που έχει όμοια τεχνική ελικοειδής ενώ κοσμούνται με τα μονογράμματα του βασιλιά Ιουστινιανού και Αυγούστης Θεοδώρας.

Τα κιονόκρανα των λευκών κιόνων του υπερώου, προς το εσωτερικό, έχουν το σχήμα Ιωνικών ελίκων.Τα λοιπά αρχιτεκτονικά μέλη του ναού  μέτωπα και φατνώματα τόξων, ζώνες και θωράκια, έχουν την ίδια πλούσια γλυπτική διακόσμηση.Τα μέτωπα των τόξων των μεγάλων κιονοστοιχίων του ναού καταλαμβάνει λευκό μάρμαρο με ελικοειδή κόσμημα.

Είσοδοι-Φωτισμός

Η είσοδος στο ναό γίνεται μέσα από τις πύλες του νάρθηκα. Οι πύλες είναι ορθογώνιες και πλαισιώνονται με γλυπτά υπερθυρώματα. Διάφορα μονογράμματα και χρονολογίες συμπληρώνουν τη διακόσμηση των θυρών.

Ο φωτισμός γίνεται με τα εκατό παράθυρα από τα οποία ανοίγουν τα σαράντα μερικά στη στεφανή του τρούλου ενώ τα υπόλοιπα στα ημιθόλια.

Τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας διακρίνονται σε :

α) Σύνθετα μεγάλα τοξωτά παράθυρα χωρισμένα με δύο κιονίσκους.
β) Μικρότερα εκ του κάτω μέρους από τα προηγούμενα παράθυρα και
γ) σε στενότερα απλά.

Η ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Η Αγία Σοφία έχει ανεγερθεί σε μια γεωγραφική θέση φημισμένη για τη γεωφυσική ,πολιτική και θρησκευτική της αστάθεια . Η Αγία Σοφία είναι ένα τεχνικό επίτευγμα του Ανθέμιου και του Ισίδωρου ,οι οποίοι κατέστησαν το ναό ισχυρό απέναντι στις σεισμικές δονήσεις ,ή στάθηκαν απλώς τυχεροί. Για την απάντηση επιστρατεύεται τώρα η επιστήμη . Η έρευνα για τα υλικά με τα οποία χτίστηκε η Αγία Σοφία διήρκεσε δεκαέξι χρόνια .Στο τέλος βρέθηκε η λύση . Όλα τα σημεία του κτηρίου που συγκεντρώνουν ικανά φορτία, έχουν σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπόκεινται σε θλιπτικές τάσεις. 

Άλλωστε η Κωνσταντινούπολη είναι μία πόλη η οποία συνεχώς κινείται . Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν πλέον ότι οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες πρέπει να επικεντρώθηκαν με πολύ μεγάλη προσοχή στα απλά γεωμετρικά μεγέθη και στο κλασικό πρότυπο του υπάρχοντος Πανθέου στη Ρώμη, για το οποίο ο Ρόμπερτ Μαρκ είχε κάνει ένα μοντέλο στον υπολογιστή, προτού ασχοληθεί με την Αγία Σοφία. Ως εκείνη τη στιγμή λοιπόν οι περισσότεροι ερευνητές πίστευαν ότι τα 40 παράθυρα στην Αγία Σοφία είχαν τοποθετηθεί μόνο για την οπτική εικόνα. Η δική του έρευνα όμως έδειξε ότι προστέθηκαν εκεί για λόγους στατικούς. Γιατί έτσι αποφεύγονται οι ρωγμές. 

Κατά τον Μαρκ, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος γνώριζαν ότι η περιοχή γύρω από τον τρούλο ούτως ή άλλως θα «ήθελε», θα είχε την τάση, να ρηγματωθεί κατά μήκος του άξονα των παραθύρων. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησαν τα παράθυρα ως τεχνητές ρωγμές.

ΤΟ «ΜΥΣΤΗΡΙΟ» ΤΟΥ ΚΤΙΣΜΑΤΟΣ

Αλλά το εκπληκτικό με την Αγία Σοφία, όπως φαντάζει μεγαλοπρεπέστατη, είναι το πως παραμένει σταθερή στην θέση της επί τόσους αιώνες παρά τους τόσους μεγάλους σεισμούς που δοκίμασαν την αντοχή της. Κατά καιρούς πολλοί Τούρκοι αλλά και Ευρωπαίοι μελετητές προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το αρχιτεκτονικό θαύμα. Είναι γεγονός πως σε διεθνές επίπεδο αλλά και για τους ίδιους τους Τούρκους και σύμφωνα με τα πορίσματα αυτών των ερευνών όπως αναφέρονται από το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού, για το κτίσιμο και για τα θεμέλια της Αγίας Σοφίας εφαρμόστηκαν τεχνικές πρωτόγνωρες και «μυστήριες» για τα τότε, αλλά ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, γεγονός που φανερώνει τη μαγική άξια του κτίσματος.

Είναι χαρακτηριστικό πως 1600 χρόνια περίπου μετά το κτίσιμο του ναού, ο μεγάλος σεισμός της 17ης Αυγούστου 1999 που έγινε στην Τουρκία δεν πείραξε καθόλου τα θεμέλια της Αγίας Σόφιας, ενώ έκανε μεγάλες ζημιές στα έργα ανακαίνισης που είχαν γίνει τα τελευταία 14 χρόνια, με αποτέλεσμα να γκρεμιστούν όλοι οι αναπαλαιωμένοι σοβάδες και να έχει δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στις εργασίες ανακαίνισης του ιστορικού κτίσματος. 

Το γεγονός αυτό απέδειξε και την κακή δουλειά που είχε γίνει από αυτούς που είχαν αναλάβει τις εργασίες αναπαλαίωσης του μνημείου, εργασίες που είχαν αρχίσει ουσιαστικά από το 1980 και τα τελευταία χρόνια είχαν προστεθεί νέοι σοβάδες σε πολλά τμήματα του βυζαντινού ναού. Έτσι παρουσιάστηκε το ιδιαίτερο φαινόμενο να πληγούν από τον μεγάλο σεισμό τα έργα αναπαλαίωσης, ενώ οι ιστορικές βάσεις να μείνουν ανέπαφες. Οι μελετητές έδωσαν μεγάλη σημασία στη μελέτη των παλαιών θεμελίων, γιατί όπως τονίστηκε θα βγούνε πολλά χρήσιμα συμπεράσματα από την αντοχή που επέδειξε το θαυμάσιο αυτό μνημείο στον τελευταίο σεισμό.

Αλλά η Αγία Σόφια, όπως φαίνεται και από το ιστορικό που παρέθεσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, έχει αντέξει και σε παλαιοτέρους σεισμούς χωρίς να υποστεί σοβαρές ζημιές. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 553 μ.Χ. γίνεται μεγάλος σεισμός στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Σοφία εκτός από μικροζημιές δεν έχει σοβαρές βλάβες. Μεγάλο σεισμός γίνεται στις 14 Δεκεμβρίου 557. Ο ιστορικός ναός παθαίνει μικρές ζημιές. Ιανουάριος 869. Από τον μεγάλο σεισμό πέφτει ο ένας μικρός τρούλος. Οκτώβριος 1344. 

Γίνεται μεγάλος σεισμός και παθαίνει ζημιές η ανατολική πτέρυγα. 10 Ιουλίου 1894. Η Αγία Σόφια είναι πια μουσουλμανικό τέμενος. Γίνεται μεγάλος σεισμός και πέφτουν μεγάλα κομμάτια από το μωσαϊκό και κομμάτια τοίχου. Για μικρό χρονικό διάστημα το τέμενος κλείνει για να επιδιορθωθεί. 1931. Αρχίζουν οι εργασίες επανεμφάνισης των ψηφιδωτών εικόνων, ενώ στις 1 Φεβρουαρίου 1935, ο ιστορικός ναός ανακηρύσσεται από τον Κεμάλ Ατατούρκ, μουσείο.

Τους τελευταίους μήνες έχει αρχίσει να ξετυλίγεται ένα νέο μυστήριο σχετικά με τις υπόγειες διόδους της Αγίας Σοφίας για τις οποίες μερικοί Τούρκοι αρχαιολόγοι και ερευνητές υποστηρίζουν ότι φτάνουν μέχρι… τα Πριγκηπόνησα και ότι είναι άλλο ένα από τα θαύματα της Αγίας Σοφίας που είχε κατασκευαστεί από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες για περιπτώσεις εκτάκτων καταστροφών, σαν διάδρομος διάσωσης των ιερών κειμηλίων, αλλά και των πιστών του μεγάλου αυτού ναού. Όλη αυτή η καινούργια ιστορία έχει προκαλέσει μια αναζωπύρωση παλιών θρύλων σχετικά με την Αγία Σοφία και την αποκατάστασή της στον παλιό της ρόλο σαν σύμβολο του ελληνορθόδοξου κόσμου.

ΥΛΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Πρώτες ύλες από τη Ρόδο και ειδική τεχνική από την Ανατολή συνδυάστηκαν για να δημιουργηθούν οι οπτόπλινθοι στον σημερινό, δεύτερο, τρούλο της Αγίας Σοφίας, καθώς ο πρώτος κατέρρευσε από σεισμό. Για να αποδειχθεί ο θρύλος που ήθελε τα τούβλα του τρούλου να κατασκευάζονται με ειδική παραγγελία, οι ερευνητές συνέκριναν τα δομικά υλικά της Αγίας Σοφίας με σύγχρονα κτίσματα από την Πόλη και τη Ρόδο. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως κατά 95% οι πρώτες ύλες προέρχονται από τη Ρόδο, είναι εμπλουτισμένες σε άργιλο και μπορούν να δώσουν οπτόπλινθους συμπαγείς και με υψηλή αντοχή. Όσο για την τεχνική όπτησης (ψησίματος των τούβλων) έχει τις ρίζες της στην Ανατολή όπου η συγκεκριμένη τεχνογνωσία ήταν ιδιαιτέρως αναπτυγμένη.

Δεύτερο αντισεισμικό μυστικό της Αγίας Σοφίας ήταν τα κονιάματα από ημι-αποκρυσταλλοποιημένο υλικό που έχει την ιδιότητα να απορροφά την ενέργεια του σεισμού, εξηγεί η κ. Μοροπούλου. Τα κονιάματα αυτά μάλιστα, αφού αναλύθηκαν, ξαναγεννήθηκαν βελτιωμένα στα εργαστήρια. Το αποτέλεσμα ήταν να αντιδράσουν πολύ ικανοποιητικά στον σεισμό του 1999 (είχαν τοποθετηθεί στο μνημείο λίγους μόλις μήνες προ του μεγάλου σεισμού στην Τουρκία) ενώ εκτιμάται πως η σύνθεση και η ιδιοσυστασία του υλικού μπορούσε να αντέξει 7 ρίχτερ.

Εκτός από τα αντισεισμικά μυστικά, η έρευνα έχει εντοπίσει χαμένα ψηφιδωτά στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας. Ήδη μέσω διασκόπησης εντοπίστηκε και αποκαλύφθηκε το πρόσωπο ενός χερουβείμ στην αριστερή πλευρά του Ιερού, ενώ αναζητάται ακόμη ένα πρόσωπο χερουβείμ στην απέναντι πλευρά, νοτιοανατολικά του Ιερού.

Όταν κανείς εισέρχεται στο ναό μένει έκθαμβος από τη μεγαλοπρέπεια και ατενίζει τον ύψους 55 μέτρων τεράστιο θόλο, πλάτους 31 μέτρων, πού στηρίζεται σε τέσσερις μεγάλες αψίδες, οι οποίες πάλι βαστάζονται από τέσσερις ογκώδεις κίονες. Η Αγία Σοφία είναι ο τύπος της θολωτής βασιλικής, γνωστός στην Μικρά Ασία από τον 5ο αιώνα. Η διακόσμηση πού κάλυπτε το εσωτερικό του ναού ήταν ίσης σπουδαιότητας με την αρχιτεκτονική του. Υψηλοί κίονες από πορφύρα, λευκό και πρασινωπό διάστικτο μάρμαρο, στεφανωμένοι με μαρμάρινα κιονόκρανα ήταν διακοσμημένοι με γραμμές χρώματος μπλε ή χρυσαφί. 

Οι τοίχοι καλύπτονταν με μάρμαρα πολύχρωμα, ζωγραφισμένα από τούς πιο επιδέξιους ζωγράφους, και από ψηφιδωτά πού έλαμπαν μέσα στο βαθύ μπλε ή αργυρό φόντο. Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από καθαρό χρυσό και έλαμπε διακοσμημένη με σπάνια κοσμήματα και σμάλτο, ενώ το Ιερό ήταν στολισμένο με μεταξωτά και χρυσά κεντήματα. Ο τεράστιος πολυέλαιος με τα χιλιάδες κεριά φώτιζε το ναό, ο οποίος φωτιζόταν και στο εξωτερικό του κατά τη διάρκεια της νύκτας και έκανε την εκκλησία να λάμπει με πύρινη λαμπρότητα και να αναγγέλλει στους ναυτικούς από μακριά τη δόξα της αυτοκρατορίας και το τέλος του ταξιδιού τους.

Όπως αποκαλύφθηκε από την επιστημονική έρευνα, το υλικό υποδομής που χρησιμοποιήθηκε στον θόλο της Αγίας Σοφίας είναι κατά 97% παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στα ιστορικά κτίρια της Ρόδου και περιέχει ένα συστατικό που αντέχει στη φωτιά και εξελίχθηκε στην Ανατολή.

Αυτό το οικοδομικό υλικό, ένα είδος πυρίμαχου τούβλου, είναι όμως δώδεκα φορές πιο ελαφρύ από το κανονικό τούβλο και αντέχει στην ένταση που προκαλεί ο σεισμός. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι η λάσπη που χρησιμοποιήθηκε αποτελείτο από ημιαποκρυσταλλοποιημένο υλικό το οποίο έχει την ιδιότητα να απορροφά την ενέργεια του σεισμού.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Τι είναι αυτό που κάνει τον τρούλο να αντιστέκεται στις ισχυρές σεισμικές δονήσεις της περιοχής; Νέα στοιχεία για τις πρωτοποριακές μεθόδους του Ανθεμίου και του Ισιδώρου φέρνει στο φως έρευνα η οποία διεξάγεται στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.

Σείεται αλλά δεν καταρρέει. Και αν γίνει ένας σεισμός της τάξεως των 7,5 ρίχτερ η Αγία Σοφία ίσως να είναι το μοναδικό κτίριο το οποίο θα μείνει όρθιο στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για τεχνικό επίτευγμα του Ανθεμίου και του Ισιδώρου, οι οποίοι κατέστησαν τον ναό ισχυρό απέναντι στις σεισμικές δονήσεις, ή οι δύο αρχιτέκτονες στάθηκαν απλώς τυχεροί; 

Για την απάντηση επιστρατεύεται τώρα η σύγχρονη τεχνολογία. Αλλωστε η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη η οποία διαρκώς κινείται. Βρίσκεται πλησίον του ρήγματος της Βόρειας Ανατολίας και το 1999 ο σεισμός των 7,4 ρίχτερ με επίκεντρο το Ισμίτ (100 χιλιόμετρα δυτικά της Πόλης) σκότωσε 18.000 ανθρώπους, ενώ περισσότερα από 15.000 κτίρια ισοπεδώθηκαν. Και αν ένας τέτοιος σεισμός χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη – και αυτό είναι πιθανό – οι καταστροφές θα είναι προφανώς διπλάσιες. Η Αγία Σοφία στάθηκε όρθια, αν και με επί μέρους βλάβες ασφαλώς, μετά το πέρασμα τουλάχιστον 12 μεγάλων σεισμών. Θα είναι το ίδιο «τυχερή» και στο μέλλον, αν η Κωνσταντινούπολη χτυπηθεί από τον επόμενο μεγάλο σεισμό; 

Η Αγία Σοφία έχει ανεγερθεί σε μια γεωγραφική θέση φημισμένη για τη γεωφυσική, πολιτική και θρησκευτική της αστάθεια. Κατά τα τελευταία 40 χρόνια μάλιστα η Κωνσταντινούπολη έχει αποκτήσει πληθυσμό 10 εκατομμυρίων ανθρώπων (από 2 εκατομμύρια), οι περισσότεροι εκ των οποίων ζουν σε μάλλον πρόχειρα κατασκευασμένες πολυκατοικίες, χωρίς ιδιαίτερη αντισεισμική πρόβλεψη. Αντίθετα, η Αγία Σοφία παραμένει ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης, ύψους 55 μέτρων, κατασκευασμένο μόνον από τούβλα και κονίαμα. 

Είναι λογικό επομένως να αναζητούν οι ιστορικοί, εδώ και δεκαετίες, τους λόγους για τους οποίους αυτό το κτίριο άντεξε στις σεισμικές καταπονήσεις και αν τελικά οι αρχιτέκτονές του είχαν προβλέψει το μεγάλο θέμα των σεισμών. Ήδη νέα στοιχεία έχουν προκύψει από την έρευνα η οποία διεξάγεται στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον με μοντέλα προσομοίωσης σε υπολογιστές και με χημικές αναλύσεις. 

Επικεφαλής της ομάδας είναι ένας Τούρκος καθηγητής Σεισμομηχανικής, ο κ. Αχμέτ Τσακμάν, με συνεργάτη τον μηχανικό κ. Ρόμπερτ Μαρκ. Τα αποτελέσματά τους είναι εντυπωσιακά. Και λένε σαφώς ότι, αν η Κωνσταντινούπολη χτυπηθεί από σεισμό 7,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, η Αγία Σοφία μπορεί να σεισθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, όμως θα μείνει όρθια ανάμεσα σε ερείπια. Γιατί όπως φάνηκε στον υπολογιστή η στατική επάρκεια του ναού προέρχεται από τον κτιριακό του πυρήνα και την αρχική κατασκευή του.

ΣΤΕΜΑ ΑΨΙΔΩΝ

Σήμερα η Αγία Σοφία έχει καταλήξει ένα συνονθύλευμα από τρούλους, αντερείσματα, μιναρέδες και τείχους αντιστήριξης, που έχουν προστεθεί σε διάφορες εποχές εν ονόματι της θρησκείας ή για λόγους αποκατάστασης. Και παρ’ ότι όλα τα οικοδομήματα με τρούλους που χτίζονταν την εποχή εκείνη ήταν κατασκευές με θόλους επάνω σε κυλίνδρους, αντιθέτως η Αγία Σοφία είναι χτισμένη επάνω σε ένα στέμμα από αψίδες. 

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν πλέον ότι οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες πρέπει να επικεντρώθηκαν με πολύ μεγάλη προσοχή στα απλά γεωμετρικά μεγέθη και στο κλασικό πρότυπο του υπάρχοντος Πανθέου στη Ρώμη, για το οποίο ο Ρόμπερτ Μαρκ είχε κάνει ένα μοντέλο στον υπολογιστή, προτού ασχοληθεί με την Αγία Σοφία. Ως εκείνη τη στιγμή λοιπόν οι περισσότεροι ερευνητές πίστευαν ότι τα 40 παράθυρα στην Αγία Σοφία είχαν τοποθετηθεί μόνο για την οπτική εικόνα. 

Η δική του έρευνα όμως έδειξε ότι προστέθηκαν εκεί για λόγους στατικούς. Γιατί έτσι αποφεύγονται οι ρωγμές. Κατά τον Μαρκ, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος γνώριζαν ότι η περιοχή γύρω από τον τρούλο ούτως ή άλλως θα «ήθελε», θα είχε την τάση, να ρηγματωθεί κατά μήκος του άξονα των παραθύρων. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησαν τα παράθυρα ως τεχνητές ρωγμές. 

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ

Αλλά και τα τούβλα και το κονίαμα θεωρείται ότι έχουν συντελέσει πολύ στη θωράκιση του ναού. Τα τούβλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν κατά πολύ ελαφρύτερα και πιο πορώδη από εκείνα που ήταν σε χρήση εκείνη την εποχή σε άλλες κατασκευές. Ο τούρκος καθηγητής μάλιστα θεωρεί ότι είχαν ψηθεί σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες (κάτω από τους 750 βαθμούς Κελσίου) ώστε να επιτευχθεί η σωστή αντίδραση μεταξύ των υλικών. 

Παράλληλα, το κονίαμα βρέθηκε να μοιάζει πολύ με το σημερινό γνωστό τσιμέντο (Πόρτλαντ), γεγονός που εξασφαλίζει υψηλή απορροφητικότητα σε περίπτωση σεισμικών δονήσεων. Η σχέση μάλιστα κονιάματος και τούβλου συνετέλεσε στην επιπλέον ενίσχυσή του. Γιατί οι κτίστες, προκειμένου να δουλέψουν γρηγορότερα, έβαζαν μεγαλύτερη ποσότητα κονιάματος στους αρμούς ανάμεσα στα τούβλα. «Το αποτέλεσμα είναι να συμπεριφέρονται οι αρμοί σαν ενισχυμένο τσιμέντο», όπως λέει ο κ. Τσακμάν. 

Πριν από την Αγία Σοφία οι αρχιτέκτονες έχτιζαν απλώς πολύ ισχυρά κτίρια προκειμένου να επιζήσουν από τους σεισμούς. Ο καθηγητής Αχμέτ Τσακμάν διατυπώνει την τολμηρή ιδέα ότι μπορεί ο Ανθέμιος να είχε κατασκευάσει μια μηχανή προσομοίωσης σεισμών, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί ότι οι πιέσεις σε ένα δυναμικό σύστημα είναι ανάλογες με τη μάζα. Αρα το σχέδιό τους να χρησιμοποιήσουν ελαφρύτερα τούβλα και εύκαμπτο κονίαμα αντί για πέτρα ήταν απολύτως λογικό. 

Η τελική απάντηση όμως για τη συμπεριφορά της Αγίας Σοφίας απέναντι σε έναν μεγάλο σεισμό ήρθε μετά την τοποθέτηση στο κτίριο, από τούρκους και αμερικανούς ερευνητές, πολλών μικρών αισθητήρων δόνησης από τα στοιχεία των οποίων κατασκευάστηκε το τρισδιάστατο μοντέλο στον υπολογιστή. Σε σεισμό λοιπόν 7,5 ρίχτερ η Αγία Σοφία θα κινηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό προς τα εμπρός και πίσω, οι κορυφές των αψίδων θα πάρουν τα μεγαλύτερα φορτία, αλλά ο τρούλος θα παραμείνει στη θέση του και η εκκλησία όρθια.

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας είναι από τα µεγαλύτερα και ωραιότερα βυζαντινά δηµιουργήµατα. Το οικοδόµηµα ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθµό της βασιλικής µε τρούλο και ήταν από το 360 µέχρι το 1453 ο ορθόδοξος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης. Υπήρξε το σύµβολο της πόλης τόσο κατά τη Βυζαντινή όσο και κατά την Οθωµανική Περίοδο. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασµό της, η Αγία Σοφία ξεχωρίζει επίσης για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσµό της, που σε µεγάλο βαθµό καταστράφηκε στην πορεία του χρόνου

Η διακόσµηση της Αγίας Σοφίας αποτελείται από έργα που προστέθηκαν σε διαδοχικές φάσεις στη διάρκεια 1.000 χρόνων. Η Αγία Σοφία της εποχής του Ιουστινιανού ήταν διακοσµηµένη κυρίως µε σταυρούς, καθώς και µε φυτικά και γεωµετρικά θέµατα.

Οι πρώτες εικονιστικές παραστάσεις έχουν βρεθεί σε δύο δωµάτια που επικοινωνούσαν µε τα νοτιοδυτικά υπερώα, τα οποία ήταν κοµµάτι του πατριαρχικού µεγάρου. Μετά το τέλος της Εικονοµαχίας, το 843, σηµειώθηκε µια εκτεταµένη εικονογράφηση της µεγάλης εκκλησίας µε ψηφιδωτά, που αποτελούν µέρος ενός καλά οργανωµένου προγράµµατος. Οι δύο µεγάλοι πλάγιοι τοίχοι της εκκλησίας, στη βόρεια και τη νότια πλευρά, διακοσµήθηκαν µε ολόσωµες µορφές αγίων, προφητών και αρχαγγέλων.

Ο τρούλος διακοσµήθηκε µε µια παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα, η οποία δεν σώζεται πια, ενώ η αψίδα του ιερού µε παράσταση της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας. Το έργο αυτό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγµατα της τέχνης της εποχής και δείχνει ότι οι Βυζαντινοί καλλιτέχνες γνώριζαν καλά την τέχνη της αρχαιότητας και προσπαθούσαν να χρησιµοποιήσουν κάποια στοιχεία της. Έπειτα από αυτή τη φάση, προστέθηκαν και άλλα ψηφιδωτά κατά διαστήµατα, κυρίως µε µεµονωµένες πρωτοβουλίες συγκεκριµένων αυτοκρατόρων. 

Στις αρχές του 10ου αιώνα χρονολογείται η διακόσµηση πάνω από την είσοδο στον κυρίως ναό, όπου εικονίζεται ένας αυτοκράτορας να γονατίζει µπροστά στον Χριστό. Ο αυτοκράτορας ταυτίζεται µε τον Λέοντα ΣΤ΄ (886-912). Πάνω από την είσοδο προς το νάρθηκα υπάρχει παράσταση µε την Παναγία Βρεφοκρατούσα ανάµεσα στους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Ιουστινιανό. Αυτή πρέπει να προστέθηκε γύρω στο 1000, µε σκοπό να δοξαστούν οι δύο µεγάλοι αυτοκράτορες του παρελθόντος. Το νότιο υπερώο (δηλαδή το νότιο «εσωτερικό µπαλκόνι») κοσµείται µε πορτρέτα αυτοκρατόρων.

Στο πρώτο εικονίζονται ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονοµάχος, ο οποίος βασίλεψε µεταξύ του 1042 και του 1055, και η σύζυγός του Ζωή µαζί µε τον Χριστό. Το δεύτερο πορτρέτο είναι εκείνο του Ιωάννη Β΄ Κοµνηνού, που βασίλεψε από το 1118 έως το 1143, µε την αυτοκράτειρα Ειρήνη και τη Θεοτόκο. Αµέσως µετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο το 1261, ο αυτοκράτορας πρόσθεσε ένα µεγάλο ψηφιδωτό που εικονίζει τη Δέηση (τον Χριστό ανάµεσα στην Παναγία και στον Ιωάννη τον Πρόδροµο) στο νότιο υπερώο.

Μετά τις επισκευές του τρούλου, το 1346, προστέθηκε ένας ακόµη ψηφιδωτός πίνακας στα ανατολικά, µε τη µορφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου να πλαισιώνει την Παναγία και τον Ιωάννη τον Πρόδροµο. Συνεπώς, τα µωσαϊκά της Αγίας Σοφίας προστέθηκαν στη διάρκεια εννέα αιώνων. Αποτελούσαν µια ζωντανή µαρτυρία της ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ανέγερσή της τον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό µέχρι τη δυναστεία των Παλαιολόγων, λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Ο ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Το µεγαλείο της Αγίας Σοφίας εξυπηρετούσε απόλυτα τις ιδεολογικές ανάγκες και των Οθωµανών, όταν έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης το 1453. Με εντολή του ίδιου του σουλτάνου Μωάµεθ Β΄ του Πορθητή, η Μεγάλη Εκκλησία µετατράπηκε σε τζαµί, για να συµβολίσει τον οθωµανικό θρίαµβο επί της ένδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η µετατροπή του ναού σε τζαμί περιλάµβανε αρκετές ριζικές αλλαγές, ώστε το κτίριο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της Iσλαµικής λατρείας -η πιο εµφανής είναι η προσθήκη τεσσάρων µιναρέδων εξωτερικά, στις γωνίες.Τα ψηφιδωτά καλύφθηκαν µε κίτρινο κονίαµα, γιατί η αναπαράσταση προσώπων ήταν αντίθετη µε τους κανόνες της Ισλαµικής τέχνης. Τέσσερις µεγάλες ασπίδες µε αποσπάσµατα από το Κοράνι, το ιερό βιβλίο του Ισλάµ, κρεµάστηκαν στους πεσσούς, ενώ η αψίδα του ιερού διαµορφώθηκε ώστε να είναι στραµµένη προς τη Μέκκα, την ιερή πόλη των Μουσουλµάνων. Ακόµη, προστέθηκε και το µιµπάρ, ο Μουσουλµανικός άµβωνας.

Με αυτή τη µορφή περίπου έχει επιβιώσει το µνηµείο, το οποίο από το 1935 δεν λειτουργεί πια ως τζαµί, αλλά ως µουσείο.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

Η Αγία Σοφία είναι ορθογώνιο οικοδόμημα 78,16 μέτρων μήκους και 71,82 πλάτους. Ο τρούλος, σε ύψος 54 μέτρων, στηρίζεται πάνω σε τέσσερις πεσσούς (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι) που σχηματίζουν τετράγωνο και συνδέονται μεταξύ τους με τόξα. Η διάμετρός του είναι 31 μέτρα και έχει στη βάση του 40 παράθυρα. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του.

Ο ναός άρχισε να χτίζεται στις 23 Φεβρουαρίου 532 και τελείωσε στις 27 Δεκεμβρίου 537 (5 χρόνια, 10 μήνες και 4 ημέρες), οπότε και έγιναν τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας.

Για το χτίσιμο εργάστηκαν 10.000 εργάτες και τεχνίτες.
Το συνολικά κόστος για το χτίσιμο, έφτασε τα 360 εκατομμύρια χρυσές δραχμές.

Ο Ιουστινιανός, για να γιορτάσει όλος ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας, διέταξε και σφάξανε χίλια βοοειδή, δέκα χιλιάδες αρνιά, εξακόσιες αίγες, χίλια χοιρίδια και είκοσι χιλιάδες όρνιθες και όλα αυτά, παρασκευάστηκαν και μοιράστηκαν στον κόσμο που πανηγύριζε.

Η κάτοψη του κτιρίου αποτελείται από ένα τεράστιο ορθογώνιο 71χ77 μέτρα ,χώρο που ορίζεται από 4 πεσσούς οι οποίοι στηρίζουν το μεγάλο τρούλο. Πέντε πύλες από το αίθριο οδηγούν στον έξω νάρθηκας και από αυτόν άλλες πέντε πύλες οδηγούν στον εσωτερικό νάρθηκα, από τις οποίες ,η μεσαία πύλη λέγεται Μεγάλη ή Ωραία Πύλη. Οι τρεις μεσαίες λέγονται βασιλικές.

Και οι δύο νάρθηκες έχουν το ίδιο πλάτος με μικρό μήκος εισόδου ο καθένας .Το μήκος του ναού από την Βασιλική πύλη μέχρι την κορυφή της αψίδας ή του ιερού είναι 80 μέτρα , το πλάτος 69,5 μέτρα και το μήκος από το πάτωμα έως την κορυφή του τρούλου 55 μέτρα .Η διάμετρος του τρούλου είναι 33 μέτρα και το ύψος 13,8 μέτρα.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ 

Η Βασιλική του Αγίου Πέτρου (ιταλ. Basilica di San Pietro in Vaticano) βρίσκεται στο Βοτικανό και είναι χτισμένη πάνω από το σημείο ταφής του Αποστόλου Πέτρου. Μπορεί να χωρέσει 60.000 άτομα ενώ με την συνολική έκταση ολόκληρου του αρχιτεκτονικού συγκροτήματος αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου.

Η εσωτερική επιφάνεια της 211,5 μακριάς και 132,5 ψηλής βασιλικής καταλαμβάνει μία συνολική έκταση 15.160 m². Το εγκάρσιο κλίτος κατέχει ένα πλάτος 138 μέτρων. Ο χρόνος ανέγερσης ξεπέρασε τα 120 χρόνια.

Η ΟΘΟΜΑΝΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΖΑΜΙ

Το περίφημο Σουλτάν Αχμέτ-Τζαμί, ή Μπλέ Τζαμί, με το οποίο ο Σουλτάνος Αχμέτ Α’ θέλησε να ανταγωνιστεί την Αγία σοφία. Η κατασκευή του κράτησε 8 χρόνια (1609-1617) και είναι το μόνο τέμενος του ισλαμικού κόσμου με 6 μινάρέδες, 260 παράθυρα και 200 χρυσούς πίνακες. Ήταν το έργο ζωής του Αχμέτ, ο οποίος, επί μια οχταετία δεν έπαψε να το επισκέπτεται καθημερινά για να παρακολουθεί την πρόοδο των εργασιών.

Το Μπλε Τζαμί ή Τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, ή Αχμέτ Τζαμί, ήΑχμιντιέ Τζαμί (Sultanahmet Camii) είναι το ωραιότερο και μεγαλύτερο τζαμί στην Κωνσταντινούπολη, ξακουστό και για την αρμονία του. Θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της Ισλαμικής αρχιτεκτονικής παγκοσμίως και αρχιτέκτονάς του υπήρξε ο Σεντεφχάρ Μεχμέτ Αγάς (Sedefhar Mehmet Ağa) μαθητής του Μιμάρ Σινάν.

Ιστορία 

Το τζαμί χτίστηκε μεταξύ 1609 και 1616 με διαταγή του σουλτάνου Αχμέτ Α’ -από τον οποίο πήρε και το όνομά του- όταν αυτός ήταν σε ηλικία 20 ετών. Βρίσκεται στο παλαιότερο τμήμα της Κωνσταντινούπολης, κοντά στην τοποθεσία του αρχαίου Ιππόδρομου (Ατ Μεϊντάνι), και απέναντι (δυτικά) από την Αγία Σοφία.

Είναι επίσης πολύ κοντά στο Τοπκαπί, τόπο διαμονής των Σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1853, που είναι στη συνέχεια της Αγίας Σοφιάς, ανατολικά, επί της ευρωπαϊκής ακτής του Βόσπορου. Για κάποιον που βλέπει την παραλία από τη θάλασσα, οι θόλοι και οι μιναρέδες του Μπλε τζαμιού δίπλα στην Αγιά Σοφιά κυριαρχούν στη θέα της Κωνσταντινούπολης.

Το τζαμί αυτό χτίστηκε στο κέντρο της νοτιοδυτικής πλευράς του ιπποδρόμου επίτηδες απέναντι από την Αγία Σοφία, έτσι ώστε να δεσπόζει κατά την προσέγγιση των πλοίων. Η κατασκευή αυτού του οικοδομήματος είχε τόσο ενθουσιάσει τον νεαρό Σουλτάνο που λέγεται ότι και ο ίδιος εργάσθηκε για την ανέγερσή του. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο τον Σουλτάνο δεν πρόλαβε να χαρεί πολύ το περίλαμπρο αυτό οικοδόμημα λόγω του θανάτου του ένα μόλις χρόνο μετά το άνοιγμα των θυρών του. Μάλιστα, έχει ταφεί μέσα στο τζαμί. Σήμερα, και τα δυο κτίρια συναποτελούν ένα μοναδικό ιστορικό και αρχιτεκτονικό σύνολο.

Το τζαμί έγινε γνωστό στη Δύση σαν «Μπλε Τζαμί» λόγω της κυριαρχίας του μπλε χρώματος στην εσωτερική του διακόσμηση. Παρόλα αυτά, το μπλε χρώμα δεν ήταν μέρος της αρχικής διακόσμησης του τζαμιού και στις μέρες μας έχει ξεκινήσει η διαδικασία αφαίρεσής του. Σήμερα, το τζαμί δεν δίνει ιδιαίτερα την εντύπωση του «μπλε» στους επισκέπτες.

Ο αρχιτέκτονας του Αχμέτ του Α΄ είχε λάβει εντολή να μη λυπηθεί κανένα έξοδο, προκειμένου να δημιουργήσει τον πιο εντυπωσιακό και όμορφο τόπο λατρείας του Ισλάμ στον κόσμο. Μάλιστα ο Σουλτάνος είχε διατάξει, πριν φύγει για τη Μέκκα, να κατασκευαστεί ο τρούλος από ατόφιο χρυσό. Αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε να συμβεί λόγο του βάρους του χρυσού. Ο αρχιτέκτονας τότε κατασκεύασε τον τρούλο με απλά υλικά, ενώ για να σώσει την ζωή του πρόσθεσε και 6 μιναρέδες γύρω από το Τζαμί, δικαιολογούμενος στον Σουλτάνο πως υπήρξε θύμα παρανόησης, (ο αριθμός «έξι» (αλτί) και η λέξη «χρυσός» (αλτίν) προφέρονται σχεδόν το ίδιο στα Τούρκικα)!

Η βασική δομή του τζαμιού είναι περίπου κυβική, 53 επί 51 μέτρα. Όπως συμβαίνει με όλα τα τζαμιά, είναι έτσι προσανατολισμένο ώστε όταν οι πιστοί κάνουν την προσευχή τους να είναι στραμμένοι προς τη Μέκκα. Διακρίνεται σε τρία μέρη: την εξωτερική αυλή, την εσωτερική αυλή (προαύλιο) και το κυρίως οικοδόμημα.

Αρχιτεκτονική 

Ο κεντρικός κύβος σκεπάζεται από ένα βαθμιδωτό σύστημα θόλων και ημίθολων, που κορυφώνεται στον κεντρικό θόλο, οι διαστάσεις του οποίου είναι 33 μετρα διάμετρος και 43 μέτρα ύψος στο κεντρικό του σημείο. Το συνολικό αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται από τέλεια οπτική αρμονία και οδηγεί το μάτι στην κορυφή του θόλου.

Το Μπλε Τζαμί είναι το μοναδικό στην Τουρκία που έχει έξι μιναρέδες. Όταν αποκαλύφθηκε ο αριθμός των μιναρέδων, ο Σουλτάνος κατηγορήθηκε για αλαζονεία, καθώς εκείνη την εποχή τον ίδιο αριθμό μιναρέδων είχε και η Κάαμπα στη Μέκκα. Ο Αχμέτ ξεπέρασε το πρόβλημα πληρώνοντας για να χτιστεί ένας έβδομος μιναρές στο τζαμί της Μέκκας.

Στο κατώτερο εσωτερικό μέρος το τζαμί κοσμείται με περισσότερα από 20.000 χειροποίητα κεραμικά πλακάκια, φτιαγμένα στο Ίζνικ (Νίκαια στην αρχαιότητα). Τα ανώτερα επίπεδα είναι βαμμένα. Περισσότερα από διακόσια παράθυρα με περίτεχνα σχέδια από βιτρώ αφήνουν να περάσει φυσικό φως, που στις μέρες μας ενισχύεται από πολυέλαιους. Οι διακοσμήσεις συμπεριλαμβάνουν στίχους από το Κοράνι, πολλοί απ’ τους οποίους αποτυπώθηκαν από τον Σαίντ Κασίμ Γκουμπάρι, που θεωρούνταν ο κορυφαίος καλλιγράφος της εποχής. Τα πατώματα καλύπτονται με χαλιά που δωρίζουν οι πιστοί και αντικαθίστανται τακτικά.

Το πιο σημαντικό στοιχείο της εσωτερικής αρχιτεκτονικής είναι το μιχράμπ, δηλαδή η κόγχη προσευχής, φτιαγμένο από λεπτοδουλεμένο μάρμαρο, και με τους πλαϊνούς τοίχους σκεπασμένους από κεραμικά πλακάκια. Στα δεξιά του μιχράμπ βρίσκεται τομινμπέρ, δηλαδή ο άμβωνας, όπου στέκεται ο ιμάμης κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής προσευχής της Παρασκευής ή των ιερών ημερών. Το τζαμί έχει σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε, ακόμα κι όταν είναι γεμάτο κόσμο, όλοι να μπορούν να βλέπουν και να ακούν τον Ιμάμη.

 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

 



(ΜΕΡΟΣ Β’)


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α’ – ΜΕΡΟΣ Γ’


ΠΗΓΕΣ :

(1)

(7)

http://www.apocalypsejohn.com/2012/11/agia-sofia-mystrey.html

(8)

(9)

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΜΕΡΟΣ Α’)


Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΣ

Ο Βυζαντινός Ναός της Ύπατης Σοφίας του Ένσαρκου Λόγου του Θεού, περισσότερο γνωστή ως Αγία Σοφία ή Αγιά Σοφιά, γνωστός και ως Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας ή απλά Η Μεγάλη Εκκλησία, ήταν από το 360 μέχρι το 1453 Ορθόδοξος καθεδρικός Ναός της Κωνσταντινούπολης, με εξαίρεση την περίοδο 1204 – 1261 κατά την οποία ήταν Ρωμαιοκαθολικός ναός, ενώ μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε τέμενος, μέχρι το 1934 και αποτελεί σήμερα μουσειακό χώρο (τουρκικά Ayasofya Müzesi).

Ανήκει στις κορυφαίες δημιουργίες της Βυζαντινής ναοδομίας, πρωτοποριακού σχεδιασμού, και υπήρξε σύμβολο της πόλης, τόσο κατά τη βυζαντινή όσο και κατά την οθωμανική περίοδο. Το παρόν κτίσμα ανεγέρθηκε τον 6ο αιώνα, επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄, από τους μηχανικούς Ανθέμιο από τις Τράλλεις (σημ. Αϊδίνιο) και Ισίδωρο από τη Μίλητο. Στο ίδιο σημείο, επί του πρώτου λόφου της Κωνσταντινούπολης και σε κοντινή απόσταση από το Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο της πόλης, είχαν χτιστεί παλαιότερα δύο ακόμα ναοί που καταστράφηκαν από πυρκαγιά.

Το οικοδόμημα ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της τρουλαίας βασιλικής και συνδυάζει στοιχεία της πρώιμης βυζαντινής ναοδομίας, σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αρχιτεκτονικές επιρροές της Αγίας Σοφίας εντοπίζονται σε αρκετούς μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς αλλά και σε οθωμανικά τζαμιά, όπως στο τέμενος του Σουλεϊμάν και στο Σουλταναχμέτ τζαμί. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, η Αγία Σοφία ξεχωρίζει επίσης για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμό της, που ωστόσο υπέστη σοβαρές καταστροφές κυρίως από τις βαρβαρότητες των Τούρκων κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

H ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΑΟ 

Είναι η πιο σπουδαία εκκλησία που έγινε στην Κωνσταντινούπολη από τους Βυζαντινούς. Το πρώτο οικοδόμημα χτίστηκε μεταξύ των 325 – 360. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος άρχισε τις εργασίες και ο γιος του Κωνστάντιος (337-361) τις ολοκλήρωσε. Ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης και του παλατιού, την ονόμαζαν επίσης Μεγάλη Εκκλησία. Μετά τον 5ο αιώνα, πήρε το όνομα Αγία Σοφία και το διατήρησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Από τους Τούρκους έγινε τζαμί και ονομάστηκε «Αγιασόφια». Υποθέτουν ότι ο πρώτος ναός ήταν μία βασιλική από πέτρα, με ξύλινη στέγη.

Μετά τα Εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης το 337, η ανέγερση ενός ναού της Αγίας Σοφίας υπήρξε τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος οικοδόμησης γύρω από το Μέγα Παλάτι. Η πρώτη Αγία Σοφία εγκαινιάστηκε το 360 επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β΄ και μαζί με το ναό της Αγίας Ειρήνης αποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Εικάζεται ότι επρόκειτο για ξυλόστεγη βασιλική, τρίκλιτη ή πεντάκλιτη. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404 και χτίστηκε εξαρχής τα επόμενα χρόνια.

Γνωρίζουμε ότι μία μεγαλειώδης τελετή συνόδεψε τα εγκαίνια στις 30 Οκτωβρίου του 360. Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο Αυτοκράτορας Αρκάδιος, μη μπορώντας να ανεχτεί τις επιθέσεις εναντίον της αυτοκράτειρας, εξόρισε τον Αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσόστομο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη λαϊκή οργή και το πλήθος να πυρπολήσει αυτό το πρώτο κτίσμα στις 20 Ιουνίου του 404.

Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 415 επί βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ και καταστράφηκε από τους οπαδούς του Πατριάρχη επειδή ο Θεοδόσιος είχε μια διαμάχη με τον Πατριάρχη. Αν και λίγα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν ως προς την αρχιτεκτονική αξία του οικοδομήματος, οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως στο εσωτερικό του φυλάσσονταν ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας, από χρυσό ή ασήμι. Ο Θεοδόσιος ο 2ος (408 – 450), ανάθεσε στον αρχιτέκτονα Ρουφίνο την επιμέλεια της αναστήλωσης της εκκλησίας, ο οποίος υιοθέτησε πάλι το ρυθμό της βασιλικής.

Η εκκλησία λειτούργησε πάλι στις 8 Οκτωβρίου του 415. Κάηκε για δεύτερη φορά στις 13 Ιανουαρίου του 532, κατά τη διάρκεια των συμπλοκών της στάσης του «Νίκα». Μπορούμε ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε ίχνη μπροστά στο δυτικό τοίχο της Αγίας Σοφίας, ίχνη που βγήκαν στο φως με τις ανασκαφές που έγιναν το 1935. Μέσα σ’ ένα χαντάκι βάθους 2 μέτρων, μπορούμε να διακρίνουμε ένα πρόστυλο, στο οποίο μας οδηγεί μία σκάλα με πέντε σκαλοπάτια μαρμάρινα, που επικοινωνεί από τρεις πόρτες με το νάρθηκα. Τα ευρήματα επιτρέπουν να υπολογιστεί ότι το κτίσμα είχε 60 μέτρα φάρδος.

Οι ανασκαφές δεν συνεχίστηκαν προς τα ανατολικά, από φόβο μήπως προκληθεί ζημιά στα θεμέλια της Αγίας Σοφίας. Γι’ αυτό, αγνοούμε το μήκος που θα είχε ο ναός αυτός. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προσπάθειες αναπαράστασης του ναού, υποθέτουμε πως είχε εύρος 52 μ. αποτελούμενη από ένα κεντρικό κλίτος και τέσσερις διακριτούς διαδρόμους. Κατά τη Στάση του Νίκα το 532, υπέστη μεγάλη φθορά και το κτίσιμο του ναού που διατηρείται ως σήμερα δρομολογήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θέλησε να ξαναχτίσει την καμένη εκκλησία, με την επιθυμία, η νέα οικοδομή να είναι η μεγαλύτερη και η ωραιότερη που είχε γίνει μέχρι τότε.

Αρχιτέκτονες του ναού ήταν οι Γεωμέτρες Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, να διευθύνουν το έργο, έτσι ώστε οι εργασίες να αρχίσουν μόλις 39 μέρες μετά την πυρκαγιά. Ύστερα από τις πολύπαθες εμπειρίες του παρελθόντος, δεν χρησιμοποίησαν το ξύλο σαν υλικό κατασκευής. Έφεραν από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας πολύτιμα μάρμαρα. Πολλές από τις κολόνες του εσωτερικού, προέρχονται από ναούς αρχαίους, όπως του Μπάαλμπεκ της Συρίας, της Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου, της Εφέσου και των Δελφών. Λευκά μάρμαρα από την Προκόνησο, πράσινα από τη Θεσσαλία, χρυσαφιά από τη Λιβύη, κοκκινωπά από τη Φρυγία, κοκκαλί από την Καππαδοκία, χρησιμοποιήθηκαν για τις υπόλοιπες κολόνες, τα κιονόκρανα και τις επενδύσεις των τοίχων. Για τον τρούλο χρησιμοποίησαν τούβλα, όπως επίσης και για τα τόξα και τους τοίχους. Στο έργο δούλεψαν 1.000 μαστόροι και 10.000 εργάτες και διάρκεσε πέντε χρόνια. 

Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου 537. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έφθασε μέσα σε άμαξα. Τον υποδέχθηκε στην είσοδο του ναού ο Πατριάρχης Μηνάς και σύμφωνα με το πρωτόκολλο, μπήκαν μαζί στην εκκλησία. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε, σύμφωνα με το θρύλο, ο Ιουστινιανός αναφώνησε «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών!», θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Τριακόσια και πλέον εκατομμύρια χρυσών δραχμών, κατ΄ αντιστοιχία, είχαν δαπανηθεί για την ανέγερση αυτού του Ναού. 

Τα «θυρανοίξια» της Αγιάς Σοφιάς ακολούθησαν θυσίες χιλιάδων ελαφιών, βοών, προβάτων και ορνίθων και διανομή χιλιάδων μοδίων σίτου στους φτωχούς καθώς και πολυήμερη πανήγυρη.

Στο προαύλιο του ναού λέγεται πως υπήρχε κρήνη, στην οποία ανεγράφετο η Καρκινική φράση :

«ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ»

(νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν = ξέπλυνε δηλαδή τις αμαρτίες σου και όχι μόνο το πρόσωπό σου). Η φράση αυτή, αν αναγνωσθεί ανάποδα (από δεξιά προς τα αριστερά) αποδίδει τις ίδιες λέξεις και επομένως και το αυτό νόημα.

Την εποχή του Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία είχε χίλιους κληρικούς. Η νεαρά του Ηρακλείου, που βασίλεψε τον έβδομο αιώνα μας αναφέρει:

• Πρεσβυτέρους … 80

• Διακόνους … 150

• Διακόνισσες … 40

• Υποδιάκονους … 70

• Αναγνώστες … 160

• Ψάλτες … 25

• Θυρωρούς … 75

Σύνολο: 600

Ο αριθμός των κληρικών είχε ελαττωθεί κατά τα τελευταία έτη του κράτους, όταν τα εισοδήματα της εκκλησίας αρκούσαν μόλις για την φωταψία του ναού.

Είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα εγκαίνια, εξαιτίας των σεισμών του 557, ο τολμηρότατος στη σύλληψη και κατασκευή, για την εποχή του, θόλος κατέπεσε και συνέτριψε την αψίδα παρά τον ιερό άμβωνα, τον ίδιο τον άμβωνα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. O ανιψιός του Ισιδώρου, ο Ισίδωρος ο Νεότερος, ανέλαβε και έκτισε το νέο θόλο που υφίσταται μέχρι σήμερα, ο οποίος υψώνοντας τον κατά 6,25 μέτρα, παρέδωσε στο εκκλησίασμα το ναό το 562. 

Το οικοδόμημα, με τις αλλεπάλληλες επισκευές, έχασε την απαραίτητη στατική ισορροπία του. Οι συχνοί σεισμοί προκαλούσαν ζημιές, και οι επεμβάσεις αναγκαστικά αύξαναν. Μια περιγραφή του παραδίδεται από τον ιστορικό Αγαθία, από την οποία συμπεραίνεται πως ο αρχικός τρούλος ήταν μάλλον ευρύτερος και χαμηλότερος από το δεύτερο. Στις 24 Δεκεμβρίου του 563 υπό τον Πατριάρχη Ευτύχιο τελέστηκαν τα δεύτερα εγκαίνια παρουσία του Αυτοκράτορα και του λαού της Κωνσταντινούπολης.

Το 1204, οι Φράγκοι που ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την 4η Σταυροφορία, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν την Αγία Σοφία, λες και ο ναός ανήκε σε άλλο θρησκευτικό δόγμα. Οι στρατιώτες αφαιρούσαν κομμάτια επιχρυσωμένου ασημιού, ασημένιους και χρυσούς σταυρούς και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Οι ιερείς τους λαφυραγώγησαν τα σκεύη λατρείας. Έτσι, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τις μεγαλύτερες ζημιές στην Αγία Σοφία, τις προκάλεσαν οι Σταυροφόροι.

Το 1261, όταν οι Παλαιολόγοι ξαναπήραν την πόλη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο 8ος (1261-1282), ανάθεσε την επισκευή της Βασιλικής σε αρχιτέκτονα που ήταν επίσης και μοναχός. Οι αντηρίδες της δυτικής όψης έγιναν τότε. Επί Ανδρόνικου του 2ου (1317), ο όγκος του τρούλου προκάλεσε απόκλιση στους εξωτερικούς βορεινούς και νότιους τοίχους, τους οποίους ενίσχυσαν με πυραμιδοειδή στηρίγματα. Το 1453, όταν ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 2ος ο Πορθητής κατέλαβε στην πόλη εκεί στην Αγία Σοφία έκανε την πρώτη προσευχή του και διάταξε να μετατραπεί ο ναός σε τζαμί. Πρόσθεσαν τότε ένα «Μιχράμπ» (Ιερό) προσανατολισμένο στη Μέκκα μέσα στην ανατολική Ιερή Κόγχη και κατασκεύασαν έναν ξύλινο μιναρέ σε ένα μικρό τρούλο, στα δυτικά. 

Ο ναός αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και υπήρξε ο σημαντικότερος ναός της Ορθόδοξης εκκλησίας. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1204 – 1261 ο ναός έγινε Ρωμαιοκαθολικός και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Ειδικότερα και κατά την διάρκεια της άλωσης από τους Φράγκους, η Αγία Σοφία υπέστη τεράστιες ζημιές.

Οι Οθωμανοί σουλτάνοι πλούτισαν το κτίριο με έργα ισλαμικής τέχνης. Ο Μουράτ ο 3ος (1574-1595), κατασκεύασε τον άμβωνα του «μουεζζίν» (ιεροψάλτη) αξιόλογο για τη λεπτοδουλειά στο μάρμαρο. Δύο μαρμάρινες υδρίες, ελληνιστικής εποχής, που προέρχονταν από την Πέργαμο, τοποθετήθηκαν δεξιά και αριστερά της εισόδου. Τις πρόσθεσαν και από μία βρύση και τις χρησιμοποιούσαν σαν κρήνες καθαρμού. Τους δύο μεγάλους κηροστάτες, που βρίσκονται πλάι στο «Μιχράμπ» (Ιερό), τους έφερε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής από τη Βουδαπέστη, ύστερα από την εκστρατεία του κατά της Ουγγαρίας. Το μαρμάρινο «Μιμπέρ» (άμβωνας) και η μαρμάρινη εξέδρα του ιεροκήρυκα, αριστερά κάτω από τον κεντρικό τρούλο, έγιναν επί Μουράτ του 4ου (1625 – 1640).

Νότια του Ιερού, η βιβλιοθήκη με 30.000 τόμους, διακοσμημένη με φαγιάνς της Νίκαιας, το συντριβάνι μέσα στην αυλή, ένα από τα πιο ωραία παραδείγματα της τουρκικής αρχιτεκτονικής, η Αίθουσα του Ρολογιού και η Σχολή Εφήβων, έγιναν επί Μαχμούτ του 1ου. Στον ανατολικό χώρο του κήπου, υψώνονται τέσσερα μαυσωλεία, που φυλάσσουν τα λείψανα πολλών Οθωμανών Σουλτάνων. Διακρίνουμε επίσης το παλαιό Βαπτιστήριο, που είχε μετατραπεί σε μαυσωλείο «τουρμπέ». 

Στο σουλτάνο Αμπντουλμετζίτ (1823-1861) οφείλονται τα μεγαλύτερα έργα ανόρθωσης που έγιναν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αρχιτέκτονα τον Ελβετό Γκασπάρ Φοσσάτι, τα έργα διάρκεσαν δύο χρόνια. Ο τρούλος ενισχύθηκε από ένα διπλό σιδερένιο στεφάνι. Οι μολυβένιες στέγες ανανεώθηκαν, οι κολόνες που έγερναν, διορθώθηκαν. Κάλυψαν τα ψηφιδωτά και επισκεύασαν τα καταστραμμένα σημεία. Κατόπι, επικάλυψαν καλλίτερα όλες τις παραστάσεις που είχαν αγίους και σταυρούς. Το θεωρείο του σουλτάνου που υπάρχει σήμερα, είναι έργο του Φοσσάτι. Τα καλλιγραφικά έργα του Ιζζέτ Εφέντη και οι αραβικές επιγραφές των τεράστιων κυκλικών μενταγιόν (7,5 μ. διάμετρος) που κρέμονται στους τοίχους, έγιναν τότε. Οι στοίχοι του Κορανίου, που καλύπτουν όλο τον κεντρικό τρούλο, είναι επίσης έργα του ιδίου.

Επίσης κατά την περίοδο την Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγιναν στο ναό σημαντικές καταστροφές στις τοιχογραφίες του ναού (ασβεστώθηκαν), αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος θεωρείται βλασφημία για το Ισλάμ. Ο ναός με την σπουδαία αρχιτεκτονική του αποτέλεσε πρότυπο για την κατασκευή και άλλων τεμενών, όπως το Μπλε Τζαμί.

To 1934 o Μουσταφά Κεμάλ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας, μετέτρεψε το τέμενος σε μουσείο. Σήμερα ο ναός εξακολουθεί να είναι μουσείο, ενώ πραγματοποιούνται σε αυτόν πολιτιστικές εκδηλώσεις, αλλά και εκδηλώσεις που θεωρούνται από ορισμένους ότι δεν αρμόζουν στο χώρο, όπως επιδείξεις μόδας. Παράλληλα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωση των ψηφιδωτών του ναού.

Ο ΜΩΑΜΕΘ Β’ ΣΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΤΟΥ

Ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Β’ εκείνη την ημέρα της κατάκτησης απέδειξε περισσότερο από ποτέ τη βαθύνοια του, τη φιλοσοφημένη στάση του, τη μεγαλοσύνη του. Ένας Οθωμανός στρατιώτης, μεθυσμένος από τη νίκη ή το φανατισμό, κατέστρεφε τα μωσαϊκά της Αγίας Σοφίας με ένα ρόπαλο. «Μην τα αγγίζεις» φώναξε ο Πορθητής. Με ένα και μόνο χτύπημα σώριασε καταγής τον βάρβαρο νεκρό. Μετά, λέγεται ότι πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Ποιος ξέρει αν σε άλλη εποχή υπηρετήσουν διαφορετική θρησκεία από του Ισλάμ…». Ποιο θα είναι άραγε το μέλλον αυτού του ναού; Αυτό ούτε η πιο καλπάζουσα φαντασία μπορεί να το συλλάβει. 

Στη λαϊκή δοξασία, ένας Έλληνας ιερέας τελούσε λειτουργία όταν η έξαλλη στρατιά του σουλτάνου έσπασε τις πόρτες. Κρατώντας το σταυρό στο χέρι, ο ιερέας αποτραβήχτηκε αργά σε κάποιο από τα μυστικά δωμάτια, κι εκεί, με το σταυρό, προσμένει ακόμα.

Η επιβλητική εκκλησία της Αγίας Σοφίας υψώνεται στην κορυφή και στη δυτική πλευρά του πρώτου λόφου, μόλις πέρα από τα όρια του αρχαίου Βυζαντίου. Σήμερα, με συγκεχυμένες πια και άμορφες γραμμές, τριγυρισμένη καθώς είναι από τέσσερις ογκώδεις μιναρέδες, πνιγμένη μέσα σε γιγάντια αντερείσματα, γκροτέσκα μέσα σε φαρδιές λωρίδες που έχουν βαφτεί εναλλάξ κίτρινες και λευκές, γεμίζει τον ορίζοντα του βλέμματος από κάθε κατεύθυνση.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Όπως ο καθεδρικός ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, έτσι κι η ιστορία της Αγίας Σοφίας μας πάει πίσω, σε μια αδιάρρηκτη αλυσίδα, μέχρι τον ίδιο τον Κωνσταντίνο. Είναι ταιριαστή σύμπτωση που αυτοί οι ναοί – ο ένας το μεγαλύτερο ιερό του δυτικού καθολικισμού κι ο άλλος της ανατολικής ορθοδοξίας – χτίστηκαν για πρώτη φορά και οι δύο από τον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα. Ακόμα μία σύμπτωση είναι ότι ο ιδρυτής τους δεν προόριζε κανέναν από τους δύο ναούς για μητρόπολη ούτε της νέας ούτε της παλαιάς Ρώμης. Η διάκριση αυτή, για μεν την Κωνσταντινούπολη, επιφυλασσόταν για την εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, για δε τη Ρώμη, για τον Άγιο Ιωάννη του Λατερανού.

Η Αγία Σοφία θεμελιώθηκε το 326, στη θέση ενός ειδωλολατρικού ναού. Στα εγκαίνια ήταν παρών ο Κωνσταντίνος, ο οποίος είχε επιστρέψει από τη Σύνοδο της Νίκαιας λίγους μήνες νωρίτερα.

Αφιερώθηκε στη Θεία Σοφία, τη Σοφία του Λόγου ή το Λόγο του Θεού – δηλαδή στον ίδιο το Χριστό.

Όταν, το έτος 532, καταστράφηκε από πυρκαγιά, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αποφάσισε να την αποκαταστήσει σε βαθμό μεγαλοπρέπειας πρωτόγνωρο: Να δημιουργήσει ένα οικοδόμημα που θα ήταν η εξιλέωση για κάθε παράπτωμα και αμαρτία του ως ηγεμόνα. 

Ένα ναό που θα θύμιζε την κατατρόπωση της αταξίας και της εξέγερσης, και την έλευση της ειρήνης και της ηρεμίας στην πρωτεύουσα και την αυτοκρατορία. Ένα ναό που θα ενσάρκωνε τη δόξα του και που οι επόμενες γενιές θα τον αντίκριζαν σαν θαλερό μνημείο της βασιλείας του. Ένα ναό που θα τιμούσε και τη μνήμη της αυτοκράτειρας του, Θεοδώρας, εκείνης που με τη γενναιοφροσύνη της είχε σώσει το θρόνο που κινδύνευε, εκείνης που η εικόνα της βρισκόταν αποτυπωμένη μαζί με τη δική του πάνω σε κάθε νόμισμα και που το όνομα της έστεκε πλάι στο δικό του πάνω σε κάθε διάταγμα. 

Θα ήταν ένας ναός αντάξιος των ιδρυτών του και – όσο μπορούσαν να εξασφαλίσουν η τέχνη των ανθρώπων και οι δυνατότητες, που μοιάζαν τώρα να προσφέρονται απεριόριστες – αντάξιος του Σωτήρα για τη λατρεία του οποίου προοριζόταν.

ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

Ως κύριος αρχιτέκτονας για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας επιλέχθηκε ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις, ο ικανότερος, όπως λέγεται, αρχιτέκτονας και μηχανικός του αιώνα. Πρώτος απ’ όλους τους Έλληνες χρησιμοποίησε τη δύναμη του ατμού — «ένας άνδρας» λέει ο Αγαθίας «ικανός να μιμηθεί σεισμούς και κεραυνούς». Συνεργάτες του ήταν ο Ισίδωρος από τη Μίλητο και ο Ιγνάτιος, που είχε αποκαταστήσει τον Αυγουστεώνα, αρχιτέκτονες σχεδόν ισάξιοι του Ανθέμιου σε ικανότητα και φήμη.

Ειπώθηκε ότι ένας άγγελος αποκάλυψε στον αυτοκράτορα τα σχέδια της Αγίας Σοφίας μέσα σε όνειρο, όχι βέβαια στο σύνολο τους και με κάθε λεπτομέρεια, αλλά εκείνη τη μοναδική ιδέα, την κύρια σύλληψη, που οι αρχιτέκτονες αργότερα θα ανέπτυσσαν και θα της έδιναν μορφή. Κι αυτή ήταν η ιδέα ενός τρούλου, που θα είχε τη μεγαλύτερη δυνατή διάμετρο, που θα ήταν τμήμα του μεγαλύτερου δυνατού κύκλου, θα υψωνόταν σε ιλιγγιώδες ύψος και θα υποβασταζόταν από όσο το δυνατόν λιγότερα στηρίγματα. 

Η αποκάλυψη δεν βρισκόταν στην απλή σύλληψη ενός τρούλου – που δεν αποτελούσε νέα ιδέα, έστω κι αν στη συνέχεια μονοπωλήθηκε σχεδόν από μία και μοναδική σχολή – αλλά στο τελειότερο συνταίριασμα όλων αυτών των όρων. Ο Ανθέμιος δεν θα ανέπτυσσε απλώς ένα ήδη υπάρχον σύστημα ούτε και θα γινόταν ταπεινός αντιγραφέας του. Η βυζαντινή αρχιτεκτονική με το έργο αυτό θα έφτανε στην πλήρη ακμή της σχεδόν μονομιάς. Η Αγία Σοφία ήταν «ταυτόχρονα προάγγελος και υπέρτατη έκφραση ενός νέου ρυθμού».

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Σ’ όλη την αυτοκρατορία στάλθηκαν προκηρύξεις για το έργο που είχε ξεκινήσει ο Ιουστινιανός και καλούσαν πιστούς και ευσεβείς να συνεισφέρουν. Πατριωτισμός, προσωπική φιλοδοξία, επιθυμία για την εύνοια του αυτοκράτορα, ελπίδα για προβιβασμό, όλα αυτά, συνταιριασμένα με ειδωλολατρική σχεδόν δεισιδαιμονία και γνήσια ευσέβεια, εξασφάλισαν τη μέγιστη δυνατή ανταπόκριση. Αφού αναφερόμαστε στην Αγία Σοφία του Ιουστινιανού λογικό είναι οι αδρές γραμμές να αποτυπώνουν τη δική του δόξα. Είναι όμως περισσότερο προϊόν και δημιούργημα ενός λαού που βίωνε την καλύτερη στιγμή του, την χρυσή εποχή του. Είναι η έκρηξη ενθουσιασμού ενός ολόκληρου αιώνα παρά η αργή οικοδόμηση αυτοκρατορικής ισχύος. Σ’ αυτό το κτίσμα τότε επικεντρώθηκαν σχεδόν όλα, και έτσι παραμένει από τότε. Είναι όλη η ψυχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Συνεισφορές έρχονταν από την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική, ακόμη και από τις πιο απομακρυσμένες επαρχίες. Οι πλούσιοι έδιναν από το περίσσευμα τους. Ήταν όμως πολλές κι οι φτωχές χήρες που έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Αυτοκρατορικοί, εθνικοί, ιδιωτικοί θησαυροί έρρεαν σαν ποτάμι καθώς το έργο προχωρούσε. Όταν οι επίγειοι πό¬ροι δεν αρκούσαν, η εξ ουρανού βοήθεια δεν έλειπε. Ένας άγγελος, έλεγαν, με τη μορφή νεαρού αγωγιάτη, είχε οδηγήσει αρκετά μουλάρια μέσα σε μυστικές σπηλιές και τα είχε φέρει πίσω με τα πανέρια φορτωμένα χρυσάφι. Ο ίδιος ο Ιουστινιανός είχε καταπιαστεί με το χτίσιμο του ναού, πλάι στους εργάτες. Ο μύθος αναφέρει ότι οι αγγελικοί αρωγοί ήταν ακούραστοι, όπως κι εκείνος. Τη νύχτα, όταν κοιμόνταν όλοι καταπονημένοι από την εντατική δουλεία – εκτός απ’ τους φρουρούς -, οι τοίχοι εξακολουθούσαν να υψώνονται από αόρατα χέρια.

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ

Κάποτε, την ώρα που οι εργάτες ξεκουράζονταν στη μέση της ημέρας, ένας άντρας με λευκή ενδυμασία εμφανίστηκε ξαφνικά στο αγόρι που φύλαγε τα εργαλεία τους και του είπε να ξαναφωνάξει γρήγορα τους άντρες στη δουλειά τους. Το αγόρι δίσταζε να αφήσει το πόστο του και τότε ο ξένος του είπε προσπαθώντας να τον πείσει: «Θα μείνω εγώ εδώ ώσπου να γυρίσεις». Ο μικρός έτρεξε να ειδοποιήσει τους εργάτες αλλά, πριν επι¬στρέψει, κάποιος είπε την ιστορία στον αυτοκράτορα. Εκείνος αποφάνθηκε ότι ο λευκοντυμένος ξένος ήταν άγγελος. Έδωσε στο αγόρι πολλά χρήματα και το έστειλε αμέσως σε μια μακρινή επαρχία της αυτοκρατορίας, αφού πρώτα τον έβαλε να ορκιστεί ότι ποτέ δεν θα γυρνούσε πίσω. Οι κατώτερες τάξεις πιστεύουν ότι, κάπου γύρω από την Αγία Σοφία, ο άγγελος που ξεγελάστηκε προσμένει ακόμα το αγόρι να γυρίσει. Πίστευαν ότι κάποια ουράνια μουσική ψυχαγωγούσε τους εργάτες όταν κουράζονταν. 

Ο αυτοκράτορας δεν παρέλειπε να βλέπει σημαδιακά όνειρα όταν υπήρχε αμφιβολία ως προς κάποια ακανθώδη λεπτομέρεια. Έτσι, όταν οι αρχιτέκτονες δεν συμφωνούσαν κάποια στιγμή για το σχήμα της αψίδας, ένας άγγελος εμφανίστηκε στον αυτοκράτορα σε ένα όραμα και του υπέδειξε ότι πρέπει να είναι τριπλή -όπως τελικά έγινε-, σε αναγνώριση της Αγίας Τριάδας. Οι τόσοι θρύλοι, που ακόμη διαφυλάσσονται με αγάπη και επαναλαμβάνονται, «αποδεικνύουν», όπως λέει ο Bayet, «πώς αυτό το τεράστιο έργο πέρασε μέσα στη λαϊκή φαντασία».

«ΝΕΝΙΚΗΚΑ ΣΕ, ΣΟΛΟΜΩΝ !»

Ο ναός ήταν έτοιμος για καθιέρωση στις 24 Δεκεμβρίου του 537. Η μεγάλη λιτανεία ξεκίνησε από το ναό της Αγίας Αναστασίας, πέρασε μεγαλόπρεπα δίπλα από τον Ιππόδρομο και το Μεγάλο Ανάκτορο, μέσα από τον Αυγουστεώνα και κατευθύνθηκε στη νότια πύλη του εσωτερικού νάρθηκα. Εκεί, ο Ιουστινιανός έβγαλε το στέμμα του – μόνο τότε με τόση ευχαρίστηση – και το απέθεσε στα χέρια του πατριάρχη Μηνά. Κατόπιν, μόνος του, διάβηκε την κεντρική πύλη και, πάλι μόνος, προχώρησε μέχρι τον άμβωνα. Με ψυχή γεμάτη από το μεγαλείο που εκπληρώθηκε και από απέραντη ευγνωμοσύνη, αναφώνησε τα λόγια που δεν θα σβήσουν ποτέ από τη μνήμη όσο αντέχει η Αγία Σοφία. Τα είπε μάλιστα τόσο μεγαλόφωνα ώστε κι αυτοί που δεν είχαν περάσει το κατώφλι τα άκουσαν: 

«Ας είναι δοξασμένος ο Θεός που με αξίωσε να κάμω αυτό το έργο. Νενίκηκά σε, Σολομών». 

Την ώρα που μιλούσε είχε σταθεί δίπλα σε ένα μεγαλειώδες ψηφιδωτό το οποίο απεικόνιζε το Σολομώντα να κοιτά γύρω του με απορία και θαυμασμό.

Εκείνη την ημέρα όλος ο πληθυσμός της πρωτεύουσας γιόρτασε με έξοδα του αυτοκράτορα. Επιπλέον, 30.000 μεζούρες στάρι και εκατοντάδες κιλά χρυσάφι μοιράστηκαν στους φτωχούς. Το πρωί των Χριστουγέννων ο ναός άνοιξε για να μπορέσει να εκκλησιαστεί το κοινό. Οι ευχαριστίες και οι πανηγυρισμοί κράτησαν δύο εβδομάδες περίπου.

Ολόκληρη η κατασκευή, που τώρα στεκόταν μεγαλειώδης κι ολοκληρωμένη, είχε αναδυθεί από τις στάχτες της σε διάστημα μικρότερο από έξι χρόνια – χρόνος εκπληκτικά σύντομος. Τέτοιο επίτευγμα, δηλαδή το να υλοποιηθεί τόσο γρήγορα, θα είχε σταθεί αδύνατο αν η ευσεβής συνεισφορά του έθνους δεν ήταν αντάξια εκείνης του αυτοκράτορα. Ο ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη χρειάστηκε 120 χρόνια για την ανέγερση του• του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο 35 χρόνια, η Νοτρ Νταμ στο Παρίσι 72 χρόνια, ο Καθεδρικός του Μιλάνου πάνω από 500 χρόνια, ο Καθεδρικός της Κολονίας 615 χρόνια. Είναι σίγουρα εκπληκτικό το πως η Αγία Σοφία, που ολοκληρώθηκε αιώνες πριν αυτοί οι σεβάσμιοι χριστιανικοί ναοί ξεκινήσουν καν, δεν χρειάστηκε ούτε έξι χρόνια!

ΤΟ ΔΑΠΑΝΗΡΟΤΕΡΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΠΟΥ ΧΤΙΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ

Το κόστος παραμένει ακόμη στο πλαίσιο της εικασίας. Ίσως η προσεκτική και λεπτομερής εκτίμηση του Έλληνα ιστορικού, καθηγητή Παπαρρηγόπουλου, είναι κοντά στην αλήθεια. Υπολογίζει την αξία της γης και το κόστος των υλικών, της εργασίας, της διακόσμησης και των εκκλησιαστικών σκευών σε περίπου 324 εκατομμύρια ελληνικές δραχμές, ή περί¬που 64 εκατομμύρια δολάρια [της εποχής].

Η κοινή εκτίμηση για το κόστος του ναού του Αγίου Πέτρου είναι 240 εκατομμύρια φράγκα, ή λιγότερο από 48 εκατομμύρια δολάρια. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι κανένας άλλος χριστιανικός ναός δεν συγκρίνεται με την Αγία Σοφία όσον αφορά την ποικιλία και τη σπανιότητα των μαρμάρων και, πάνω απ’ όλα, την αφειδώλευτη χρήση αργύρου, χρυσού και πολύτιμων λίθων στη διακόσμηση και τα ιερά σκεύη. Η δαπάνη για την Αγία Σοφία ήταν αναμφίβολα υψηλότερη από αυτήν οποιουδήποτε άλλου ιερού χώρου που δημιουργήθηκε ποτέ από χριστιανικό λαό προς δόξαν του Θεού του.

Σήμερα είναι εντελώς αδύνατο να φανταστούμε, έστω αμυδρά, πώς πρέπει να ήταν αυτός ο ναός έτσι όπως τον αντίκρισε ο Ιουστινιανός. Όλα όσα μπορούσαν να δημιουργήσουν η δύναμη, ο πλούτος, η τέχνη, οι ικανότητες και η ευσέβεια του πολιτισμένου κόσμου ήταν εκεί, σ’ αυτό τον επιβλητικό χώρο. Υπέρλαμπρος, ο ναός εκτεινόταν και υψωνόταν μπροστά στη γοητευμένη ματιά του αυτοκράτορα.

Από τότε, αμέτρητα αντερείσματα, μεγάλα και μικρά, ψηλά και χαμηλά, κτίσματα κάθε είδους, έχουν συσσωρευτεί τριγύρω του, πνίγοντας και παραμορφώνοντας το σχήμα του. Το φως πολλών απ’ τα παράθυρα έχει κρυφτεί και πολλά ακόμα έχουν κλείσει. 

Με τη μουσουλμανική λατρεία, τα ψηφιδωτά, αν και διατηρήθηκαν, έχουν καλυφθεί. Έχουν σβηστεί οι σταυροί και τα άλλα χριστιανικά εμβλήματα. Εξαφανίστηκαν τα αμέτρητα πολύτιμα στολίδια από ασήμι και χρυσάφι. 

Ο διάκοσμος και η λατρευτική επίπλωση που πρόσθεσαν οι Οθωμανοί είναι αταίριαστα κι αποτελούν παραφωνία μέσα στην όλη αρχιτεκτονική του οικοδομήματος.

Κυρίως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η Αγία Σοφία προηγείται κατά αιώνες από τους ναούς με τους οποίους συνήθως συγκρίνεται κι ότι έχει φθαρεί από τα βήματα των προσκυνητών και έχει ξεθωριάσει από τη σκόνη που συνόδευε αμέτρητα πλήθη πιστών εδώ και πάνω από 1.350 χρόνια.

Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΥΛΟΥ

Ο αιθέριος τρούλος ήταν και είναι το απαράμιλλο αριστούργημα της Αγίας Σοφίας. Σαράντα πέντε γενεές εξελισσόμενου πολιτισμού και τεχνικής έχουν περάσει από τότε, χωρίς να έχουν δημιουργήσει όχι μόνο κάτι ανώτερο αλλά ούτε καν ισάξιο του.

Συγκριτικά, η αρχιτεκτονική τελειότητα των θόλων μπορεί να αποδοθεί ως εξής: Φανταστείτε μια κατακόρυφο από την κορυφή του θόλου ως το επίπεδο της βάσης του. Βάλτε την κατακόρυφο στον αριθμητή και στον παρονομαστή τη διάμετρο του θόλου: όσο μικρότερο είναι το κλάσμα που θα πάρετε τόσο πιο τέλειος είναι ο θόλος. Η διάμετρος του τρούλου της Αγίας Σοφίας είναι 31 μέτρα. Η κατακόρυφος του, η απόσταση από την κορυφή έως τη βάση του, είναι 14 μέτρα. Η διάμετρος του θόλου του Αγίου Πέτρου είναι 42 μέτρα και η κατακόρυφος του 57 μέτρα. Η διάμετρος του θόλου στο Πάνθεον, -τώρα Σάντα Μαρία Ροτόντα – είναι 43 μέτρα και η κατακόρυφος του είναι ίδια. 

Οι λεπτομέρειες αυτές είναι απολύτως απαραίτητες για την κατανόηση αυτού που αποτελεί μοναδική διάκριση της Αγίας Σοφίας. Οι δύο άλλοι τεράστιοι θόλοι, εκπληκτικά αριστουργήματα και οι δύο, ωχριούν σε κάλλος όπως και σε τόλμη μπροστά στον αιθέριο θόλο που ο Ανθέμιος ύψωσε πριν 1.360 χρόνια. Στον Άγιο Πέτρο, ο θόλος είναι συμπλήρωμα του οικοδομήματος και όχι το κύριο στοιχείο της σχεδίασης του. Υπάρχει χάρη στο οικοδόμημα και όχι αυτό χάρη στο θόλο. Στην Αγία Σοφία, αντίθετα, ο τρούλος είναι ο σκοπός, ενώ η κατασκευή στην οποία ακουμπά δεν είναι παρά το μέσον που τον αναδεικνύει και τον υψώνει προς τον ουρανό.

Η ιστορική σπουδαιότητα της Αγίας Σοφίας δεν γνωρίζει όρια. Καμία άλλη εκκλησία σε καμία χώρα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, κανένα άλλο οικοδόμημα που υψώθηκε ποτέ από την τέχνη των ανθρώπων δεν αποτέλεσε τόσο σημαντικό και ουσιαστικό κομμάτι στη ζωή ενός έθνους. «Στο όνομα της συμπυκνώνεται ολόκληρη η βυζαντινή ιστορία». Οι καθεδρικοί ναοί της Ρενς, του Αγίου Πέτρου, η Νοτρ Νταμ, το Αβαείο του Γουεστμίνστερ, ο Παρθενώνας, αν και ανακαλούν συνειρμούς που συναρπάζουν και γοητεύουν, δεν ξυπνούν τόσες απροσμέτρητες μνήμες. Η Αγία Σοφία αποτελεί τον επίσημο χώρο λατρείας μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας όπου εκκλησία και κράτος ήταν ένα, μιας αυτοκρατορίας που για πάνω από 1.100 χρόνια, ήταν η κληρονόμος και η ισάξια της Ρώμης.

Η ΟΦΕΙΛΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Εκεί, πλάι στον κίονα από την Έφεσο, στάθηκαν το 987 οι ειδωλολάτρες απεσταλμένοι του Ρώσου Βλαδίμηρου που είχαν σταλεί σε όλο τον κόσμο «προς αναζήτηση της αληθούς πίστεως». Η περίλαμπρη μεγαλοσύνη του ναού, οι σεβάσμιες σειρές ιερέων με τα υπέροχα άμφια, η ουράνια ψαλμωδία της χορωδίας, τα σύννεφα από λιβάνι που απλώνονταν στο χώρο και ανέβαιναν ψηλά, η ευσεβής σιωπή χιλιάδων πιστών που προσεύχονταν με κατάνυξη, όλο το μυστήριο μιας άγνωστης ιεροτελεστίας που προκαλούσε δέος, μάγεψε στην κυριολεξία τον απαίδευτο νου των απλοϊκών τέκνων του Βορρά. Όπως ξεκάθαρα μάλιστα δηλώνει ο ιστορικός τους Κaramsin, «ο ναός αυτός τους φάνηκε η ίδια η κατοικία του Υψίστου, εκεί όπου φανέρωνε άμεσα τη δόξα του στα μάτια των θνητών».

Έτσι, οι απεσταλμένοι φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη, πήγαν πίσω στο Σλάβο πρίγκιπα τους και του διηγήθηκαν ό,τι είχαν δει με τα παρακάτω λόγια:

«Δεν ξέραμε αν είχαμε ήδη ανεβεί στον ουρανό. Πραγματικά, πάνω στη γη δεν θα έβρισκε ποτέ κανείς παρόμοια πλούτη και μεγαλοπρέπεια. Το μόνο που μπορούμε να πιστέψουμε είναι ότι εκεί αντιλαμβάνεται κανείς πραγματικά την παρουσία του Θεού κι ότι αυτή η θρησκεία ξεπερνά κατά πολύ τη θρησκεία κάθε άλλης χώρας». 

Ο Βλαδίμηρος δέχτηκε τα λόγια και την πίστη των απεσταλμένων του. Βαφτίστηκε χριστιανός και οι ανάδοχοι του ήταν οι αυτοκράτορες Βασίλειος Β’ και Κωνσταντίνος Η’. Σύντομα συνδέθηκε ακόμα περισσότερο μαζί τους, αφού παντρεύτηκε την αδερφή τους, την πριγκίπισσα Άννα.

Ο Βλαδίμηρος και οι Ρώσοι, ευγνώμονες που από την Κωνσταντινούπολη είχαν πάρει το δώρο της ιερής τους πίστης, στάθηκαν από τότε και στο εξής κοντά στη μεγάλη Μητέρα Εκκλησία, και συνδέθηκαν με τους χριστιανούς ομόδοξους τους με αδελφικούς δεσμούς. Σήμερα, στην τσαρική Ρωσία, η λατρεία είναι ίδια με εκείνη που γοήτευσε τους απεσταλμένους στην Αγία Σοφία.

Στις 16 Ιουλίου του 1054, με το ναό ασφυκτικά γεμάτο από ορθόδοξο κλήρο και λαό, ο καρδινάλιος Ουμβέρτος και δύο ακόμα Λατίνοι επίσκοποι, αντιπρόσωποι του πάπα, προχώρησαν με σταθερό βήμα ως την Αγία Τράπεζα, μέσα στο ιερό. Μετά, κάτω από το κολοσσιαίο ψηφιδωτό του Ιησού με τη γλυκιά ματιά και τα απλωμένα χέρια που ευλογούν, απέθεσαν πάνω στην Αγία Τράπεζα τον παπικό αφορισμό της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και το ανάθεμα απέναντι στις επτά θανάσιμες αιρέσεις των Ελλήνων, που έστελνε τους ίδιους και όσους μοιράζονταν τα δόγματα τους «στην αιώνια συντροφιά του Σατανά και των αγγέλων του». Μετά «αναχώρησαν με αποφασιστικό βήμα, τινάζοντας τη σκόνη από τα πόδια τους και φωνάζοντας: «Ας δει και ας κρίνει ο Θεός»».

Έτσι, το ενιαίο ιμάτιο κομματιάστηκε. Η μέχρι τότε αδιαίρετη χριστιανική Εκκλησία χωρίστηκε στα δύο και από τότε δεν ξαναενώθηκε. Ένας προτεστάντης δεν μπορεί ίσως να διακρίνει καθαρά και να εκτιμήσει το δίκαιο ή το άδικο των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και του πάπα Λέοντα Θ’. Τα ζητήματα αντιλογίας που ήταν τόσο σημαντικά για εκείνους τη μακρινή εκείνη εποχή ίσο)ς σήμερα μας φαίνονται μηδαμινά ή άνευ σημασίας. Θα μπορούσαμε όμως ποτέ να αμφισβητήσουμε το αν διαδραματίστηκε ποτέ στην ιστορία καταστροφικότερο γεγονός για την Ευρώπη και, πάνω απ’ όλα, για τη χριστιανοσύνη της Ανατολής από αυτό που είδαν οι σιωπηλοί τοίχοι της Αγίας Σοφίας; Σήμερα φαίνεται λογικό που ο Μαθάς, επίσκοπος Θήρας, αναφωνεί: «Ανείπωτα φοβερές υπήρξαν οι συνέπειες αυτού του σχίσματος». 

Εδώ, το πρωί του Πάσχα, τον Απρίλιο του 1204, γλέντησαν και ξεφάντωσαν οι Φράγκοι πολεμιστές της Τέταρτης Σταυροφορίας, με χέρια αιματοβαμμένα από την κατάκτηση της πόλης. Ένας αυλικός, καθισμένος στον πατριαρχικό θρόνο, τραγουδούσε αισχρά τραγούδια σε έρρινους τόνους, κοροϊδεύοντας τις ψαλμωδίες των Ελλήνων. Στο μεταξύ, μεθυσμένοι στρατιώτες επιδίδονταν σε ακατονόμαστα όργια με γυναίκες του δρόμου, κι ο ναός αντηχούσε από τα πρόστυχα, σατανικά τους γέλια. Αίμα και κοπριά ανακατεύτηκαν χλευαστικά με τον αγιασμένο άρτο και το κρασί. Την ίδια ώρα, διάφορα ζώα οδηγούνταν μέσα στο ναό κι έβγαιναν πάλι φορτωμένα με πλιάτσικο, και με τα άμφια των ιερέων ριγμένα πάνω τους. 

Με αποτροπιασμό και θλίψη, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ επιτίμησε σκληρά τους Σταυροφόρους, δηλώνοντας ότι «η Ελληνική Εκκλησία θα έβλεπε στο πρόσωπο των Λατίνων μόνο προδοσία και έργα του σκότους και θα τους μισούσε σαν σκυλιά». Μέχρι και σήμερα, η ανάμνηση των πράξεων εκείνων πλανάται άσβεστη μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, δεν είναι περίεργο το ότι, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να φθίνει, πολλοί φανατικοί Έλληνες έβλεπαν με την ίδια απέχθεια τόσο μια ιδέα όσο κι ένα στρατιώτη από τη Δύση.

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΗ ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΥ

Στις 26 Μαΐου του 1204 ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας και του Ενό, αφού πρώτα αφέθηκε να τον πετάξουν πάνω στην ασπίδα του σύμφωνα με το έθιμο των Τευτόνων, στέφθηκε στην Αγία Σοφία πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας της Ανατολής. Δώδεκα μήνες αργότερα, ο ναός αφιέρωνε ένα λαμπρό τάφο για τη σορό του Δάνδολου, του δόγη της Βενετίας, που είχε σταθεί ο πραγματικός νους πίσω από την Τέταρτη Σταυροφορία. Ήταν ο άνθρωπος που ευτέλισε την πίστη του σε υλικό συμφέρον, πνίγοντας την ανάμνηση του πρώτου, υψηλότερου σκοπού του – την ανάκτηση των Ιερών Τόπων και του τάφου του Ιησού – με την κατάκτηση και τη λεηλασία μιας χριστιανικής πρωτεύουσας. Αν και πέθανε σε ηλικία 97 ετών, οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του τον συνόδεψαν ακατάβλητες μέχρι το τέλος.

Λίγους μήνες αργότερα, οι πύλες του ναού άνοιξαν διάπλατα, σαν είσοδος ενός τεράστιου τάφου, για να υποδεχτούν έναν ευγενικότερο και ωραιότερο επισκέπτη. Η Μαρία, νεαρή σύζυγος του Βαλδουίνου, είχε μείνει στη χώρα της όταν, λίγο μετά το γάμο τους, ο σύζυγος της είχε φύγει για τους πολέμους του. Ρομαντική και αφοσιωμένη, μάταια τον είχε παρακαλέσει να την πάρει μαζί του και να μοιραστούν τον κίνδυνο. Όταν, αργότερα, ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη ώστε να μοιραστεί το θρόνο του, το πλοίο της ξέφυγε από την πορεία του και ναυάγησε στην Παλαιστίνη. Η Μαρία έφτασε εντέλει στην πρωτεύουσα μετά από ταλαιπωρίες, περιπλανήσεις και αμέτρητους κινδύνους.

Όμως ο σύζυγος της δεν βρισκόταν εκεί να την υποδεχτεί. Ο Βαλδουίνος είχε πιαστεί αιχμάλωτος του Ιωαννίτση, βασιλιά των Βουλγάρων, είχε θανατωθεί με πολύ άγριο τρόπο, και το κρανίο του, διακοσμημένο με χρυσάφι, χρησίμευε για κούπα στον άγριο κατακτητή. Απελπισμένη και απαρηγόρητη, η Μαρία αρρώστησε βαριά και έσβησε για πάντα. Μέσα από την παθητική ιστορία της, νότα γλυκύτητας και αγάπης μέσα στην άγρια φρίκη της Τέταρτης Σταυροφορίας, φαίνεται εύλογο το ότι αναπαύτηκε επιτέλους μέσα στον πιο αρχοντικό ναό, εκεί όπου είχε ονειρευτεί πως θα την έστεφαν κάποτε βασίλισσα τα χέρια του συζύγου της.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Στα μακρά και ταραγμένα χρονικά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας δεν υπάρχει τίποτα τόσο θλιβερό όσο εκείνη η νύχτα πριν από τη μεγαλειώδη πτώση. Στις 28 Μαΐου του 1453, μία ώρα πριν τα μεσάνυχτα, ο Κωνσταντίνος ήρθε για άλλη μια φορά στην Αγία Σοφία. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, ο ίδιος κι οι αθάνατοι άνδρες του, όπως οι μελλοθάνατοι. Ήξερε, όπως και καθένας από τη σιωπηλή ακολουθία του, πως, αν παρέμεναν πιστοί μέχρι να πεθάνουν, δεν είχαν πια ούτε ένα εικοσιτετράωρο επίγειας ζωής. 

Καμία ελπίδα νίκης, καμία ελπίδα σωτηρίας δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Ίδιο μεγαλείο με εκείνο του γενναίου Λεωνίδα και των Τριακοσίων του στις θρυλικές Θερμοπύλες. Ίσος προς κάθε άνθρωπο στην κρίσιμη ώρα, ο αυτοκράτορας ζήτησε τη συγχώρεση απ’ όλους όσους μπορεί να είχε αδικήσει άθελα του στη σύντομη βασιλεία του. Οι άνδρες, μες στις βαριές πανοπλίες τους, ξέσπασαν σε λυγμούς, κι αυτή ήταν η μοναδική απάντηση που έσπασε εκείνη τη φοβερή σιωπή. Ύστερα ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας πέρασε το κατώφλι που, για αιώνες από τότε, δεν πάτησε κανένας χριστιανός ηγεμόνας.

Την επομένη, η Αγία Σοφία ήταν ασφυκτικά γεμάτη με ένα πλήθος που όμοιο του δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν ήταν τόσο η συρροή όσο η κοινή αγωνία που πλημμύριζε τις ψυχές όλων. Μερικοί αρπάζονταν απ’ τον παλιό μύθο που έλεγε ότι, όταν ο εχθρός έφτανε νικηφόρος στη Στήλη του Κωνσταντίνου, άγγελος Κυρίου θα έβαζε μια πύρινη ρομφαία στα χέρια ενός μικρού παιδιού κι αυτό θα κατατρόπωνε αμέσως τους εισβολείς. Οι Οθωμανοί έριξαν τις πόρτες του νότιου προθάλαμου, όπου ακόμα και σήμερα φαίνονται τα σημάδια της ωμής και ανυπόμονης βίας τους. 

Το συγκεντρωμένο πλήθος των κυνηγημένων, παράλυτο από ανείπωτο φόβο, με βλέμματα πλημμυρισμένα από τρόμο, δεν έφερε καμία αντίσταση. Δεν χύθηκε αίμα, ούτε των κατακτημένων ούτε των κατακτητών. Δεν υπήρξε βία. Οι μισοπεθαμένοι αιχμάλωτοι – καλόγεροι ή κοριτσόπουλα που ο ήλιος δεν είχε δει καλά καλά τα πρόσωπα τους, κυρές από υψηλή γενιά ή παιδιά για τα θελήματα, ευγενείς ή ζητιάνοι – δέθηκαν ανά δύο και, σε μακριές σειρές, σύρθηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα.

ΤΟ ΣΕΒΑΣ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ

Οι Οθωμανοί τρέφουν μεγάλο σεβασμό και βαθύτατη υπόληψη για την Αγία Σοφία. Σ’ αυτό ακολουθούν, άλλωστε, το παράδειγμα του επιφανούς Πορθητή, ο οποίος εκεί πρωτότρεξε μετά τη νίκη που με μόχθο είχε αποσπάσει και του οποίου η πρώτη επίσημη πράξη στην πρωτεύουσα που με τόσο αίμα είχε κατακτήσει ήταν η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Είναι η μόνη απ’ όλες τις εκκλησίες που υπέκυψαν στο Ισλάμ, η οποία διατηρεί ακόμη το χριστιανικό της όνομα, και την οποία οι μουσουλμάνοι αποκαλούν Άγια Σόφια.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες μεταμόρφωσης της Αγίας Σοφίας, τα χριστιανικά της χαρακτηριστικά θα απαλειφθούν μόνο με την καταστροφή της. Η ίδια της η κατασκευαστική δομή δεν υποκύπτει στις απαιτήσεις του ισλαμικού τελετουργικού. Μοιάζει με έναν περήφανο αιχμάλωτο που, σιωπηρά, με αστείρευτη υπομονή αλλά και απίστευτη επιμονή, δεν παύει να αντιστέκεται στις αλυσίδες του. Οι μακριές σειρές των χαλιών της προσευχής πάντοτε απλώνονται στο δάπεδο σε διαγώνιες γραμμές, συχνά άσχετες με την αρμονία του χώρου. Για να κοιτάζουν προς τη Μέκκα, οι πιστοί αναγκάζονται να προσκυνούν στραμμένοι σε μια άβολη κατεύθυνση, προς τη γωνία της εκκλησίας.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ

Στην αιχμάλωτη εκκλησία ο χριστιανός, ενοχλημένος από τις αραβικές επιγραφές και τις οθωμανικές παραδόσεις, νιώθει πόνο και νοσταλγία για κάτι που του ανήκει. Η αειθαλής αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια και οι αόρατες μνήμες του παρελθόντος δεν είναι αρκετές. Αν όμως κατέβει το νότιο υπερώο και, μέσα από τις έξι κιονοστοιχίες αφήσει τη ματιά να ανέβει κατά τη θολωτή σκεπή πάνω απ’ τα πέντε παράθυρα της κεντρικής αψίδας, εκεί, στην αχνή μισοκαλυμμένη επιφάνεια, θα διακρίνει την ψηφιδωτή μορφή ενός τεράστιου Χριστού. 

Θα ξεχωρίσει τα μαλλιά, το μέτωπο, τα πράα μάτια του Σωτήρα και το αχνό περί-γραμμα της μορφής του. Το δεξί χέρι, με γλυκύτητα, «όπως τότε που με αγάπη και πραότητα περπάταγε στη γη», είναι ακόμη απλωμένο σε μια ανείπωτη ευλογία και, με την κίνηση του, μοιάζει να αγκαλιάζει τον άγνωστο επισκέπτη. Μέσα στις σκιές, νιώθει κανείς πως ο Χριστός στέκει ακοίμητος φρουρός πάνω από τους ανθρώπους του.

 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

(ΜΕΡΟΣ Α’)


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Β’ – ΜΕΡΟΣ Γ’

ΠΗΓΕΣ :

(1)

ΜΕΡΟΣ A’ : https://historicaltrails.wordpress.com/2014/03/15/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1-%CE%BF-%CE%BD%CE%B1%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CF%84%CE%BF/

ΜΕΡΟΣ Β’ : https://historicaltrails.wordpress.com/2014/03/16/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1-%CE%BF-%CE%BD%CE%B1%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CF%84-2/

ΜΕΡΟΣ Γ’ :

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ – ΘΕΟΓΟΝΙΑ (ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ)


Κοσμογονίες – Θεογονίες οι Επικρατούσες Θεωρήσεις

Με τον όρο κοσμογονία, (κόσμος+γίγνομαι) εννοείται στη φιλοσοφία μια θεωρία προέλευσης του σύμπαντος, είτε θρησκευτικού, μυθικού, είτε επιστημονικού χαρακτήρα. Στη μυθολογία ειδικότερα ο όρος γίνεται κατανοητός ως μυθική αφήγηση ή σώμα μύθων που σχετίζεται με τη δημιουργία του σύμπαντος. Διαφέρει από την επιστήμη της κοσμολογίας, ως προς το γεγονός ότι η δεύτερη στοχεύει στην κατανόηση της φυσικής συγκρότησης του σύμπαντος και των νόμων που το κυβερνούν.

Το Νεοελληνικό λεξικό στο λήμα αναφέρει: κοσμογονία η [kozmoγonía]:

1. επιστημονική ή μυθολογική θεωρία με την οποία γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί η δημιουργία του σύμπαντος και των ουράνιων σωμάτων.

2. (μτφ.) πολύ σημαντικές, ριζικές και συνήθ. δημιουργικές αλλαγές: Tα τελευταία χρόνια έγινε πραγματική ~ στο χώρο της εκπαίδευσης. [λόγ. < γαλλ. cosmogonie (κυριολ.) < ελνστ. κοσμογονία δημιουργία του κόσμου΄]

Θεογονίες είναι οι κοσμογονίες που έχουν σαν θέμα τους την έκθεση της εξέλιξης με την οποία γεννήθηκαν οι θεοί που κυβερνούν τον κόσμο. Τέτοιες κοσμογονίες θεωρούν τον κόσμο σαν εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα ενός ή περισσότερων θεών. Οι θεοί έχουν την δύναμη να δημιουργούν εκ του μηδενός, γι αυτό αποκαλούνται και δημιουργοί.

Άλλοι κοσμογονικοί μύθοι δέχονται την προΰπαρξη μιας ύλης την οποία ο θεός ή οι θεοί διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Πληροφορίες σχετικές με τη δημιουργία του κόσμου και τη γέννηση των θεών συναντάμε σε λίγους ποιητές της αρχαιότητας.

Οι πρώτες αναφορές υπάρχουν στον Όμηρο, αλλά ενώ είναι αποσπασματικές και σκόρπιες, είναι αρκετές ωστόσο για να σχηματίσουμε μια ικανοποιητική εικόνα για τους θεούς και να αποκτήσουμε μια πρώτη εντύπωση για τη δημιουργία του κόσμου, αληθή ή μη.

Στον κοσμογονικό μύθο -στην κοσμογονία γενικότερα- οι μύθοι παρουσιάζουν μια διπλή σχέση αφενός με το ανθρώπινο σώμα τον μικρόκοσμο, αφετέρου με τον περιβάλλοντα κόσμο τον μακρόκοσμο.Ανιχνεύοντας τις σωματικές λειτουργίες και παρατηρώντας αναλογίες στο περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσπάθησε να ερμηνεύσει τον μακρόκοσμο. Το σώμα και η γη ταυτίζονται σε τέτοιους μύθους, ενώ η ανθρώπινη προέλευση, οι γεωλογικοί σχηματισμοί, το φυτικό και το ζωικό βασίλειο ερμηνεύονται μεταφορές και εικόνες συνήθως σχετιζόμενες με την ανθρώπινη αναπαραγωγή και ανάπτυξη.

Κατά τον ίδιο τρόπο οι παρατηρήσιμες αντιθέσεις και διχοτομίες του κόσμου αναγνωρίζονται ως αγώνας αντιθετικών δυνάμεων, η έκβαση του οποίου είναι η ποικιλομορφία της εξέλιξης.

Την πρώτη οργανωμένη απόπειρα θεογονικής – κοσμογονικής καταγραφής συναντάμε στον Ησίοδο,γύρω στο 740 π.Κ.Ε.. Στο έργο του υπάρχει αναλυτική περιγραφή για τους προ-ολύμπιους θεούς καθώς και για τους Ολύμπιους θεούς. Θεογονίες επίσης έγραψαν ο Απολλόδωρος που ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον Ησίοδο, ο Οβίδιος, και η πιο ενδιαφέρουσα ίσως κοσμογονική αναφορά υπάρχει στον Ορφέα και στους ορφικούς.

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και στοχαστές, μέσα από τους θεογονικούς μύθους θέλησαν να εξηγήσουν, αυτό που πραγματεύονται όλες οι κοσμογονίες, την πρώτη αρχή από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, την εξελικτική πορεία του κόσμου για να φτάσει όπως είναι με τη σημερινή του μορφή, τις δυνάμεις που συγκρατούν την ενότητα του κοσμικού συνόλου και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτό.

Γενικά περί Κοσμογονία – Θεογονία

Οι αρχαίοι Έλληνες, αυτοί οι μεγάλοι που τους διέκρινε απεριόριστο χιούμορ και αχαλίνωτη φαντασία, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν κάποια φαινόμενα έπλεξαν άπειρους μύθους. Φυσικά, ασχολήθηκαν και με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο Ελληνικό Πάνθεο.

Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο. Δυστυχώς όμως ο Όμηρος δε μας απαριθμεί τους απογόνους του Ωκεανού και της Τηθύος.

Ο Ωκεανός και η κόρη του Τιθύς

Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών. Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού.

Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο• δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.

Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.

Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες.

Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ’ ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος.

Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ’ αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ.Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.

Evelyn De Morgan Νύχτα και Ύπνος (1878)

Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχεται διαρκώς τη νύχτα.Λένε πως πολύ αργότερα προήλθαν μέσα από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας ο Ύπνος και ο Θάνατος, δυο αδέρφια που τόσο στενή σχέση έχουν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους, καθώς επίσης και η Απάτη με την Έριδα (Φιλονικία). Η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές.

Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Τα τρομερά παιδιά της ήταν ο Πόνος, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (η Πείνα), οι Μάχες, οι Φόνοι, η Δυσνομία και ο Όρκος, που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους.Η Γη (Γαία) που κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο.

Πρώτα πρώτα η Γαία γέννησε τον Ουρανό, που ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν. Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος. Τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί.Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κοιλοπονάει.

Σε λίγο όμως οι πόνοι έγιναν αφόρητοι• σωστός πόλεμος γινόταν στα έγκατα της Γης, που τρανταζόταν ολόκληρη. Έτσι, μετά από καιρό άρχισαν να ξεφυτρώνουν πάνω στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά. Αυτοί οι γίγαντες ήταν τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν. Ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν. Τελικά η Μάνα Γη αποδέχτηκε τη μοίρα της.

Να όμως που η Γη, προτού συνέλθει από την αναστάτωση που της προκάλεσαν τα Όρη, ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της. Αυτή τη φορά όμως η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Η Γη αισθανόταν ένα ευχάριστο γαργαλητό και ένα μουρμουρητό να ακούγεται στη διάρκεια της νύχτας και να της χαϊδεύει τα αυτιά. Ήταν βέβαια περίεργη να δει τι πλάσμα θα ήταν πάλι αυτό που θα έβγαινε από τα βαθιά της έγκατα.

Η Γαία έσμιξε ερωτικά με τον πρωτότοκο γιο της τον Ουρανό που τον είχε γεννήσει χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο

Είχε στ’ αλήθεια όμως μια προαίσθηση ότι αυτή τη φορά το νέο της παιδί δε θα ήταν τρομερό και φοβερό όπως τα Όρη. Έτσι σε λίγο ξεπηδά από το κορμί της ο απέραντος Πόντος. Αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της• ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα.

Λέγεται μάλιστα ότι μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και με το δεύτερό της γιο. Από την ένωση αυτή προήλθαν όλες οι θεότητες που προσωποποιούν τις δυνάμεις και τις μορφές της θάλασσας, τους ποταμούς, τις πηγές, τις λίμνες και γενικότερα ολόκληρο το υγρό στοιχείο.

Παιδιά του Πόντου και της Γαίας ήταν ο Νηρέας του νερού, ο Θαύμος ο θαυμάσιος, η Ευρυβία η μεγαλοδύναμη, ο Φόρκης και η Κητώ για τα κήτη της θάλασσας.Ο Νηρέας ζευγάρωσε με τη Δωρίδα, μια κόρη του Ωκεανού, και απέκτησε απ’ αυτήν πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες, που προστάτευαν τα πέλαγα και τους θαλασσινούς και ζούσαν μέσα στις θαλασσοσπηλιές.

Ο Θαύμος ενώθηκε με την Ηλέκτρα, μια άλλη κόρη του Ωκεανού, και έφερε στον κόσμο την πολύχρωμη, φτερωτή Ίριδα (προσωποποίηση του ουράνιου τόξου) και τις αρπακτικές Άρπυιες, την Αελλώ, τη Θύελλα και την Ωκυπέτη (Γοργόφτερη). Ο Φόρκης με την Κητώ, τα δυο αδέρφια, έσμιξαν μεταξύ τους και έφεραν στον κόσμο τις δύο Γραίες, γριές από γεννησιμιού τους, και τις τρεις Γοργόνες.

Η Γαία συμβόλιζε για τους Έλληνες την αστείρευτη δύναμη και πηγή γονιμότητας. Θεωρήθηκε η παγκόσμια Μητέρα και μητέρα των θεών.Όσο για τον Έρωτα, την τρίτη πρωταρχική θεότητα, πρέπει να πούμε ότι δεν ήταν ο γνωστός σκανταλιάρης θεός, ο γιος της Αφροδίτης που τόξευε με τα βέλη τους θεούς και ανθρώπους, αλλά μια δύναμη έλξης που οδηγούσε τα στοιχεία στις ενώσεις και τις συνθέσεις τους. Είχε απεριόριστη δύναμη, αλλά ήταν ο μόνος από τις τρεις πρώτες δυνάμεις που δεν απέκτησε δικά του παιδιά.

Κοσμογονία και Ανθρωπομορφισμός 

Το ουσιαστικό μεταφυσικό ερώτημα που επιδιώκουν να απαντήσουν οι κοσμογονικοί μύθοι είναι αυτό της προέλευσης. Η εμφάνιση της Ημέρας από τη Νύχτα, η ανάπτυξη των Φυτών από τους σπόρους, η προέλευση του καιρού και οι εποχές, όλα αυτά φαίνεται πως προκαλούσαν ερωτηματικά στον πρωτόγονο νου σχετικά με την πηγή των φαινομένων. Η ανάγκη για περιγραφή αυτής της προέλευσης φαίνεται πως διαμόρφωσε τους κοσμογονικούς μύθους, προσαρμόζοντάς τους στην ανθρώπινη μορφή.

Η κεντρική ανθρωπομορφική εικόνα στους περισσότερους καταγραμμένους μύθους της δημιουργίας είναι αυτή της ανθρώπινης γέννησης. Πρόκειται για τον πλέον διαδεδομένο Ανθρωπομορφισμό των βασικών αρχών ή των δυνάμεων της δημιουργίας στη σύλληψη των αρχέγονων γονέων, αρσενικού και θηλυκού. Στον κλασικό Ελληνικό μύθο του Ησίοδου, η γήινη μητέρα, Γαία, γονιμοποιείται από τον ουράνιο πατέρα, τον Ουρανό, και γεννά τον Κρόνο, ο οποίος θανατώνει στη σειρά διαδοχής τον πατέρα του και ενώνεται με τη μητέρα του για να σπείρει μια φυλή Γιγάντων, τα πρώτα θνητά όντα στον κόσμο. Το φύλο της γης και του ουρανού αντιστρέφεται στον Αιγυπτιακό κοσμογονικό μύθο, ο όποιος απεικονίζει την Νουτ να υψώνεται πάνω από τον γήινο θεό Γκεμπ ως ουράνια προστάτιδα του συζύγου της.

Σε ότι αφορά στην Ινδουϊστική κοσμογονία στην Μπριχαρντ-αρανυάκα Ουπανισάντ (Brihard-aranyaka Upanishad) (περ.700 Π.Κ.Ε./π.Χ.) αναφέρεται πως στην αρχή ο κόσμος δεν ήταν παρά μόνον ο Εαυτός, ο Μπράχμαν, στη μορφή αρσενικού. Μέσω της εκφοράς του λόγου συνειδητοποίησε το Είμαι. Ωστόσο, νιώθοντας μόνος, χώρισε τον εαυτό του στη μέση. Το άλλο μισό του έγινε γυναίκα, την οποία αγκάλιασε. Για να του ξεφύγει, εκείνη μεταμορφώθηκε σε Αγελάδα, κατόπιν σε Κατσίκα, σε Πρόβατο, εντέλει σε όλα τα θηλυκά ζώα που υπάρχουν.

Εκείνος την ακολούθησε μεταμορφωμένος σε όλα τα αντίστοιχα αρσενικά πλάσματα, προκειμένου να την αγκαλιάσει, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο όλα τα ζεύγη ζώων που υπάρχουν στον κόσμο. Βλέποντας τον πολλαπλασιασμό των ζωντανών πλασμάτων από τη δική του μεταμόρφωση και τη μεταμόρφωση της συντρόφου του, απευθύνθηκε στον εαυτό του λέγοντας «είμαι πράγματι η δημιουργία γιατί εγώ τα γέννησα όλα αυτά». Στην αφήγηση παραβλέπεται πως η κινητήρια δύναμη όλων αυτών των μεταμορφώσεων ήταν η απροθυμία της συντρόφου του να ενωθεί μαζί του.

Η γενετήσια ορμή μπορεί να δημιουργήσει τη γη καθώς επίσης και τα ζώα που κατοικούν σε αυτήν. Η εμφάνιση από τη Θάλασσα των ηφαιστειακών νησιών της Ιαπωνίας εξηγείται ως τοκετός, των νησιών, που είναι απόγονοι δύο θεϊκών πνευμάτων, της Ιζανάμι και του Ιζανάγκι. Τα πρώτα παιδιά του θεϊκού ζεύγους, τα πρώτα Κάμι ήταν ατελή. Το λάθος, σύφωνα με τον μύθο, ήταν ότι την πρωτοβουλία την πήρε η Γυναίκα και για αυτό τα παιδιά δεν βγήκαν τέλεια. Τη δεύτερη φορά, η σειρά της προτεραιότητας επανορθώθηκε, ο Άνδρας μίλησε πρώτα και τα κάμι γεννήθηκαν απαλλαγμένα από ατέλειες. Από αυτόν τον δεύτερο κύκλο διαμορφώθηκαν τα οκτώ νησιά της Ιαπωνίας και όλα τα δάση, τα βουνά, οι ποταμοί και οι κοιλάδες τους.

Διάφοροι κοσμογονικοί μύθοι μιλούν για ένα αρχέγονο σώμα, από το οποίο προήλθαν όλα τα μέρη του κόσμου. Σε ένα Σκανδιναβικό μύθο όταν τα Παγόβουνα του βορρά συνάντησαν το πύρινο βασίλειο του νότου, ο λιωμένος Πάγος μεταμορφώθηκε στο σχήμα του κοιμισμένου γίγαντα του Υμίρ. Από τη σάρκα του σχηματίστηκε το χώμα, από τα κόκαλά του δημιουργήθηκαν τα Βουνά και οι λίθοι, τα μαλλιά του έγιναν βλάστηση και το Αίμα του θάλασσα. Συχνότερα τούτο το αρχέγονο σώμα απαντάται ως θηλυκό, όπως στη Μυθολογία των Αζτέκων με τον κύριο κοσμογονικό μύθο του μεγάλου θηλυκού γήινου τέρατος, που σχίστηκε στη μέση από τους θεούς Κετζαλκοάτλ και Τεξκατλιπόκα. Το κάτω μισό του σώματός της εξυψώθηκε για να δημιουργήσει τον ουρανό και το άνω μισό δημιούργησε τη Γη.

Οι κοσμογονικοί μύθοι σε πολλούς πολιτισμούς αποδίδουν τα διαφορετικά μέρη του κόσμου στα διαφορετικά μέρη του σώματος μιας θείας ύπαρξης, ή δίνουν εναλλακτικές ερμηνείες για την προέλευση των φύλων. Στον Βαβυλωνιακό μύθο ο Μαρντούκ σκοτώνει το θηλυκό ερπετό Τιαμάτ και από το διαμελισμένο σώμα του δημιουργεί τον ουρανό και τη γη. Όπως και στη Σκανδιναβική μυθολογία παραπάνω, έτσι και στον βεντικό μύθο το σώμα του γίγαντα Πουρούσα είναι η βάση του σύμπαντος.

Η έννοια των ζευγών αντιθέτων που πηγάζουν από το ένα εμφανίζεται συνήθως στη μυθολογία μέσω της ιδέας δύο αντιτιθέμενων αρχών της ύπαρξης, οι ανταγωνισμοί των οποίων παρέχουν τους σπόρους της δημιουργίας. Στον Ζωροαστρικό κοσμογονικό μύθο ο κόσμος δημιουργείται και συντηρείται από δύο αντίθετες δυνάμεις, τον Άχουρα Μάζδα, τον κύριο της ζωής και τον Άνγκρα Μάινγιου, τον δαίμονα του ψεύδους. Ο δαίμονας του ψεύδους, όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος από τον Άχουρα Μάζδα, διέφθειρε κάθε μόριο της ύπαρξής του.

Ωστόσο, ήταν εκείνος που διαταράσσοντας τη σταθερή τάξη των άστρων, προκάλεσε την ουράνια κίνηση. Επίσης, ήταν εκείνος που κατέστρεψε τα πρώτα δημιουργημένα φυτά και σκορπίζοντάς στα πέρατα του κόσμου, γέμισε τη γη με βλάστηση. Τέλος θανατώνοντας το μόνο δημιουργημένο πλάσμα, τον αρχέγονο ταύρο, από το σπέρμα του δημιούργησε τα πτηνά του ουρανού, τα ιχθυόμορφα πλάσματα των υδάτων και τα κτήνη της γης.

Μια παράλληλη ιστορία της δημιουργίας του κόσμου μέσω της έντασης που παράγουν οι αντιτιθέμενες δυνάμεις βρίσκεται στον κοσμογονικό μύθο των Χουρόν, ο όποιος μιλά για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος από τους δίδυμους που γέννησε η Γυναίκα που Έπεσε από τον Ουρανό. Ο κακός δίδυμος ξεπήδησε από τη μασχάλη της μητέρας του, ενώ ο καλός, ο Τσέντσα, γεννήθηκε με τον συνηθισμένο τρόπο.

Όταν λοιπόν ο Τσέντσα δημιούργησε εύφορες κοιλάδες ο Ταγουεσκάρε τις εξύψωσε και δημιούργησε τα άγονα βουνά. Ο ένας δημιουργούσε λουλούδια και καρποφόρα δέντρα, ενώ ο αδελφός του έσπερνε αγκάθια στα φυτά κι έκανε τους καρπούς μικρότερους. Ο καλός δίδυμος έφτιαχνε ψάρια και άλλα ζώα, ενώ ο κακός δίδυμος τα εφοδίαζε με κοφτερά δόντια και κέρατα.

Μικρόκοσμος και Μακρόκοσμος  

Στον κοσμογονικό μύθο -στην κοσμογονία γενικότερα- οι μύθοι παρουσιάζουν μια διπλή σχέση αφενός με το ανθρώπινο σώμα τον μικρόκοσμο, αφετέρου με τον περιβάλλοντα κόσμο τον μακρόκοσμο. Ανιχνεύοντας τις σωματικές λειτουργίες και παρατηρώντας αναλογίες στο περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσπάθησε να ερμηνεύσει τον μακρόκοσμο.

Το σώμα και η γη ταυτίζονται σε τέτοιους μύθους, ενώ η ανθρώπινη προέλευση, οι γεωλογικοί σχηματισμοί, το φυτικό και το ζωικό βασίλειο ερμηνεύονται μεταφορές και εικόνες συνήθως σχετιζόμενες με την ανθρώπινη αναπαραγωγή και ανάπτυξη. Κατά τον ίδιο τρόπο οι παρατηρήσιμες αντιθέσεις και διχοτομίες του κόσμου αναγνωρίζονται ως αγώνας αντιθετικών δυνάμεων, η έκβαση του οποίου είναι η ποικιλομορφία της εξέλιξης.

Η Κοσμογονία των Αρχαίων Ελλήνων  

Ο ανθρώπινος νους προσπάθησε να δώσει απάντηση στα μεγάλα κοσμολογικά ερωτήματα δημιουργώντας βήμα-βήμα την επιστήμη της Κοσμολογίας, που ασχολείται με την επιστημονική διερεύνηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του Σύμπαντος, μέσω της μελέτης της κατανομής της ύλης και της ενέργειάς της στον χώρο και τον χρόνο.

Σήμερα, παρά το πλήθος των πληροφοριών που λαμβάνουμε συνεχώς για το Σύμπαν, με τα υπερσύγχρονα αστρονομικά όργανα και τα δορυφορικά παρατηρητήρια, εντούτοις βασικά κοσμολογικά προβλήματα παραμένουν ώς έχουν.

Οι γνώσεις μας εξακολουθούν να είναι μάλλον λιγοστές και αδυνατούν να δώσουν μία σαφή και τελική απάντηση σε μια σειρά ερωτημάτων, τα οποία από τα πανάρχαια χρόνια απασχολούσαν, και βέβαια απασχολούν ώς σήμερα, την ανθρώπινη σκέψη.

α) Πώς και γιατί δημιουργήθηκε το Σύμπαν;
β) Τί υπήρχε πριν; Πριν δηλαδή υπάρξει η συμπαντική δημιουργία;
γ) Πώς εξελίσσεται και πού θα καταλήξει το γιγάντιο αυτό δημιούργημα;

Κοσμογονικοί Μύθοι   

Κεντρικό θέμα της κοσμογονίας είναι ο κοσμογονικός μύθος ή εναλλακτικά μύθος της δημιουργίας. Ο κοσμογονικός μύθος -όσον αφορά στα μυθολογικά και θρησκευτικά του συμφραζόμενα- ερμηνεύει την απαρχή του σύμπαντος ως εσκεμμένη πράξη δημιουργίας ενός υπέρτατου όντος. Η επέκταση του όρου πέρα από το μαγικοθρησκευτικό και μυθολογικό εννοιολογικό του πλαίσιο εισάγει στη γενική χρήση της έννοιας μη θρησκευτικές ή μυθογενείς θεωρίες που στηρίζονται στη σύγχρονη επιστήμη ή τη φιλοσοφία. Η θεωρία της πανσπερμίας, η Μεγάλη έκρηξη και η εξελικτική θεωρία εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία κοσμογονικών ερμηνειών, που ξεφεύγουν από τα όρια της επικράτειας του μύθου και περνούν στα όρια της επικράτειας του παρατηρήσιμου φυσικού σύμπαντος.

Ο κοσμογονικός μύθος είναι μια κοσμογονία, μια ιστορία που περιγράφει την προέλευση του κόσμου. Ασχολείται με τη δημιουργία του κόσμου και των ανθρώπινων όντων. Όλοι οι πολιτισμοί διαθέτουν δικούς τους κοσμογονικούς μύθους, που στην προκειμένη περίπτωση αντανακλούν όχι μόνο την αντίληψη ενός δεδομένου πολιτισμού και της κοινωνίας του για τον περιβάλλοντα κόσμο και το νόημά του, αλλά υποδεικνύουν επίσης τις βασικές προτεραιότητές του.

Οι κοσμογονικοί μύθοι είναι αιτιολογικοί ως προς τη φύση τους και «ερμηνεύουν» τον κόσμο της προεπιστημονικής εποχής -το πώς διαμορφώθηκε δηλαδή ο κόσμος και από πού προήλθαν οι άνθρωποι. Αν και κάθε κοσμογονικός μύθος απεικονίζει τις αντιλήψεις ενός μεμονωμένου πολιτισμού, υπάρχουν βασικά πρότυπα βάσει των οποίων μπορούμε να συγκρίνουμε τους διάφορους κοσμογονικούς μύθους, λαμβάνοντας ωστόσο υπ’ όψη μας τις περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες και τις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην προβολή διαφορετικών διαφορετικών χαρακτηριστικών του μύθου. Τούτο γιατί ο μύθος σαφώς εμπλέκεται σε ό,τι ορίζουμε ως ιστορική περίοδο και παραμένει κινητήρια δύναμη σε πολλαπλές κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις.

Κεντρικά πρότυπα μυθολογικού συγκρητισμού σε ό,τι αφορά στον κοσμογονικό μύθο θεωρούνται από τους μυθολόγους αφηγήσεις για τον Κατακλυσμό, ο δημιουργός, το πρώτο ζεύγος, ο αγώνας ανάμεσα στο χάος και τη μορφή. Στους μύθους της δημιουργίας το τίποτα γίνεται κάτι, το χάος γίνεται κόσμος που μπαίνει σε τάξη από τον Λόγο — τη δύναμη που διευθετεί το σύμπαν. Επίσης απαντάται συχνά το πρότυπο της δημιουργίας από ένα κοσμικό αυγό ή από τα κοσμικά ύδατα. Σε όλες τις περιπτώσεις οι μύθοι διαφοροποιούνται στην αφηγηματική τους εξέλιξη, ερμηνεύοντας ή αναλύοντας με διαφορετικό τρόπο το ίδιο κεντρικό αρχέτυπο.

Θεογονία Κοσμογονία και Ανθρωπογονία  

Το Κοσμικό Αβγό

Οι ορφικοί, οπαδοί θρησκευτικής κίνησης που εμφανίστηκε τον 6ο π.Χ. αι., απέδιδαν την ίδρυση της θρησκείας τους στον Ορφέα και τον θεωρούσαν δημιουργό πολλών επικών ποιημάτων με τον τίτλο Θεογονίαι. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτά τα ποιήματα έχει χαθεί.

Στη θεογονία των ορφικών εκτός από το χάος, τη γαία, τον ουρανό, τον ωκεανό υπάρχουν κι άλλες πρωταρχικές δυνάμεις όπως ο χρόνος, ο αιθέρας, το ύδωρ και το κοσμικό αβγό.

Η δημιουργία

Στην αρχή υπήρχε ο αγήραος (αγέραστος) χρόνος. Από το χρόνο δημιουργήθηκε ο αιθήρ και γύρω του ένα απέραντο χάσμα, το χάος τυλιγμένο σε βαθύ έρεβος. Μέσα στον αιθέρα δημιούργησε ο χρόνος το κοσμικό αβγό, που έλαμπε μέσα στο χάος. Από το αργυρό αβγό (ωόν αργύφεον) εκκολάφθηκε ο Φάνης, (ή Φαέθων ή Πρωτόγονος ή Μήτις ή Έρως ή Ηρικεπαίος) που ήταν και αρσενικός και θηλυκός, με τέσσερα μάτια, τέσσερα κεφάλια με μορφή ζώου, χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού. Το όνομά του υποδηλώνει το φως και τον θεωρούσαν σαν το φωτεινό δημιουργό του κόσμου. Δημιούργησε τον ουρανό για να κατοικούν οι θεοί, τη γη και τη σελήνη. Με την αδελφή του τη Νύχτα γέννησε τον Ουρανό, που τον έκανε κυρίαρχο στους θεούς και τη Γη (ος πρώτος βασίλευσε θεών μετά μητέρα Νύκτα).

Η διαδοχική γέννηση των θεών γίνεται όπως και στη Θεογονία του Ησίοδου με κάποιες μικρές αποκλίσεις. Ο Ουρανός εκδιώκεται από τον Κρόνο κι εκείνος με τη σειρά από το Δία, που δημιουργεί εκ νέου τον κόσμο.

Ο Ζευς καταβροχθίζει το Φάνητα κι έτσι γίνεται παντοδύναμος και κυρίαρχος των πάντων. Κέντρο της θεογονίας είναι ο γιος του Δία και λυτρωτής του κόσμου Ζαγρεύς Διόνυσος. Ο Διόνυσος Ζαγρεύς ήταν γιος του Δία και της Κόρης – Περσεφόνης και με τη γέννησή του τερματίζεται η δημιουργία θεϊκών όντων.

Οι Τιτάνες κατατεμαχίζουν και κατασπαράζουν το Διόνυσο, μόνο που η Αθηνά καταφέρνει να περισώσει την καρδιά του με την οποία ο Δίας τον ξαναδημιουργεί και τον επαναφέρει στη ζωή. Ο Δίας με τους κεραυνούς του τιμωρεί τους Τιτάνες και από τη στάχτη τους φτιάχνει το γένος των ανθρώπων. Αλλά επειδή η τέφρα των Τιτάνων περιείχε και την τέφρα του καταβροχθισθέντος Διονύσου, ο άνθρωπος έχει δυο φύσεις. Μία τιτανική και μία θεϊκή. Θεϊκή είναι η ψυχή του και τιτάνιο είναι το σώμα του.

Η ψυχή για τους Ορφικούς 

Σύμφωνα με τους ορφικούς η ανθρώπινη ψυχή φυλακίστηκε μέσα το σώμα ως συνέπεια του αμαρτήματος των Τιτάνων. Οι άνθρωποι οδηγούνται προς τη λύτρωση μέσα από την προσπάθεια να αποσπάσουν και να διαχωρίσουν μέσα τους το θεϊκό στοιχείο από το τιτανικό.

Αλλά η οδός αυτή είναι μακρά, γιατί η ψυχή υπόκειται συνεχώς σε νέες μετενσαρκώσεις, επιστρέφοντας στη γη μετά από πρόσκαιρη διαμονή στον Άδη και πρέπει να ολοκληρώσει ολόκληρο τον κύκλο των γενέσεων και τη σειρά των μετεμψυχώσεων γιατί:

ἔστιν Ἀνάγκης χρῆμα, θεῶν ψήφισμα παλαιόν, 

ἀίδιον, πλατέεσσι κατεσφρηγισμένον ὅρκοις• 

εὖτέ τις ἀμπλακίηισι φόνωι φίλα γυῖα μιήνηι, 

<νείκεΐ θ’> ὅς κ(ε) ἐπίορκον ἁμαρτήσας ἐπομόσσηι, 

δαίμονες οἵτε μακραίωνος λελάχασι βίοιο, 

τρίς μιν μυρίας ὧρας ἀπὸ μακάρων ἀλάλησθαι, 

φυομένους παντοῖα διὰ χρόνου εἴδεα θνητῶν 

ἀργαλέας βιότοιο μεταλλάσσοντα κελεύθους. 

αἰθέριον μὲν γάρ σφε μένος πόντονδε διώκει, 

πόντος δ’ ἐς χθονὸς οὖδας ἀπέπτυσε, γαῖα δ’ ἐς αὐγὰς 

ἠελίου φαέθοντος, ὁ δ’ αἰθέρος ἔμβαλε δίναις• 

ἄλλος δ’ ἐξ ἄλλου δέχεται, στυγέουσι δὲ πάντες. 

τῶν καὶ ἐγὼ νῦν εἰμι, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης, 

νείκεϊ μαινομένωι πίσυνος. 

(Υπάρχει χρησμός της ανάγκης, απόφαση των θεών από παλιά… τρεις μυριάδες εποχές να περιπλανιόνται μακριά από τη χώρα των Μακάρων, και να παίρνουν κατά τη γέννησή τους, με το πέρασμα του χρόνου, παντοειδείς μορφές θνητών… από αυτούς είμαι κι εγώ, εξόριστος των θεών και περιπλανώμενος).

Ο Εμπεδοκλής στον οποίο ανήκουν οι παραπάνω στίχοι ισχυρίζεται ακόμη:

ἤδη γάρ ποτ’ ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε 

θάμνος τ’ οἰωνός τε καὶ ἔξαλος ἔλλοπος ἰχθύς. 

(μέχρι τώρα κάποτε έγινα και αγόρι και κορίτσι και θάμνος και πουλί και υδρόβιος άλαλος ιχθύς)

Το τέρμα του κύκλου των γεννήσεων σημαίνει, για τους ορφικούς, τον πλήρη εξαγνισμό της ψυχής, η οποία επιστρέφει στο θεό του οποίου είναι μέρος.

Ο Δίας μια πανθεϊστική θεότητα 

Στους ορφικούς ο Δίας κατέχει τη θέση μιας πανθεϊστικής θεότητας

Ζεὺς πρῶτος γένετο, Ζεὺς ὕστατος ἀρχικέραυνος• 

Ζεὺς κεφαλή, Ζεὺς μέσσα, Διὸς δ’ ἐκ πάντα τέτυκται• 

Ζεὺς πυθμὴν γαίης τε καὶ οὐρανοῦ ἀστερόεντος• 

Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄμβροτος ἔπλετο νύμφη• 

Ζεὺς πνοιὴ πάντων, Ζεὺς ἀκαμάτου πυρὸς ὁρμή• 

Ζεὺς πόντου ῥίζα, Ζεὺς ἥλιος ἠδὲ σελήνη• 

Ζεὺς βασιλεύς, Ζεὺς ἀρχὸς ἁπάντων ἀρχικέραυνος• 

πάντας γὰρ κρύψας αὖθις φάος ἐς πολυγηθὲς 

ἐκ καθαρῆς κραδίης ἀνενέγκατο, μέρμερα ῥέζων.

 

(Ο Ζευς είναι η κεφαλή, ο Ζευς είναι η μέση και από το Δία δημιουργούνται τα πάντα.

Ο Ζευς είναι ο πυθμένας της γης και του έναστρου ουρανού.

Ο Ζευς έγινε άνδρας και αθάνατη νύμφη.

Ο Ζευς είναι η πνοή των πάντων, η ορμή του ακούραστου πυρός,

η ρίζα της θάλασσας. Ο Ζευς είναι ο ήλιος και η σελήνη.

Ο Ζευς με τους λαμπρούς κεραυνούς είναι η αρχή των πάντων…)

Η θεογονία του Ομήρου

Θεών γένεσις

Οι μαρτυρίες που βρίσκονται στην Ιλιάδα του Ομήρου σχετικά με τη γέννηση των θεών και τη δημιουργία του κόσμου είναι σκορπισμένες αλλά αρκετές έτσι ώστε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τη θεολογία του Ομήρου. Ο Όμηρος θεωρεί σαν πρώτη αρχή από την οποία γεννήθηκαν οι θεοί τον Ωκεανό.

Σύμφωνος με τους παλιούς μύθους ο Όμηρος επαναλαμβάνει ότι ο πρώτος θεός του κόσμου ήταν ο Ωκεανός. Ο Ωκεανός όταν ζευγάρωσε με τη σύζυγό του Τηθύν απόκτησε παιδιά τους άλλους θεούς. Σημαντική θέση σε αυτήν την ιεραρχία κατέχει και ο Ουρανός από τον οποίο κατάγονται θεοί, αφού και οι Ολύμπιοι θεοί και οι Τιτάνες αποκαλούνται Ουρανίωνες.

Ο Δίας με τον Κρόνο αγωνίζονται για την εξουσία ανάμεσα στους θεούς και ο ηττημένος Κρόνος μαζί με τους Τιτάνες εξορίζεται στον Τάρταρο, στην έσχατη δηλαδή περιοχή του σύμπαντος, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη.

Perino del Vaga Θεογονία 1529

Κατόπιν κληρώσεως οι τρεις γιοι του Κρόνου, Ζευς (Δίας), Ποσειδών και Άδης κυριαρχούν στον ουρανό, στη θάλασσα και στον Κάτω κόσμο αντίστοιχα. Όσο για τη γη συμφωνούν να την κυβερνούν κι οι τρεις από κοινού. Ανώτερος όλων θεωρείται ο Ζευς, ο οποίος ονομάζεται «πατέρας θεών και ανθρώπων» και παίρνει το επίθετο «Κρονίδης» και με αυτό χαρακτηρίζεται σαν ο διάδοχος στην εξουσία του Κρόνου, αφού δηλώνεται σαν ο κύριος κληρονόμος αυτής. Με την Ήρα έχει αποκτήσει τον Άρη, με τη Λητώ τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, με τη Διώνη την Αφροδίτη. Παιδιά του είναι ακόμα η Αθηνά, ο Ήφαιστος, οι Μούσες, οι Νύμφες των βουνών, η Άτη, οι Λιτές.

Ο Όμηρος έχει απασχολήσει τους αρχαίους μελετητές ακόμη και για την ετυμολογία του ονόματός του. Ο Έφορος (έζησε μεταξύ του 405 και 330 π.Χ., μαθητής του Ισοκράτη), υποστήριξε ότι το όνομα Ὀμηρος δηλώνει τον τυφλό (ὁ μῆ ὁρῶν). Μεταγενέστεροι υποστήριξαν ότι το όνομα φανερώνει αυτόν που συναρμολόγησε διάφορα ανεξάρτητα επικά άσματα (ὁμοῦ ἂρω). Άλλοι το ταυτίζουν με το όνομα του αρχαίου αοιδού από τη Θράκη του Θάμυρι και ισχυρίζονται ότι το όνομα αυτό φανερώνει εν γένει τον ποιητή.

Η Θεογονία του Φερεκύδη

Ζας, Κρόνος – Χρόνος και Χθονίη

Ο Φερεκύδης ο Σύριος με το έργο του Πεντέμυχος ή Επτάμυχος παρουσιάζει μια πολύ προσωπική θεώρηση της Θεογονίας. Σκοπός του ήταν να δώσει νέες απαντήσεις σε παραδοσιακού τύπου θεογονικά ερωτήματα. Για το Φερεκύδη τα πρωταρχικά όντα υφίστανται ανέκαθεν και έχουν τα ονόματα Ζας, Κρόνος (Χρόνος) και Χθονίη. Με αυτόν τον τρόπο ο Φερεκύδη θέλησε να λύσει το θεογονικό πρόβλημα της παρουσίας του κυρίαρχου θεού τοποθετημένου πάνθεον της γενεαλογίας των θεών. Πιθανότατα στο πρόσωπο του Ζα να συμπίπτουν ο Ουρανός κα ο Ζευς.

Οι κοσμικές περιοχές

Η Χθονίη εκπροσωπεί τη γη, αλλά μόνο μετά το γάμο της με το Ζα παίρνει τις ιδιότητες και το όνομα της Γης. Ο Δίας υφαίνει για αυτό το σκοπό, σαν γαμήλιο δώρο, επάνω στην «υπόπτερον δρυν» ένα γαμήλιο πέπλο που δωρίζει στη Χθονίη, τη νύφη. Από την ένωση του Ζα και της Χθονίης και από την εκροή σπέρματος του Κρόνου – Χρόνου γεννήθηκαν κοσμικές περιοχές. Στους μυχούς αυτών των περιοχών γεννήθηκαν άλλες θεότητες.

Έτσι γεννήθηκε ο θεός Οφιονέας ο οποίος οδήγησε την παράταξή του ενάντια στην παράταξη του Κρόνου σε αγώνα για την κυριαρχία του ουρανού. Οι ηττημένοι γκρεμίστηκαν στον Ωγηνό, δηλαδή στον Ωκεανό. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρει ότι ο Οφίων και η πάρεδρός του Ευρυνόμη, κόρη του Ωκεανού, βασίλευαν στους Τιτάνες, πριν από την εποχή του Κρόνου και της Ρέας. Ο Κρόνος και η Ρέα πήραν την εξουσία και γκρέμισαν τον Οφίωνα και την Ευρυνόμη στον Τάρταρο. Ο Φερεκύδης θεωρεί, ότι ο Δίας μεταμορφώθηκε σε Έρωτα.

Η Θεογονία του Απολλόδωρου   

Ουρανός – Γη

»Οὐρανός πρῶτος τοῦ παντός ἐδυνάστευσε κόσμου…»

Ο Απολλόδωρος αρχίζει τη θεογονία του με τον Ουρανό ο οποίος ήταν ο πρώτος που εξουσίαζε το σύμπαν. Πήρε γυναίκα του τη Γη και γέννησε μαζί της τους Εκατόγχειρες, τους Κύκλωπες και τους Τιτάνες. Αργότερα ο Ουρανός έδεσε και φυλάκισε τους Κύκλωπες στον Τάρταρο, έναν σκοτεινό τόπο στον Άδη, που απέχει από τη γη όσο απέχει η γη από τον ουρανό. Αγανακτισμένη από το χαμό των παιδιών της που πετάχτηκαν στον Τάρταρο, η Γη πείθει τους Τιτάνες να επιτεθούν εναντίον του πατέρα τους και οπλίζει τον μικρότερο από τους Τιτάνες, τον Κρόνο, με ένα ατσάλινο δρεπάνι.

Εκείνοι με εξαίρεση τον Ωκεανό, του επιτίθενται και ο Κρόνος του αποκόπτει τα γεννητικά όργανα με το δρεπάνι που του είχε δώσει η μητέρα του και τα ρίχνει στη θάλασσα. Από το αίμα του Ουρανού γεννήθηκαν οι Ερινύες. Έτσι αφού τον έριξαν από το θρόνο, οι Τιτάνες, επανέφεραν τα αδέλφια τους από τον Τάρταρο και παρέδωσαν την εξουσία στον Κρόνο.

Η προφητεία του Ουρανού

Όταν ο Κρόνος ανέλαβε την εξουσία έδεσε και φυλάκισε κι αυτός με τη σειρά του τους Κύκλωπες στον Τάρταρο και πήρε για σύζυγό του την αδελφή του Ρέα. Ο Ουρανός και η Γη προφήτεψαν για το μέλλον του και επέμεναν πως θα του αρπάξει το θρόνο το ίδιο του το παιδί. Μπροστά σε αυτήν την προφητεία ο Κρόνος κατάπινε όποιο παιδί του γεννούσε η Ρέα.

Εκείνη όμως γέννησε κρυφά το Δία σε ένα σπήλαιο της Κρήτης και παρέδωσε το παιδί στους Κουρήτες και στις νύμφες Αδράστεια και Ίδη για να το αναθρέψουν. Η Ρέα, για να μην υποπτευθεί τίποτα ο Κρόνος, τύλιξε στα σπάργανα μια πέτρα, αντί του νεογέννητου Διός και την έδωσε στον Κρόνο να την καταπιεί.

Οι Ολύμπιοι θεοί

Όταν μεγάλωσε ο Δίας συνεργάστηκε με τη Μήτι, κόρη του Ωκεανού, η οποία έδωσε στον Κρόνο να πάρει κάποιο φάρμακο. Το φάρμακο ήταν τόσο ισχυρό που ο Κρόνος αναγκάστηκε να εξεμέσει τα παιδιά που είχε καταπιεί. Με τη βοήθειά τους ο Δίας κήρυξε τον πόλεμο στον Κρόνο και στους Τιτάνες. Μετά από δέκα χρόνια πολέμου η Γη προφήτεψε στο Δία πως θα κέρδιζε μόνο αν είχε για συμμάχους του τους φυλακισμένους στον Τάρταρο Κύκλωπες.

Ελληνικό Πάνθεον – Οι Ολύμπιοι Θεοί

Ο Δίας τους απελευθέρωσε κι εκείνοι χάρισαν στο Δία τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα την περικεφαλαία και στον Ποσειδώνα την τρίαινα. Έτσι οπλισμένοι με τα δώρα των Κυκλώπων νίκησαν τους Τιτάνες κι αφού τους φυλάκισαν στον Τάρταρο εγκατέστησαν φρουρούς τους Εκατόγχειρες. Ο Δίας με τα αδέλφια μοίρασαν με κλήρο την εξουσία. Στο Δία έτυχε η εξουσία του ουρανού, στον Ποσειδώνα η εξουσία της θάλασσας και στον Πλούτωνα το βασίλειο του Άδη.

Ο Απολλόδωρος ήταν Αθηναίος και έζησε περίπου το 2ο αι. π.κ.ε. Στη Βιβλιοθήκη του κατέγραψε τους μύθους από τις πρώτες θεογονίες έως τα χρόνια του Θησέα. Πολλά από τα έργα του έχουν χαθεί. Ανάμεσά τους και 24 βιβλία Περί θεών.

Η Θεογονία του Ησίοδου   

Ησιόδεια Ανθρωπογονία

Σύμφωνα με τον Ησίοδο ο Δίας και ο Προμηθέας βρίσκονταν σε μεγάλη αντιμαχία. Έτσι με εντολή του Δία ο Ήφαιστος πλάθει με χώμα και νερό την Πανδώρα,την πρώτη γυναίκα. Η Αφροδίτη και οι Χάριτες τη στολίζουν με χάρη, η Αθηνά της διδάσκει τις τέχνες και τέλος ο Ερμής της φυτεύει μέσα στα στήθη της τα ψέματα και τα πλάνα λόγια που μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη συμφορά. Η Πανδώρα άνοιξε και το καπάκι από το κουτί που περιείχε όλα τα κακά του κόσμου κι έτσι «μύρια πάθη στους ανθρώπους σκόρπισαν».

Πρωταγόρας – Πλατωνικός Διάλογος

Σύμφωνα με τον πλατωνικό διάλογο οι θεοί έπλασαν τα ζώα μέσα από γη και φωτιά, σμίγοντας και όσα με τη φωτιά και με τη γη γίνονταν κράμα. Όταν έπρεπε να τα στείλουν στο φως πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν δυνάμεις στο καθένα, όπως έπρεπε.

Ο Προμηθέας ζήτησε από τον Επιμηθέα να κάνει τη διανομή, αλλά επειδή ο δεύτερος δεν ήταν όσο σοφός απαιτούσε το έργο έκανε κακή διαχείριση, ξόδεψε όλες τις δυνάμεις και άφησε αστόλιστο το γένος των ανθρώπων.

Πρωταγόρας – Πλατωνικός Διάλογος

Ο Προμηθέας ψάχνοντας να βρει σωτηρία για τους ανθρώπους έκλεψε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά την έντεχνη σοφία μαζί με τη φωτιά και τους τα χάρισε. Βέβαια για την πράξη του αυτή ο Προμηθέας τιμωρήθηκε σκληρά από τους θεούς. Σε άλλους μύθους ο Προμηθέας ενώνεται με την πρώτη γυναίκα την Πανδώρα, που γεννά το Δευκαλίωνα και την Πύρρα και γίνεται ο γενάρχης των ανθρώπων γενικά και των Ελλήνων ειδικά.

Ο Προμηθέας δίδαξε στους ανθρώπους τις τέχνες και τις επιστήμες με τις οποίες επιβίωσαν.

Ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα

Στον Πίνδαρο και στον Απολλόδωρο συναντάμε μετακατακλυσμιαίες ανθρωπογονίες. Τα πολύ παλιά χρόνια επειδή οι άνθρωποι είχαν γίνει κακοί ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Με συμβουλή του Προμηθέα (του προστάτη των ανθρώπων) ο Δευκαλίωνας κατασκεύασε μια λάρνακα και κλείστηκε μέσα σε αυτήν μαζί με τη γυναίκα του την Πύρρα και όλα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν τα νερά του κατακλυσμού σκέπασαν τα πάντα, η λάρνακα του Δευκαλίωνα που ταξίδευε πολλές μέρες προσάραξε σε μια βουνοκορφή, στον Παρνασσό (ή στην Όρθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη). Όταν η βροχή σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα βγήκαν από τη λάρνακα και αφού ευχαρίστησαν το Δία που τους έσωσε του ζήτησαν να δημιουργήσει εκ νέου ανθρώπους.

Peter Paul Rubens ο Δευκαλίων και η Πύρρα

Ακολουθώντας τις οδηγίες του θεού, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους και στη συνέχεια έπαιρναν πέτρες από τη γη και τις έριχναν πίσω από την πλάτη τους χωρίς να κοιτάζουν. Από τα λιθάρια που έριξε ο Δευκαλίωνας γεννήθηκαν οι άνδρες, ενώ από τα λιθάρια που έριξε η Πύρρα γεννήθηκαν οι γυναίκες. Οι άνθρωποι που δημιουργήθηκαν από τις πέτρες ονομάστηκαν λαός, δηλαδή οι άνθρωποι που γεννήθηκαν από τις πέτρες, επειδή στα αρχαία Ελληνικά η πέτρα ονομάζεται Λας. Από το Δευκαλίωνα και την Πύρρα γεννήθηκε και ο Έλληνας, από τον οποίο έλκουμε το όνομά τους οι Έλληνες.

Συμπόσιον – Πλάτωνας

Σύμφωνα με αυτόν το μύθο το ανθρώπινο γένος στην αρχή διακρινόταν σε τρία φύλα, αρσενικό, θηλυκό και μεικτό. Το κάθε σώμα ήταν σφαιρικό και είχε διπλές σειρές από μέλη και όργανα. Διέθετε υπερβολική δύναμη και αλαζονεία, και οι θεοί επειδή ήθελαν να περιορίσουν αυτά τα φαινόμενα έκοψαν το κάθε σώμα στα δύο, δηλαδή από κάθε σώμα δημιουργήθηκαν δυο άνθρωποι.

Anselm Feuerbach Το συμπόσιο του Πλάτωνα

Οι άνθρωποι αυτοί επειδή είναι και επειδή νιώθουν μισοί επιδιώκουν με τον έρωτα, ετεροφυλόφιλο ή ομοφυλόφιλο, να ενωθούν πάλι με το χαμένο μισό τους. Ο Πλάτωνας ξεφεύγοντας από τη φυσιογνωμία του μύθου προσπαθεί να εξηγήσει την οποιαδήποτε ερωτική έλξη σαν τάση επανασύνδεσης του καθενός με το χαμένο κομμάτι του.

Πρώτα γεννήθηκε το Χάος 

Χάος – Γαία – Έρως

Στην Θεογονία του Ησίοδου προϋπάρχουν τρία στοιχεία, το Χάος, η Γαία και ο Έρως. Αυτές οι τρεις μορφές δεν έχουν γεννηθεί η μία από την άλλη. Είναι αυτογέννητες κι απέχουν μόνο χρονικά στη σειρά της γέννησής τους. Από τους τρεις πρώτους θεούς μόνο ο Έρως δε γεννά απογόνους. Αυτός ενώνει και ωθεί τις άλλες δυνάμεις σε δημιουργία. Από το Χάος γεννήθηκαν το Έρεβος και η Νύχτα. Κι από την ένωση των δυο τους γεννήθηκαν ο Αιθέρας και η Ημέρα.

Η Γαία χωρίς ερωτική ένωση γεννά μόνη της τον Ουρανό, που έχει όση έκταση έχει κι εκείνη. Γέννησε επίσης τα Όρη και τον Πόντο. Έτσι όλη η διαμόρφωση του κόσμου ξεκινά από εκείνη. Η Γαία δημιουργεί το σύμπαν γεννώντας τα συστατικά του. Παραχωρεί μέρος από τις εξουσίες της στον Ουρανό και τεκνοποιεί από το σπέρμα του τον Ωκεανό, τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη, τη Φοίβη, την Τηθύα, τον Κρόνο. Εκτός από τους Τιτάνες γέννησε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες.

Ουρανός – Κρόνος – Ζευς (Δίας)

Ο Ουρανός χάνει την εξουσία του από τον Κρόνο, ο οποίος του κόβει τα γεννητικά όργανα. Από το αίμα του Ουρανού γεννιούνται οι Ερινύες, οι Γίγαντες, οι Μελίες και από το σπέρμα του κομμένου αιδοίου του γεννιέται η Αφροδίτη. Ο Ουρανός προφητεύει ότι ο Κρόνος θα χάσει την εξουσία από κάποιο από τα παιδιά του. Για το λόγο αυτό καταπίνει όποιο παιδί γεννάει η σύζυγός του Ρέα. Καταπίνει τη Δήμητρα, την Εστία, την Ήρα, τον Άδη και τον Ποσειδώνα. Όταν έρχεται η σειρά να γεννηθεί ο Δίας η Ρέα δίνει στον Κρόνο έναν σπαργανωμένο λίθο αντί του νεογέννητου Διός και κρύβει το βρέφος σε ένα σπήλαιο του όρους Δίκτη στην Κρήτη.

Όταν μεγαλώνει ο Δίας αναγκάζει τον Κρόνο να βγάλει από την κοιλιά του τα αδέλφια του κι ύστερα από συγκρούσεις, ο Δίας, παίρνει την εξουσία στα χέρια του και από τότε ξεκινά η εποχή των Ολύμπιων θεών. Επειδή σε αυτές τις σελίδες μας ενδιαφέρουν περισσότερο οι κοσμογονικές απόψεις των αρχαίων θα περιοριστούμε σε αυτήν τη σύντομη γενεαλογική αναφορά στους θεούς και θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε αυτούς στις σελίδες που έχουν δημιουργηθεί για την παρουσίασή τους. (Θεοί – Δαίμονες)

Ο Ησίοδος, με το έργο του Θεογονία, αποπειράθηκε, για πρώτη φορά, να συγκεντρώσει τους θρησκευτικούς μύθους που ήταν διαδεδομένοι σε όλη την Ελλάδα. Επίσης κατέγραψε τις θεωρήσεις, για τη δημιουργία του κόσμου και αποτύπωσε τα γενεαλογικά δέντρα των θεών.

Έλληνες Φιλόσοφοι και Κοσμογονικοί Μύθοι

Θαλής (624-546 π.Χ.)

Στην κοσμολογία του φιλόσοφου σημαντικό ρόλο παίζει το νερό (ύδωρ). Του αποδίδονται δύο κοσμολογικές απόψεις:

• Η Γη έχει τη μορφή ενός κυκλικού δίσκου που στηρίζεται στο νερό

• Το νερό είναι η αρχή των πάντων

Αναξίμανδρος (610-547 π.X.) 

Ο Αναξίμανδρος, εξήγησε την δημιουργία του κόσμου εκκινώντας από το άπειρο. Από το άπειρο ξεχώρισε μια φλόγα και ο νεφελώδης αέρας. Στον πυρήνα του νεφελώματος συμπυκνώθηκε η Γη, ενώ φλόγα έζωνε τον αέρα. Κατόπιν η πύρινη σφαίρα εξερράγη και διαλύθηκε σε κύκλους τυλιγμένους από νεφελώδη αέρα. Οι κύκλοι απλώθηκαν και σχημάτισαν τα ουράνια σώματα. Ο Αναξίμανδρος θεωρεί πως τα άστρα είναι συμπυκνώσεις αερίων και πυρός, που δημιουργήθηκαν από περιδινήσεις. Τελευταίο στάδιο της κοσμογονίας του φιλόσοφου, είναι η αποξήρανση τμημάτων της Γης υπό την επίδραση του Ήλιου.

Ό,τι απέμεινε από αυτή την αρχική αποξήρανση διαμόρφωσε τη θάλασσα. Τούτη η βαθμιαία αποξήρανση είναι τμήμα μιας κυκλικής διαδικασίας που δεν οδηγεί, όμως, στην επαναπορρόφηση της γης από το άπειρο.Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε επίσης και μια πρώιμη εξελικτική θεωρία, βάσει της οποίας η ζωή εμφανίστηκε -μέσω προφανώς της αυτόματης γένεσης εξαιτίας της ηλιακής θερμότητας- στον πηλό ή τη λάσπη.

Αναξιμένης (585-528 π.Χ.) 

Αναζήτησε την αρχή του κόσμου στον αέρα, τον οποίο όρισε ως μοναδική και άπειρη αρχή. Ο αέρας είναι ποσοτικά άπειρος και αυτό τον καθιστά ανεξάντλητη πηγή του γίγνεσθαι. Με την θεωρία της πύκνωσης και της αραίωσης ερμήνευσε όλα όσα δεν είναι αέρας, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά ως καταστάσεις που προέκυψαν από τις μεταβολές του αέρα. (Από τον αέρα μέσω της αραίωσης δημιουργείται το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης δημιουργείται η γη και το ύδωρ).

Θεωρούσε ως προϋπόθεση των μεταβολών του αέρα τη συνεχή κινητικότητά του. Καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή του αέρα ως βασικού στοιχείου για την κοσμογονία του, είναι η ταύτιση της ψυχής με τον αέρα. «Όπως η ψυχή μας ,όντας αέρας, μας συγκρατεί, έτσι και το πνεύμα και ο αέρας περιέχουν ολόκληρο τον κόσμο». Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη προσωκρατική ψυχολογική θέση.

Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) 

Φανταστική απεικόνιση του Ηράκλειτου σε πίνακα του Γιοχάνες Μορέιλσε

Ο κόσμος για τον Ηράκλειτο δεν είναι αποτέλεσμα δημιουργίας ή γένεσης, αλλά προϋπάρχει προαιώνια και περιγράφεται ως ζωντανή φωτιά, η οποία εναλλάξ δυναμώνει και εξασθενεί, χωρίς ποτέ να σβήνει εντελώς. Το αείζωον πυρ διανύει μια κυκλική τροχιά κατά την οποία μεταλλάσσεται σε θάλασσα, κατόπιν σε γη, για να ακολουθήσει η αντίστροφη διαδικασία μεταλλαγής της γης σε θάλασσα και της θάλασσας σε φωτιά. Το πυρ του Ηράκλειτου είναι μια κοσμολογική σταθερά που αέναα κινείται και μεταμορφώνεται.

Η διαρκής κίνηση και μεταβολή αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, το οποίο εξέφρασε ο φιλόσοφος με την εικόνα ενός ποταμού που παραμένει ίδιος, ενώ το νερό που κυλάει μέσα του αλλάζει διαρκώς. Ο φιλόσοφος μάλλον δεν πίστευε σε μια καθολική ροή και μεταβολή, αλλά επέμενε στη σύνδεση αυτής της μεταβολής με σταθερές παραμέτρους. Η παροιμιώδης φράση που χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία του Ηρακλείτου:

«Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’αυτό μένειν»

Οι Κοσμολογίες των Αρχαίων Ανατολικών Λαών

Ο Κοσμολογικός Μύθος των Βαβυλωνίων

Από το απέραντο χάος που κυριαρχούσε παντού, σύμφωνα με τις βαβυλωνιακές απόψεις, γεννήθηκαν ο θεός Απσού και η οφιοειδής Τιαμάτ. Στην συνέχεια, με την πάροδο των κοσμικών περιόδων, γεννήθηκαν από την ένωσή τους καινούργιοι θεοί, που κάποτε αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία του Απσού. Έτσι, ο δυνατός Έα, κατόρθωσε αρχικά να ρίξει σε βαθύ ύπνο τον Απσού και μετά να τον σκοτώσει. Η θεά Τιαμάτ, θέλοντας να εκδικηθεί για τον θάνατό του, εξολόθρευσε σχεδόν όλους τους άλλους θεούς, ενώ παράλληλα προσπάθησε να γίνει αυτή η απόλυτη κυρίαρχος του Σύμπαντος.

Οι επιζήσαντες θεοί αντέδρασαν και τελικά, ο Μαρντούκ, ο γιός του Έα, αντιστάθηκε σθεναρά στην Τιαμάτ, μονομάχησε μαζί της και τελικά κατόρθωσε να την νικήσει. Ο κυρίαρχος πλέον Μαρντούκ έκοψε στα δυο το οφιοειδές κορμί της ηττημένης θεάς. Από το ένα κομμάτι δημιούργησε την Γή και από το άλλο σχημάτισε τον εξώτατο θόλο του ουρανού, προκειμένου να εμποδίσει τα άνω ύδατα να την πλημμυρίσουν. Επίσης, έφτιαξε τους ανθρώπους, ζυμώνοντας χώμα με το αίμα του Κινγκού, του θεού βοηθού της Τιαμάτ, ώστε οι κάτοικοι της Γής να φέρουν και το θεϊκό στοιχείο μέσα τους, αλλά ταυτόχρονα να υπηρετούν τους νικητές θεούς.

Ο ουρανός ήταν διαιρεμένος σε τρεις θόλους. Ο εξώτατος, που εμπόδιζε τα κοσμικά ύδατα να πλησιάσουν και να πλημμυρίσουν την Γή, ήταν η κατοικία του υπέρτατου θεού Ανού· ο μεσαίος θόλος ήταν η κατοικία του Μαρντούκ, ενώ στον κατώτατο θόλο κυριαρχούσαν οι αστερισμοί, που ήταν τα ομοιώματα των θεών.

Ομοίως και η Γή διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες. Η πρώτη ήταν η κατοικία των ανθρώπων, η δεύτερη αντιπροσώπευε το βασίλειο του θεού των υδάτων Έα, ενώ η κατώτατη ήταν η κατοικία των θεών του Κάτω Κόσμου.

Η Κοσμολογία των Αρχαίων Αιγυπτίων

Στην κοσμολογία των αρχαίων Αιγυπτίων υπέρτατος θεός και δημιουργός του Κόσμου θεωρείται ο Ρά, η φωνή του οποίου ήταν το πρώτο στοιχείο της Δημιουργίας. Ο Ρά μόνο με τον λόγο του έκανε να γεννηθεί το φως, να δημιουργηθεί η Γή και να σχηματιστούν ο αέρας και το νερό. Παράλληλα ο λόγος του Ρά έφθασε μέχρι την Γή, ζυμώθηκε με το χώμα και την λάσπη του Νείλου, και μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε η βλάστηση, τα φυτά, τα ζώα, ο άνθρωπος, καθώς και η έρημος. Έτσι, η ζωογόνος ορμή του θείου λόγου του Ρά μένει για πάντα εγκλωβισμένη με την μορφή δυναμικής ενέργειας και πνεύματος σε κάθε υλικό σώμα.

Το Σύμπαν, σύμφωνα με τις αιγυπτιακές απόψεις, παρομοιαζόταν με ένα ορθογώνιο κιβώτιο. Το πάτωμα ήταν η Γή, η χώρα τους η Αίγυπτος, και η οροφή του ο ουράνιος θόλος, που ήταν το επιμηκυμένο σώμα της θεάς Νούτ, τα χέρια και τα πόδια της οποίας, στηριγμένα πάνω στην Γή, αποτελούσαν τους τέσσερις στύλους του στερεώματος. Γύρω από το κοσμικό κιβώτιο κυλούσε ένας τεράστιος ποταμός.

Ο Ήλιος και η Σελήνη ταξίδευαν συνεχώς με τα καΐκια τους, πάνω στα ήρεμα νερά του και χάνονταν σε σπηλιές που υπήρχαν στις όχθες του. Οι πλανήτες περιφέρονταν πάνω στον ποταμό Γαλαξία. Κάθε δεκατέσσερις ημέρες ένα αγριογούρουνο έτρωγε αργά αργά την Σελήνη, και έτσι δικαιολογούσαν τις φάσεις της, ενώ, αν το αγριογούρουνο ήταν πολύ πεινασμένο, έτρωγε μεμιάς την Σελήνη. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξηγούσαν την σεληνιακή έκλειψη.

Ο Κοσμολογικός Μύθος των Ινδών

Η κοσμολογία των Ινδών περιέχεται στις Βέδες, στα ιερά βιβλία των Ινδουιστών όπου -μέσα από μια σειρά ύμνων- κυριαρχεί η αντίληψη ότι στην πρωταρχική μορφή του το Σύμπαν βρισκόταν σε κατάσταση λήθαργου. Από τον λήθαργο αυτό το ξύπνησε το υπέρτατο πνεύμα, γονιμοποιώντας το με το θεϊκό του σπέρμα. Τότε δημιουργήθηκε το κοσμικό αυγό, που έλαμπε σαν λαμπρό αστέρι, σκορπώντας γύρω του εκτυφλωτικές ακτίνες. Στην συνέχεια το ενεργειακό αυτό αυγό έσπασε, μέσα σε μια τρομακτική έκρηξη, και χωρίστηκε αφενός μέν σε δυο μεγάλα κομμάτια που έφτιαξαν τον Ουρανό και την Γή, αφετέρου δε και σε πολλά άλλα μικρότερα που έφτιαξαν το κάθε τί μέσα στο Σύμπαν.

Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τις ινδουιστικές απόψεις, δεν ήταν όλοι ίσοι και αυτό επειδή δημιουργήθηκαν από διαφορετικά κομμάτια του μεγάλου βραχμάνου. Έτσι, οι ιερείς φτιάχτηκαν από το στόμα του, οι πολεμιστές από τα χέρια του, ενώ από τους μηρούς του οι εργάτες. Τέλος, από το άκρο του ποδιού του φτιάχτηκαν οι παρίες, και ως εκ τούτου θεωρούνται κατώτεροι άνθρωποι.

Σύμφωνα με τους Ινδουιστές, η υπέρτατη θεότητα εμφανίζεται σε μία θεία αδιαίρετη τριάδα, που προσωποποιείται στις ακόλουθες τρεις υποστάσεις:

α) του θεϊκού Βράχμα, ο οποίος είναι η ουσία της δημιουργού ενέργειας του Σύμπαντος.

β) του εξολοθρευτή Σίβα, που εκφράζει τις διαδικασίες της φυσικής αποσύνθεσης των πάντων, και

γ) του σωτήρα Βισνού, ο οποίος απεικονίζει τις φυσικές λειτουργίες επανασύνθεσης, που διαδέχονται τις διαδικασίες φθοράς, τις οποίες προκαλεί ο Σίβα.

Μελετώντας τις κοσμογονικές δοξασίες των Ινδών περί γενέσεως και συγκροτήσεως του Σύμπαντος, δε διαφεύγει της προσοχής μας η αναφορά, έστω και μυθολογική, στις διαδικασίες της Μεγάλης Έκρηξης και της δημιουργίας του Σύμπαντος ως φυσικό επακόλουθό της, πράγμα που θα συναντήσουμε και στην αντίστοιχη ελληνική Ορφική Κοσμολογία.

Ο Κοσμολογικός Μύθος των Κινέζων

Οι αρχαίοι κινέζικοι κοσμογονικοί μύθοι αναφέρουν ότι δημιουργός του Σύμπαντος ήταν ο παντοδύναμος θεός-μάγος Πάν-Κου. Συνεπώς, κάθε τί στον ορατό κόσμο όφειλε την ύπαρξή του σ’ αυτόν. Ο Πάν-Κου έδωσε μορφή στον κόσμο μετά από μια συνεχή και κοπιώδη προσπάθεια 18 χιλιάδων ετών. Όλα τα στοιχεία της γής σχηματίστηκαν από το σώμα του. Πράγματι, ως υλικά οικοδόμησης της αχανούς δημιουργίας χρησιμοποίησε κομμάτια από το θεϊκό Είναι του.

Τα άστρα του ουρανού φτιάχτηκαν από τα οστά του, η βλάστηση από το τρίχωμά του, το έδαφος από την σοφία του, τα ποτάμια από τις φλέβες του, ο αέρας από την πνοή του και ο κεραυνός από την βροντερή φωνή του. Και μόνο ο άνθρωπος, κατά περίεργο τρόπο, ήταν ξένος από το θεϊκό πρόπλασμα, αφού προήλθε από τα έντομα που κάθονταν πάνω στο κορμί του.

Βεβαίως, στις μεταγενέστερες κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις των Κινέζων, ο φυσικός κόσμος και ο άνθρωπος αποτελούσαν ένα ενιαίο και αδιάσπαστο αρμονικό σύνολο. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές δεν ήταν αποδεκτή η ύπαρξη δημιουργού του κόσμου, αλλά η ύπαρξη μιάς πρωτογενούς υπέρτατης αιτίας, που συμβατικά αποκαλούνταν Ταό. Ο αισθητός κόσμος, σύμφωνα με τον ταοϊσμό, αλλά και όλες οι ενέργειες του Σύμπαντος εμφανίζονται μέσω δυο διαμετρικά αντίθετων δυνάμεων, του yin και του yang.

Τα δυο αυτά στοιχεία -σύμφωνα με την αρχαία φιλοσοφία της Απω Ανατολής- εκφράζουν τον δυαδισμό του Σύμπαντος: ύλη και πνεύμα, ουρανός και γή, μέρα και νύχτα, φως και σκοτάδι, δημιουργία και καταστροφή, φωτιά και νερό κ.ά. Η ύπαρξη του δυαδισμού δείχνει ότι η ζωή είναι γεμάτη αντιθέσεις. Όλες αυτές οι αντιθέσεις, χάρη στην συνεχή κίνηση του Σύμπαντος, εναρμονίζονται σε μια τέλεια ισορροπία.

Στην ιδανική τάξη των μαντικών συμβόλων το yin είναι παθητικό, υδάτινο, χαρακτηρίζει την θηλυκή ικανότητα της σύλληψης, το σκοτάδι, την γή, το κρύο, και αντιπροσωπεύει την Σελήνη. Θεωρείται ότι αναπτύσσεται το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Στο yin αντιστοιχούν οι άρτιοι αριθμοί και το μαύρο χρώμα. Ετυμολογικά σημαίνει την όχθη ενός ποταμού που σκιάζεται από ένα βουνό.

Το yang είναι δραστήριο, πύρινο, χαρακτηρίζει την αρσενική ικανότητα για τεκνοποιία, το φως, τον ουρανό, την θερμότητα και αντιπροσωπεύει τον Ήλιο. Θεωρείται ότι αναπτύσσεται την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στο yang αντιστοιχούν οι περιττοί αριθμοί και το κόκκινο χρώμα. Όπως αναφέρει ο Γάλλος εθνολόγος Marcel Granet, το yin και το yang, στην ημερολογιακή τους χρήση, παρουσιάζονται ως οι αρχές που διέπουν τον ρυθμό των τεσσάρων εποχών του έτους.

Οι Κινέζοι λόγιοι -αστρονόμοι και χρονομέτρες- τους εμπιστεύθηκαν αυτό τον ρόλο, επειδή ως σύμβολα είχαν την δημιουργική δύναμη να ζωντανεύουν τον ρυθμό ζωής, που είχαν υιοθετήσει από παλιά οι Κινέζοι (La réligion des Chinois, 1992, p. 57). Οι διαλεκτικές του yin και του yang είναι η διπλή εκδήλωση της μιάς και μόνης αιώνιας, αδιαίρετης και υπερβατικής αρχής: Ταό (=ο δρόμος).

Ο Κοσμολογικός Μύθος των Dogon

Ο αναμνηστικός εορτασμός του κοσμολογικού μύθου των Dogon, μιάς μάλλον απομονωμένης φυλής στο Μάλι της Δ. Αφρικής, δίνει στην κοινότητά τους την δυνατότητα αφενός μέν της εισδοχής στον πραγματικό χώρο και χρόνο, αφετέρου δε της συμμετοχής σ’ αυτόν, ενώ, παράλληλα, καθιστά τα μέλη της φυλής ικανά να καθορίσουν με ένα ορισμένο τρόπο την πολιτιστική τους ζωή. Ο κοσμολογικός μύθος της φυλής είναι μάλλον πολύπλοκος και ιδιόμορφος για μια απομονωμένη φυλή που αριθμεί μόνο 200.000 μέλη.

Η Κοσμογονία τους περιλαμβάνει την ιδέα της δημιουργίας του Κόσμου από ένα υπέρτατο όν, τον θεό-δημιουργό Αμμα. Στον κοσμογονικό μύθο της φυλής, η δημιουργός θεότητα δημιουργεί πρώτα το κοσμικό αυγό. Το κοσμικό αυγό, που απαντάται σε κοσμογονικούς μύθους ποικίλων πολιτισμών, από τους Ορφικούς στην αρχαία Ελλάδα και τον ινδουιστικό μύθο στις Ινδίες μέχρι τους Αϊνού στην Ιαπωνία, είναι το γενικό σύμβολο της ολότητας, απ’ όπου προέρχεται η δημιουργία όλης της πλάσης.

Είναι η πρωταρχική μήτρα, που εμπεριέχει εν εαυτή τα σπέρματα της δημιουργίας. Εντός του κοσμικού αυγού υπάρχουν οι διεργασίες ενός τέλειου ή περισσότερων του ενός τέλειων πλασμάτων, εν γένει ερμαφρόδιτων. Το κοσμικό αυγό, εκτός από σύμβολο της έναρξης της ζωής, είναι ταυτόχρονα και σύμβολο δημιουργίας και αναγέννησης μιάς νέας ζωής.

Ο θεός Αμμα αρχίζει την δημιουργία τοποθετώντας μέσα στο κοσμικό αυγό ένα εμβρυϊκό ζεύγος διδύμων, καθένα από τα οποία αποτελείται από ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Κατά την διαδικασία της ωρίμανσης του κοσμικού αυγού τα δίδυμα είναι ενωμένα, έτσι που να σχηματίζουν ερμαφρόδιτα όντα, τα τέλεια δημιουργήματα που θα κατοικήσουν τον κόσμο.

Ένα από τα δίδυμα, όμως, φαίνεται πως θέλει να κυριαρχήσει στην όλη δημιουργία και προσπαθεί να εξέλθει από το κοσμικό αυγό, πριν ολοκληρωθεί η εκκόλαψή του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συμπαρασύρει μαζί του ένα μέρος από την πρωτογενή ύλη του εσωτερικού του κοσμικού αυγού. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργεί ένα μάλλον ατελή κόσμο, αφού δεν ολοκληρώθηκε η κοσμογονική διεργασία.

Ο θεός Αμμα βλέπει ότι από αυτό το παράπτωμα διασαλεύεται τόσο η ολοκλήρωση όσο και η τεθείσα τάξη. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο θυσιάζει το έτερο δίδυμο, για να φέρει την εξιλέωση και την ισορροπία στον κόσμο. Μ’ αυτή την θυσία προφανώς ο κόσμος σώζεται, δεν είναι όμως πλέον τέλειος, αλλά ατελής και βέβαια όχι ο κόσμος που ήθελε να δημιουργήσει ο Αμμα. Ο δυαδισμός, δηλαδή οι θεϊκοί δίδυμοι, το κοσμικό αυγό, καθώς και η θυσία του ενός διδύμου είναι βασικά θέματα της Κοσμογονίας των Dogon.

Εν γένει ο δυαδισμός και η ανταγωνιστική σχέση απαντούν σε πολλούς κοσμογονικούς μύθους στους οποίους το κοσμικό αυγό περιέχει δίδυμα ή ερμαφρόδιτα όντα. Ο ανταγωνισμός ωθεί τον ένα δίδυμο να θέλει να εξέλθει πρώτος, ώστε να αποδοθεί σ’ αυτόν μονάχα η δημιουργία του κόσμου. Συνεπώς, διακόπτει απότομα την αρμονική ανάπτυξη μέσα στο κοσμικό αυγό, πολύ πριν την τελική εκκόλαψη. Αρα, η ατελής φύση του κόσμου και η προέλευση του κακού αποδίδονται σ’ αυτήν ακριβώς την πλημμελή δημιουργία, που προήλθε από τον «κακό» δίδυμο.

Σημειώνουμε ότι εν γένει στους κοσμογονικούς μύθους υπάρχει αυτή η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των συνδημιουργών του Σύμπαντος. Σε πολλούς κοσμογονικούς μύθους, η «θυσία» είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση της Δημιουργίας, άρα λοιπόν είναι απαραίτητο ο ένας από τους δυο διδύμους του κοσμογονικού αυγού να πρέπει να θυσιαστεί, για να δημιουργηθεί ο κόσμος.

Ουσιαστικά, όμως, σ’ αυτό τον αφρικανικό μύθο της Δημιουργίας εξαίρεται ο ρόλος του παντοδύναμου ουράνιου θεού δημιουργού Αμμα υπό την αιγίδα του οποίου, τελικά, πραγματοποιήθηκε η Δημιουργία.

Οδεύοντας προς την Μεγάλη Έκρηξη   

Ο μύστης Ορφέας, όπως ήδη είδαμε, ομιλεί για το κοσμικό αυγό που δημιούργησε το Σύμπαν, για τον θεό Φάνητα, που έλαμψε και φώτισε την μέχρι τότε σκοτεινή ύλη, και για την έννοια του χρόνου, δηλαδή της αρχής του, που γεννήθηκε και συνδέεται άρρηκτα με την γέννηση του χώρου. Συνεπώς, είναι πραγματικά θαυμάσιο το γεγονός ότι οι αρχές της Ορφικής Κοσμολογίας -πού διατυπώθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή μας- συμπίπτουν εννοιολογικά με τις σημερινές επιστημονικές απόψεις για την Δημιουργία και την Εξέλιξη του Σύμπαντος.

Η διαπίστωση του Αμερικανού αστρονόμου Edwin Hubble (1889-1953) ότι οι γαλαξίες απομακρύνονταν μεταξύ τους σήμαινε ότι στο απώτατο παρελθόν τους είχαν μια κοινή εκκίνηση. Επομένως, συμπερασματικά οι αστρονόμοι κατέληξαν στην γενική άποψη ότι η ύλη και η ενέργεια του Σύμπαντος ήταν συγκεντρωμένη σ’ ένα αρχικό σημείο, στο αρχικό κοσμικό αυγό όλων των αρχαίων κοσμογονιών, με άπειρη θεωρητικά πυκνότητα. Η διαπίστωση του Hubble σήμαινε την αρχική επιβεβαίωση της Θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης από την οποία -μέσω μιάς επίπονης διαδικασίας τουλάχιστον 15 δισεκατομμυρίων ετών- προήλθε το Σύμπαν μας.

Το Σύμπαν μας, λοιπόν, είχε μία αρχή και ακριβώς εκείνη την στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης γεννήθηκαν ο χρόνος και ο χώρος. Συνεπώς για εμάς, αλλά και τους άλλους αστροφυσικούς, από φιλοσοφική άποψη δε φαίνεται να έχει ουσιαστικό νόημα το ερώτημα τί υπήρχε πριν…!

Με την Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang), γεννήθηκε η έννοια του χωροχρόνου (t0=0). Φυσικά, το χωροχρονικό σημείο της Κοσμογονίας καθορίζεται μόνο μαθηματικά σαν ένα ιδιάζον σημείο. Το τί υπήρχε, λοιπόν, πριν από αυτό δεν έχει νόημα, εφόσον ο χωροχρόνος, επομένως και η φυσική κατάσταση, καθορίστηκαν τότε!

Όσον αφορά στις σύγχρονες απόψεις της Αστροφυσικής η θεωρούμενη σταδιακή εξέλιξη του Σύμπαντος σηματοδοτείται και καθορίζεται από συγκεκριμένα γεγονότα και καταστάσεις, που οδήγησαν στην σημερινή μορφή του.

Στην συνέχεια θα αναφέρουμε τα κύρια στοιχεία αυτών των συγκεκριμένων χρονικών περιόδων, προκειμένου να κατανοήσουμε ποιοτικά την εξελικτική πορεία του Κόσμου μας (του Σύμπαντος) μέχρι σήμερα.

Χρόνος Μηδέν

Ορίζουμε ότι τότε, στον χρόνο μηδέν, δημιουργείται το Σύμπαν μας και μαζί του η έννοια του χωροχρόνου. Μέσα από μια γενική θεωρητική άποψη για το τί θα μπορούσε να υπάρχει πριν από την αρχή του Σύμπαντος, επιχειρούμε να περιγράψουμε τα γεγονότα που -σύμφωνα με την σημερινή επιστημονική άποψη- είναι πιθανόν να συνέβησαν αμέσως μετά τον χρόνο ώ0=0. Αυτά μπορούμε να τα κατατάξουμε σε μια σειρά χρονικών συμβάντων (περιόδων), τις οποίες ονομάζουμε «Εποχές του Σύμπαντος», μετά τον χρόνο ώ0=0, και είναι οι επόμενες:

Εποχή του Planck ή Κβαντική Περίοδος

Η περίοδος αυτή διήρκεσε περίπου μέχρι και 10-43 δευτερόλεπτα (χρόνος Planck) από τον χρόνο ώ0=0, και -όπως υπολογίζεται- στο τέλος της η πυκνότητα του Σύμπαντος ήταν περίπου 1094 gr/cm3 και η αντίστοιχη θερμοκρασία γύρω στους 1032 Κ. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου οι τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης: η Βαρυτική, η ισχυρή Πυρηνική, η ασθενής Πυρηνική και η Ηλεκτρομαγνητική, παρουσιάζονται ενοποιημένες σε μία δύναμη. Την περίοδο αυτή η μάζα ήταν τόσο πυκνή, ώστε ένα ολόκληρο σμήνος γαλαξιών θα είχε περίπου τις διαστάσεις ενός ατόμου υδρογόνου.

Όλη η ενέργεια του Σύμπαντος έχει την μορφή θερμότητας, ενώ η περίοδος αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι κατά την διάρκειά της η πυκνότητα της ενέργειας (θερμότητας), όσο και η καμπυλότητα του χώρου, έτειναν προς το άπειρο. Αυτό σημαίνει ότι το Σύμπαν αυτή την περίοδο εξελισσόταν στο πλαίσιο μιάς σημειακής ιδιομορφίας μέσα από την οποία γεννήθηκε. Ενδιαφέρον είναι να αναφερθεί ότι εκείνη την περίοδο το Σύμπαν αναπτυσσόταν στο πλαίσιο δέκα ή -κατ’ άλλους ερευνητές- ένδεκα διαστάσεων, ενώ η Θεωρία της Σχετικότητας δεν ίσχυε λόγω της σχεδόν άπειρης καμπυλότητας του χωροχρόνου.

Πιθανότατα να έλαβε χώρα, εντός αυτού του χρόνου, μια υπέρμετρη διαστολή, που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός -κατά το μάλλον ή ήττον- ομοιογενούς Σύμπαντος. Θεωρούμε ότι στο τέλος αυτής της περιόδου η Βαρύτητα αποχωρίστηκε από τις άλλες δυνάμεις, οι οποίες και παραμένουν ενοποιημένες.

Εποχή Πληθωριστικής Διόγκωσης

Η εποχή αυτή οριοθετείται μεταξύ 10-43 και 10-32 δευτερόλεπτα. Την περίοδο αυτή η θερμοκρασία ήταν περίπου 1027 Κ, δηλαδή το Σύμπαν ψύχθηκε ταχέως από τους προηγούμενους 1032 Κ (1019 GeV).

Θεωρούμε ότι στην διάρκεια της πληθωριστικής περιόδου η ψύξη της ύλης ήταν πολύ γρήγορη, ενώ -αντιθέτως- η ολική ενέργεια του Σύμπαντος αυξήθηκε, όπως και ο όγκος του, και ο ρυθμός διαστολής του επιταχύνθηκε.

Περίοδος Μεγάλης Έκρηξης

Ουσιαστικά η περίοδος αυτή περιλαμβάνεται εντός της προηγουμένης, επειδή όμως είναι σημαντική, την αναφέρουμε ξεχωριστά. Η περίοδος αυτή διήρκεσε από χρόνο 10-36 έως 10-32 sec από την αρχή μέτρησης του χρόνου. Χαρακτηρίζεται δε από τον διαχωρισμό της ισχυρής πυρηνικής αλληλεπίδρασης, η οποία έμελλε να συνδέσει αργότερα τα σωματίδια των ατομικών πυρήνων, από την ενότητα των θεμελιωδών δυνάμεων.

Την στιγμή της απελευθέρωσης της ισχυρής αλληλεπίδρασης συντελέστηκε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang) και μέσα σε ένα ελάχιστο κλάσμα του -τότε- δευτερολέπτου, λόγω της τότε τεράστιας πυκνότητας, το Σύμπαν διαστάλθηκε πολύ περισσότερο από όσο έχει διασταλεί τα επόμενα 15 δισεκατομμύρια χρόνια που πέρασαν από τότε μέχρι σήμερα! Αμέσως μετά η Βαρύτητα άρχισε να επιβραδύνει την διαστολή.

Η πυκνότητα της ύλης ήταν ακόμη πολύ μεγάλη και ποσότητα μάζας ίση με αυτή της Γής μπορούσε να χωρέσει μέσα σε μια δακτυλήθρα. Η θερμοκρασία ήταν ακόμη πολύ υψηλή, ίση περίπου με 1026 Κ (1013 GeV). Κατά την περίοδο αυτή οι επτά από τις ένδεκα υπάρχουσες διαστάσεις του χώρου «διπλώθηκαν στο εσωτερικό τους». Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «φαινόμενο συμπαγοποίησης» (compactification).

Από τότε μέχρι σήμερα οι αυτοεξαφανισμένες αυτές διαστάσεις πρακτικά βρίσκονται φυλακισμένες στο εσωτερικό μικροσκοπικών χώρων διαστάσεων 10-33 του εκατοστού και συνοδεύουν αόρατα κάθε σημείο των γνωστών και κατανοητών σε όλους μας διαστάσεων.

Εποχή των Αδρονίων

Η εποχή αυτή θεωρείται ότι αρχίζει από τα 10-32 sec και τελειώνει 10-5 sec μετά την αρχή της μέτρησης του χρόνου (ώ0=0).

Γενικώς, κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου η θερμοκρασία του Σύμπαντος ήταν 1012 Κ, και η πυκνότητα της ύλης προσέγγιζε τα 1014 gr/cm3.

Την εποχή αυτή τελειώνει η εν γένει φάση της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) και τότε δημιουργήθηκαν τα πιο βαριά θεμελιώδη υποσωματίδια κουάρκς και αντικουάρκς. Αυτά αποτελούν τα μικρότερα γνωστά στοιχεία της ύλης, τα οποία στην συνέχεια συνέθεσαν τα αδρόνια και τα αντιαδρόνια, δηλαδή τα πρωτόνια-αντιπρωτόνια, νετρόνια-αντινετρόνια, υπερόνια-αντιυπερόνια και μεσόνια-αντιμεσόνια. Συγχρόνως διαχωρίστηκαν από την ενότητα των δυνάμεων η ηλεκτρομαγνητική δύναμη και η ασθενής πυρηνική αλληλεπίδραση (10-12 δευτερόλεπτα).

Ουσιαστικά, δηλαδή, η εποχή των αδρονίων θεωρείται ότι περιλαμβάνει και το διάστημα από 10-32 έως 10-10 sec, οπότε η ύλη αποτελούνταν από ένα μείγμα κουάρκ-γκλουόν, το Κουάρκ-Γκλουόν-Πλάσμα (QGP), ενώ η ακτίνα καμπυλότητος του Σύμπαντος αυξήθηκε από 10-2 εκατοστά σε 1010 εκατοστά, που σημαίνει μέγεθος ίσο με το μέγεθος του ηλιακού μας συστήματος.

Πάντως, η χρονική περίοδος από 10-32 έως 10-6 sec, τεράστια για τον μικρόκοσμο του τότε Σύμπαντος, ωστόσο ελαχιστότατη για τον σημερινό μακρόκοσμο, χαρακτηρίζεται από την δημιουργία, ύπαρξη και στην συνέχεια εξαφάνιση της πρωτογενούς ύλης του Σύμπαντος που θεωρούνταν το Κουάρκ-Γκλουόν-Πλάσμα (QGP).

Εποχή Λεπτονίων

Μετά την εποχή των αδρονίων, η επόμενη περίοδος του Σύμπαντος είναι η εποχή λεπτονίων, που υπολογίζουμε ότι διήρκεσε μέχρις ότου η ηλικία του Σύμπαντος έγινε ίση με 5 δευτερόλεπτα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου η θερμοκρασία έπεσε στους 6 Χ 109 Κ, οπότε δημιουργήθηκαν τα λεπτόνια και τα αντισωμάτιά τους, δηλαδή τα ηλεκτρόνια-αντιηλεκτρόνια και τα νετρίνα-αντινετρίνα.

Εποχή Ακτινοβολίας

Αμέσως μετά την εποχή των λεπτονίων άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτοι πυρήνες ατόμων. Κατά την διάρκεια των επόμενων 3,5 πρώτων λεπτών, το 25% του αρχικού υλικού του Σύμπαντος είχε μετατραπεί σε πυρήνες ηλίου (Ηe), ενώ το υπόλοιπο 75% βρισκόταν υπό μορφή πρωτονίων.

Αυτό το οποίο, όμως, πρέπει να τονισθεί είναι ότι καθόλη την διάρκεια της εποχής της ακτινοβολίας, που διήρκεσε περίπου 500.000 χρόνια, το Σύμπαν είχε την μορφή μιάς διαστελλόμενης πύρινης σφαίρας στο πλαίσιο της οποίας -παρόλο που η ύλη αυξανόταν συνεχώς σε βάρος της ενέργειας- η πυκνότητα της ακτινοβολίας ήταν μεγαλύτερη από την πυκνότητα της ύλης.

Σημειώνουμε ότι, για να συγκρίνουμε την πυκνότητα της ύλης με εκείνη της ακτινοβολίας, βρίσκουμε το ισοδύναμο της ακτινοβολίας (ενέργειας) σε μάζα, χρησιμοποιώντας την σχέση Ε=m c2. Ο Αϊνστάιν εξέτασε την πιθανότητα η Βαρύτητα να μην είναι μία «δύναμη», αλλά μία από τις ιδιότητες του χωροχρόνου. Θεώρησε την «ύλη» σαν ένα τοπικό φαινόμενο, που παρατηρείται όπου υπάρχει έντονη συμπύκνωση πεδίων διαφορετικών μορφών ενέργειας. Συνεπώς, η «ύλη» ήταν παράγωγο της ενέργειας και όχι η ενέργεια παράγωγο της ύλης, απορρίπτοντας την μέχρι τότε άποψη των φυσικών ότι ήταν δυο ανεξάρτητες συνυπάρχουσες οντότητες.

Θεωρούμε ότι στο τέλος αυτής της περιόδου και όταν η θερμοκρασία είχε πέσει στους 4.000 Κ, η πυκνότητα της ύλης και της ακτινοβολίας εξισώθηκαν σηματοδοτώντας μ’ αυτό τον τρόπο την έναρξη μιάς νέας συμπαντικής εποχής, εκείνης της ύλης.

Εποχή της Ύλης

Πιστεύουμε ότι η περίοδος αυτή διήρκεσε μέχρις ότου η ηλικία του Σύμπαντος πλησίαζε τα 700.000 έτη, και η θερμοκρασία του έφθασε τους 3.000 Κ. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου συντελέστηκε το θαύμα της σύνδεσης πυρήνων και ηλεκτρονίων, το οποίο δημιούργησε τα άτομα υδρογόνου και ηλίου. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, η εποχή αυτή ονομάστηκε και εποχή σύνδεσης, ενώ συνολικά η διάρκεια των 700.000 ετών ονομάστηκε χρόνος σύνδεσης.

Ένα ακόμη σημαντικό γεγονός που συντελέστηκε κατά την εποχή αυτή ήταν η πλήρης αποδέσμευση της ακτινοβολίας από την ύλη, πράγμα που είχε ως τελικό αποτέλεσμα τα φωτόνια να κινούνται πλέον ελεύθερα κατά τρόπο ισότροπο και ομογενή.

Σήμερα, πιστεύουμε ότι κατά την περίοδο εκείνη γεννήθηκε η ισότροπη ακτινοβολία μικροκυμάτων, που αντιστοιχεί σε ακτινοβολία μέλανος σώματος θερμοκρασίας 2,7 Κ, η οποία ανακαλύφθηκε από τους Penzias και Wilson, το 1965.

Αστρική Εποχή

Αυτή είναι η τελευταία συγκεκριμένη περίοδος της εξέλιξης του Σύμπαντός μας -πού πιθανότατα ακολούθησε μια συγκεκριμένη και μοναδική εξέλιξη- πριν την σημερινή.

Επομένως, η εποχή αυτή που διαρκεί μέχρι σήμερα είναι η τελευταία της ζωής του Σύμπαντός μας.

Την περίοδο αυτή, ισχυρές διαταραχές της πυκνότητας της ύλης δημιούργησαν τεράστιες συμπυκνώσεις υλικού, που στην συνέχεια συγκρότησαν υπερσμήνη και σμήνη γαλαξιών, αστέρες, πλανητικά συστήματα και γενικώς ολόκληρο το δημιούργημα που σήμερα ονομάζουμε Σύμπαν.

Σύγχρονη Κοσμογονία ή η Κατάρρευση του Υπαρκτού Σκοταδισμού   

Πρόσφατες κοσμολογικές παρατηρήσεις παρέχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις για μία δραματική αλλαγή, μία μετατόπιση παραδείγματος ( paradigm shift ) στις απόψεις μας για το Σύμπαν, πρωτοφανή στην ιστορία της Ανθρωπότητας. Τα νέα κοσμολογικά δεδομένα από τον W ilkinson M icrowave A nisotropy P robe ( WMAP ) δορυφόρο της NASA , όπως παρουσιάστηκαν τον Φεβρουάριο του 2003, υποδεικνύουν σαφέστατα ότι ζούμε σε ένα αεί – διαστελλόμενο, επίπεδο, (άρα) ολικής ενέργειας μηδέν , Σύμπαν. Ένα Σύμπαν που επιταχύνεται από κάποια μορφή Σκοτεινής Ενέργειας, που συνιστά 73% της Συμπαντικής Ενέργειας, ενώ το υπόλοιπο 23% συνίσταται από Σκοτεινή Ύλη και μόνο 4% αποτελείται από την γνωστή μας ατομική ύλη, από την οποία είναι φτιαγμένος ο Ήλιος, οι πλανήτες και εμείς.

Αυτή η εικόνα του Σύμπαντος είναι σε πλήρη συμφωνία με το Κοσμολογικό Πληθωριστικό Μοντέλο που προτείνει ότι ολόκληρο το Σύμπαν είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας κβαντικής διακύμανσης 13.7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Επίσης, προτείνει μία συνεπή εξέλιξη του Σύμπαντος από την εμφάνισή του έως σήμερα, εξηγώντας επιτυχώς όλες τις δομές του Σύμπαντος, μεγάλες και μικρές, στηριζόμενο στους Φυσικούς νόμους της Κβαντικής Φυσικής και της βαρύτητας. Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται!

Ολόκληρο το Σύμπαν, και εμείς μαζί σαν εμπεριεχόμενα στοιχεία του, είναι προϊόν τυχαίων κβαντικών διαδικασιών που κατορθώνουν δυναμικά να επιζήσουν, να εξελιχθούν και να αυτο-αναπαραχθούν. Δεν πρέπει να μας ξεφύγει το γεγονός ότι ζούμε σε ένα Σύμπαν, μηδενικής ολικής ενέργειας. Ευτυχώς όμως μιλάμε για ένα δυναμικό μηδέν, με την έννοια ότι το άθροισμα της ενέργειας διαστολής (κινητική) άρα θετική ενέργεια και της βαρυτικής ενέργειας (ελκτική) άρα αρνητική είναι συνεχώς μηδέν, ενώ κάθε κομμάτι ξεχωριστά είναι μη μηδενικό.

Εν τέλει είμαστε μία ανακατανομή του τίποτα

Αυτή η αξιοθαύμαστη αλλαγή στις απόψεις μας για το Σύμπαν, στηριγμένη στην επιστημονική παρατήρηση και σε αναπαραγωγίσιμα πειραματικά δεδομένα, είναι πολύ πιο μεγάλη ακόμη και από την Αρισταρχο-Κοπερνίκια επανάσταση ( Revolution ) που μας πέρασε από το γεωκεντρικό στο ηλιοκεντρικό σύστημα. Όχι μόνο δεν είμαστε (σ)το κέντρο του Σύμπαντος αλλά δεν είμαστε καν φτιαγμένοι από το κύριο υλικό που είναι φτιαγμένο ολόκληρο το Σύμπαν. Είναι αν θέλετε το τελικό στάδιο της Αρισταρχο-Κοπερνίκιας Επανάστασης, αλλά συνάμα και η αυγή της νέας Αναγέννησης στηριγμένης ατόφια στην επιστημονική γνώση.

Όλα αυτά τα εν εξελίξει ευρισκόμενα δραματικά επιστημονικά γεγονότα συνδυασμένα με την Δαρβίνια αρχή της εξέλιξης μέσα από Φυσική επιλογή και τις τελευταίες επαναστατικές εξελίξεις της Νευροεπιστήμης όπου μας λέει ξεκάθαρα ότι ο εγκέφαλος είναι η μηχανή του νου, δεν μπορούν παρά να αλλάξουν ριζικά την συνείδησή μας περί κόσμου. Ηθικές, φιλοσοφικές και ελπίζω πολιτικές απόψεις δεν μπορεί παρά να επηρεασθούν από αυτά τα μηνύματα της Μοντέρνας Επιστημονικής γνώσης.

Δεν πρέπει βέβαια να περιμένουμε ότι πεποιθήσεις χιλιάδων ετών, βασισμένες στον φόβο και την άγνοια, θα ενδώσουν εύκολα ή ακαριαία, αλλά πρέπει να πολεμήσουμε για την αλήθεια και να αποφύγουμε τον Στρουθοκαμηλισμό. Όπως είπε ο μεγάλος Γερμανός μαθηματικός David Hilbert “ Wir m u ssen wissen und wir werden wissen ” (πρέπει να μάθουμε και θα μάθουμε), και τολμώ να πω ότι τώρα μάθαμε. Το τυχαίο, κομψό αλλά και συναρπαστικό Σύμπαν είναι εδώ._

ΠΗΓΕΣ :

(1)

(2)

(4)

(5)

(8)

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ (12 / 02 / 1945)


Συμφωνία της Βάρκιζας      

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 από την τότε κυβέρνηση Πλαστήρα και αντιπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) μετά την ανακωχή στις 11 Ιανουαρίου 1945 ανάμεσα στους Άγγλους και τον ΕΛΑΣ βάσει της οποίας οι δυνάμεις του υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη.

Αναμνηστική από συμφωνία Βάρκιζας 

Γενικά

Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο επικεφαλής Γεώργιος Σιάντος [γ.γ. ΚΚΕ], Ηλίας Τσιριμώκος [γ.γ. Ε.Λ.Δ.], Δημήτρης Παρτσαλίδης [γ. Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ] και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης ως στρατιωτικός σύμβουλος, ενώ η κυβερνητική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν από τον επικεφαλής Ιωάννη Σοφιανόπουλου, υπουργό Εξωτερικών, Περικλή Ράλλη (υπουργό Εσωτερικών), Ιωάννη Μακρόπουλο (υπουργό Γεωργίας) και Παυσανία Κατσώτα ως στρατιωτικό σύμβουλο.

Πριν από τη Διάσκεψη της Βάρκιζας 

Με τη λήξη των Δεκεμβριανών, την υποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα και την υπογραφή συμφωνίας για ανακωχή των εχθροπραξιών με τους Εγγλέζους, αντικειμενικά έμπαινε επί τάπητος να αναζητηθεί μια πολιτική λύση, που θα έθετε τέλος στην πολεμική αναμέτρηση ή τουλάχιστον να επιδιωχθούν διαπραγματεύσεις προς αυτή την κατεύθυνση, ούτως ώστε να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος, απαραίτητος για στρατιωτική προετοιμασία, μπρος στο ενδεχόμενο επανάληψης των εχθροπραξιών.

Ειδικά για τον ΕΛΑΣ τέτοια αναγκαιότητα υπήρχε, σύμφωνα με τα γραφόμενα πολλών ηγετικών στελεχών του κινήματος και φυσικά του στρατηγού Στ. Σαράφη. «Ο ΕΛΑΣ- γράφει χαρακτηριστικά ο Σαράφης είχε δυνατότητες σε τρόφιμα, πυρομαχικά και έμψυχο υλικό να κάνει πόλεμο για πολύ καιρό κατά των Αγγλων και των κυβερνητικών Ελλήνων και στην περίπτωση αυτή έπρεπε να προετοιμαστεί».

Μόλις άρχισε να εφαρμόζεται η συμφωνία ανακωχής άρχισαν και οι σχετικές βολιδοσκοπήσεις για διαπραγματεύσεις. Από το αντιΕΑΜικό στρατόπεδο οι πιο επίσημοι εκπρόσωποί του δεν έχαναν ευκαιρία να δηλώσουν την ετοιμότητα τους για συζητήσεις με το ΕΑΜ. Αλλά και το ΕΑΜ δε δίστασε να ανταποκριθεί, εκφράζοντας την επιθυμία της ηγεσίας του να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις με ευρεία αντιπροσωπεία στην οποία θα εκπροσωπούνταν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που απάρτιζαν την παράταξη.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο είναι που η αντιΕΑΜική πλευρά (δηλαδή οι Εγγλέζοι και ο αστικός πολιτικός κόσμος) έδωσε ένα δείγμα από τις πραγματικές της προθέσεις. Στην αρχή επιδίωξε να καθορίσει την πολιτική σύνθεση της ΕΑΜικής αντιπροσωπείας, προβάλλοντας την προκλητική απαίτηση να αποτελείται μόνο από κομμουνιστές. Δεν τα κατάφερε κι έτσι, στη συνέχεια, επιχείρησε να καθορίσει τον αριθμό και να ορίσει τα πρόσωπα που θα συμμετέχουν σ’ αυτή.

«Η αξίωση- σχολίαζε ο Γ. Σιάντος να αποτελεστεί η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ μόνο από υπεύθυνα στελέχη του ΚΚΕ δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει: Ή ότι θέλουν σώνει και καλά να »επιβεβαιώσουν» τη συκοφαντική εκστρατεία ότι διασπάστηκε το ΕΑΜ κι έμεινε σ’ αυτό μόνο το ΚΚΕ ή ότι η αντιδραστική Δεξιά, που συγκεντρώνεται γύρω από τον Γονατά, θέλει να ματαιώσει κάθε συνεννόηση, γιατί θεωρεί ότι είναι σπάνια η ευκαιρία να επιβληθεί δυναμικά με τα αγγλικά όπλα».

Η αλήθεια βέβαια είναι πολύ ευρύτερη στις διαστάσεις της απ’ ό,τι την περιγράφει ο Σιάντος. Την απομόνωση του ΚΚΕ ή αλλιώς τη διάσπαση του ΕΑΜ επιδίωκαν και δυνάμεις εκ των έσω. Ο Ηλ. Τσιριμώκος ομολογεί χαρακτηριστικά :

«Το ΚΚΕ είχε ζητήσει με τηλεγράφημα από τον Σβώλο να πάρει μέρος στην Αντιπροσωπεία του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ που θα διαπραγματευόταν με την κυβέρνηση Πλαστήρα, στη Βάρκιζα, τους όρους με τους οποίους θα έληγε η ένοπλη σύγκρουση. Ο Σβώλος αρνήθηκε. Εκρινε ότι, αφού είχε ακολουθηθή ένας δρόμος αντίθετος προς τη δική του γνώμη, σωστό ήταν να διαπραγματευθούν εκείνοι που είχαν διαλέξει το δρόμο αυτό. Και τέτοιοι ήταν μόνο οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ». 

Τελικά, με απόφαση της ΚΕ του ΕΑΜ την αντιπροσωπεία του αποτέλεσαν ο Γ. Σιάντος Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ (επικεφαλής), ο Μ. Παρτσαλίδης Γραμματέας της ΚΕ του ΕΑΜ και ο Ηλ. Τσιριμώκος μέλος της ΚΕ του ΕΑΜ. Στρατιωτικός σύμβουλος της αντιπροσωπείας ορίστηκε ο αρχηγός του ΕΛΑΣ στρατηγός Στ. Σαράφης, ενώ τη συνόδευαν, χωρίς δικαίωμα να παρίστανται στις συνεδριάσεις οι Κ. Γαβριηλίδης, Γ. Γεωργαλάς και Δ. Στρατής.

Στην αντιπροσωπεία της κυβέρνησης των Αθηνών επικεφαλής ήταν ο υπουργός εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος- που ορίστηκε και πρόεδρος της Διάσκεψης- ενώ συμμετείχαν επίσης ο υπουργός Εσωτερικών Περικλής Ράλλης (ανήκε στο δεξιό Λαϊκό Κόμμα) και ο υπουργός Γεωργίας Ι. Μαρκόπουλος. Στρατιωτικός σύμβουλος της κυβερνητικής αντιπροσωπείας ήταν ο στρατηγός Παυσανίας Κατσώτας.

Τέλος, παρατηρητής εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου – αντιβασιλιά Δαμασκηνού ήταν ο διευθυντής του Πολιτικού του Γραφείου Ι. Γεωργάκης, μετέπειτα καθηγητής της Παντείου και στενός συνεργάτης του Ωνάση. Η Διάσκεψη της Βάρκιζας άρχισε στις 2 Φλεβάρη του 1945, ημέρα Παρασκευή και τελείωσε στις 12 του μηνός, ημέρα Δευτέρα, με την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας.

Συσχετισμός Δυνάμεων μετά τα Δεκεμβριανά     

Η Συμφωνία της Βάρκιζας αντικατόπτριζε τον συσχετισμό δυνάμεων μετά τη μάχη της Αθήνας. Το ΚΚΕ ηττήθηκε: βρέθηκε εκτός κυβέρνησης, ενώ υποχρεώθηκε να αποστρατεύσει τον κομματικό του στρατό, τον ΕΛΑΣ, και να διαλύσει το κράτος που είχε δημιουργήσει στην κατοχή μέσω του ΕΑΜ. Με άλλα λόγια, απώλεσε τη δυνατότητα διεκδίκησης της εξουσίας, μια δυνατότητα που βασιζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική του ισχύ.

Όμως  μολονότι συντριπτική, η ήττα του δεν ήταν ολοκληρωτική, καθώς το ΚΚΕ διέθετε ακόμη σημαντικά ερείσματα και οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο εκτός Αθηνών. Έτσι διατήρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στη νέα πολιτική πραγματικότητα που ξεκινούσε. Μπορούσε, μ’ άλλα λόγια, να παίξει το πολιτικό παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Έναν, περίπου, χρόνο αργότερα, όμως, επέλεξε την οδό μιας νέας ένοπλης σύγκρουσης. Γιατί απέτυχε η Βάρκιζα;

Η σχετική ιστοριογραφία διαιρείται σε δύο σχολές, με βάση τις πολιτικές συμπάθειες των φορέων της. Η αντικομμουνιστική μεταπολεμική σχολή θεωρούσε πως η Βάρκιζα δεν ήταν για το ΚΚΕ παρά μια ευκαιρία ανασύνταξης, ώσπου να ωριμάσουν οι συνθήκες για την επόμενη επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας, τον «τρίτο γύρο», όπως και έγινε.

Αλλωστε, το ΚΚΕ αθέτησε την υποχρέωσή του να αφοπλιστεί, αποκρύπτοντας τον καλύτερο οπλισμό του, ενώ οργάνωσε ένα ολόκληρο στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατιωτικών του στελεχών στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, η σχολή αυτή υποβάθμιζε το θέμα των διώξεων που εξαπολύθηκαν εναντίον των οπαδών (πραγματικών ή φανταστικών) του ΚΚΕ και τις αποδίδει αποκλειστικά σε μη ελεγχόμενες αντεκδικήσεις.

Ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης

Στην αντίθετη ακριβώς όχθη, συναντά κανείς τη φιλοκομμουνιστική μεταπολιτευτική σχολή, που υποστηρίζει πως το ΚΚΕ είχε αγκαλιάσει τον κοινοβουλευτισμό, αλλά ότι την επιλογή του αυτή υπονόμευσαν οι αντίπαλοί του, σπρώχνοντάς το στον δρόμο της ένοπλης δράσης. Πρόκειται για μια αντίληψη που θεωρεί το ΚΚΕ ως μοναδική περίπτωση πολιτικού κόμματος (και δη επαναστατικού…) που αποστρεφόταν την εξουσία και κατέφευγε (επανειλημμένως μάλιστα) στα όπλα με το ζόρι, μόνο όταν το έσπρωχναν οι αντίπαλοί του.

Στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσεται και ο χαρακτηρισμός της παραβίασης της Συμφωνίας της Βάρκιζας ως «μονόπλευρης»: ότι δηλαδή παραβιάστηκε μόνο από την κυβερνητική πλευρά μέσω των διώξεων και της «λευκής τρομοκρατίας».

Παραβιάστηκε και από τις δύο πλευρές 

Η αέναη ανακύκλωση ερμηνειών αυτού του τύπου είναι εντελώς άγονη. Για να ξεφύγουμε από τη στειρότητα και να προχωρήσουμε στον δρόμο της κατανόησης, θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε το προφανές: πως τη Συμφωνία της Βάρκιζας παραβίασαν και οι δύο πλευρές. Το κράτος ανέχτηκε, και ενίοτε οργάνωσε, τις διώξεις εναντίον των οπαδών του ΚΚΕ, ενώ το ΚΚΕ επέλεξε να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή της ένοπλης ρήξης, παραδίδοντας μόνο τη «σαβούρα» και τα «άχρηστα» όπλα του, τη στιγμή που απέκρυπτε οπλισμό για 30.000 στρατό.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην επαναδιατύπωση του αρχικού ερωτήματος: θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η διπλή αυτή παραβίαση, έτσι ώστε η χώρα να είχε αποφύγει τη δοκιμασία μιας νέας εμφύλιας σύρραξης; Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δώσει η μελέτη της εμπειρίας ανάλογων περιπτώσεων στον υπόλοιπο κόσμο.

Η πολιτική επιστήμη έχει ασχοληθεί με ερωτήματα αυτού του είδους μέσω της συγκριτικής ανάλυσης πολλών εμφυλίων. Μια τέτοια ανάλυση βασίζεται σε μελέτη 41 εμφύλιων πολέμων της περιόδου 1944-1989. Εκκινώντας από τη διαπίστωση πως, ενώ το 55% των διακρατικών πολέμων της περιόδου αυτής έληξε με κάποιου είδους συμφωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, μόνο το 20% των αντίστοιχων εμφυλίων είχε την ίδια κατάληξη, επιχειρεί να εξηγήσει τη συστηματική αποτυχία των διαπραγματεύσεων στους εμφύλιους πολέμους.

Μήπως αυτό οφείλεται στο βαθύτερο μίσος που υποτίθεται πως χωρίζει τους αντιπάλους στους εμφυλίους; Η απάντηση είναι αρνητική. Αντίθετα, το συμπέρασμα είναι πως ο κύριος λόγος που οδηγεί στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την κατάρρευση των συμφωνιών στους εμφυλίους είναι η αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων για την τήρηση των συμφωνηθέντων.

Ο λόγος είναι πως, ενώ στους διακρατικούς πολέμους οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την αμυντική τους ικανότητα και μετά τη σύναψη της συμφωνίας (αφού πρόκειται για κράτη που διαθέτουν στρατό), δεν συμβαίνει το ίδιο με τις αντίπαλες πλευρές σε έναν εμφύλιο. Προϋπόθεση για τη λήξη ενός εμφυλίου είναι ο αφοπλισμός της μιας πλευράς (αφού δεν νοείται ύπαρξη κράτους δίχως νόμιμο μονοπώλιο βίας, δηλαδή με δύο αντίπαλους στρατούς στο εσωτερικό του).

Αντάρτες στην Ήπειρο ακούν ειδήσεις στο ραδιόφωνο για την ανακοίνωση της Συμφωνίας της Βάρκιζας

Είναι όμως αδύνατο να εγγυηθεί πειστικά η κυβερνητική πλευρά πως δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα της αντίπαλης παράταξης, μετά τον αφοπλισμό της: ο πειρασμός να κατασπαράξεις τον αντίπαλό σου αφού αυτός έχει καταθέσει τα όπλα, είναι πολύ μεγάλος. Ακόμα και αν δεν έχεις τέτοιες προθέσεις, δύσκολα θα πείσεις τον αντίπαλο σου γι’ αυτό.

Γνωρίζοντάς το αυτό, η αφοπλιζόμενη πλευρά, είτε θα αποφύγει τις διαπραγματεύσεις είτε, αν αναγκαστεί να υπογράψει, θα επιχειρήσει να διαφυλάξει μέρος του οπλισμού της. Αντίστοιχα, η κυβερνητική πλευρά θα θεωρήσει τον μη αφοπλισμό ως απόδειξη προετοιμασίας ενός νέου γύρου και θα επιτείνει τις διώξεις. Είναι προφανές, λοιπόν, γιατί αποτυγχάνουν οι συμφωνίες αυτές, και μάλιστα εντελώς ανεξάρτητα από το αν οι δύο πλευρές έχουν καθαρές προθέσεις.

Τρία συμπεράσματα αξίζει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε ποτέ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Δεύτερον, η αποτυχία της δεν οφείλεται απαραίτητα στις ύπουλες προθέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν τέτοιες!), αλλά σε ένα εγγενές πρόβλημα όλων των εμφυλίων: την αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων. Είναι απαραίτητη, τέλος, η απόδραση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του επαρχιωτισμού που διακρίνει την ιστοριογραφία του ελληνικού εμφυλίου και των αγκυλώσεων που ταλανίζουν τη μελέτη του.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας, 12 Φεβρουαρίου 1945     

Στις 12 φεβρουαρίου 1945 υπογράφτηκε η ειρηνευτική συμφωνία της Βάρκιζας. Επρόκειτο για μια συμφωνία η οποία τερμάτιζε και θεσμικά τις πολιτικές και πολεμικές συγκρούσεις του Δεκεμβρίου του 1944 και αποσκοπούσε στη συμφιλίωση των αντίπαλων παρατάξεων στη χώρα.

Στις συνομιλίες πήραν μέρος, εξουσιοδοτημένοι από την κυβέρνηση Πλαστήρα, ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Σοφιανόπουλος, ο υπουργός Εσωτερικών Περικλής Ράλλης και ο υπουργός Γεωργίας Ιωάννης Μακρόπουλος, ενώ την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο Γεώργιος Σιάντος, γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Ε., ο Δημήτριος Παρτσαλίδης, γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του Ε.Α.Μ. και ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας της Ε.Λ.Δ.

Κάθε πλευρά είχε μαζί της τρεις στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες, ενώ τις εργασίες επέβλεπαν στενά οι Βρετανοί επίσημοι στην Αθήνα. Η συμφωνία περιλάμβανε εννέα άρθρα βάσει των οποίων αποκαθιστούνταν οι αστικές ελευθερίες, και κυρίως η ελευθερία του Τύπου και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, εξασφαλιζόταν εκτεταμένη αμνηστεία με εξαίρεση τα αδικήματα κοινού δικαίου κατά της ζωής και της περιουσίας, ενώ λαμβανόταν η δέσμευση από την πλευρά της κυβέρνησης για εκκαθάριση των δημόσιων υπηρεσιών, της χωροφυλακής, της ασφάλειας και της αστυνομίας.

Για το Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. οριζόταν η υποχρέωση της απελευθέρωσης των ομήρων του καθώς και του αφοπλισμού των ενόπλων τμημάτων του.

Τέλος, η Ελληνική κυβέρνηση υποσχόταν να συγκροτήσει έναν εθνικό στρατό στον οποίο θα γίνονταν δεκτά και μέλη του Ε.Λ.Α.Σ. και δεσμευόταν για τη διεξαγωγή γνήσιου και ελεύθερου δημοψηφίσματος το ταχύτερο δυνατόν μέσα στο 1945.

Η σημασία της συμφωνίας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το κείμενό της δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πράγμα που προσέδιδε στο περιεχόμενό της την ισχύ νόμου.

Ωστόσο, οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του τελευταίου σταδίου ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου που διήρκεσε ως το 1949. Οι ακρότητες που σημειώθηκαν στη διάρκειά του τραυμάτισαν επί δεκαετίες τη συνοχή του κοινωνικού ιστού της χώρας και αλλοίωσαν ανεπανόρθωτα την παραγωγική και κοινωνική γεωγραφία του Eλληνικού λαού.

Περιεχόμενο της συμφωνίας  

Συμφωνία της Βάρκιζας 

12 Φεβρουαρίου 1945 


Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, αφ’ ενός οι κ.κ. Ιωάννης Σοφιανόπουλος υπουργός επί των Εξωτερικών, Περικλής Θ. Ράλλης υπουργός επί των Εσωτερικών και Ιωάννης Μακρόπουλος υπουργός επί της Γεωργίας, αποτελούντες την υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως εξουσιοδοτημένη Αντιπροσωπεία, και αφ’ ετέρου οι κ.κ. Γεώργιος Σιάντος Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος, Δημήτριος Παρτσαλίδης Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ. και Ηλίας Τσιριμώκος Γενικός Γραμματεύς της Ενώσεως Λαϊκής Δημοκρατίας (Ε.Λ.Δ.), αποτελούντες την υπό της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ. προσηκόντως εξουσιοδοτημένην Αντιπροσωπείαν, συνήλθαμεν εις διάσκεψιν εις Βάρκιζαν και από κοινού εξητάσαμεν τα μέσα και τον τρόπον της καταπαύσεως του εμφυλίου πολέμου και της συμφιλιώσεως του Ελληνικού Λαού και κατελήξαμεν εις την κατωτέρω συνομολογηθείσαν συμφωνίαν. 

Τσιριμώκος Ηλίας Γενικός Γραμματεύς της Ενώσεως Λαϊκής Δημοκρατίας (Ε.Λ.Δ.)

Η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εξεδήλωσε κατά την σύσκεψιν ταύτην την σταθεράν θέλησιν της Κυβερνήσεως όπως άνευ νέας αιματοχυσίας τερματίση την θλιβεράν εσωτερικήν κρίσιν, αποκαταστήση την ενότητα του Κράτους και επαναφέρη την εσωτερικήν ειρήνην και την πολιτικήν ομαλότητα. Ούτω μόνον θα δυνηθεί ο Ελληνικός Λαός να αναλάβη την δημιουργικήν προσπάθειαν δια την ανοικοδόμησιν της Χώρας εκ των ερειπίων, τα οποία σκληροί αγώνες προς τους εξωτερικούς εχθρούς και ο αδελφοκτόνος πόλεμος επεσώρευσαν.

Ίνα δε η επελθούσα συμφωνία προσλάβη τον χαρακτήρα ενός ακαταλύτου ηθικού συμφώνου, εκφράζοντος τας επιταγάς της πολιτικής συνειδήσεως του Ελληνικού Λαού, η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εζήτησεν όπως δι’ αυτού διακηρυχθή η σταθερά θέλησις του Ελληνικού Λαού δια την ανάπτυξιν ελευθέρου και ομαλού πολιτικού βίου, του οποίου κύριον χαρακτηριστικόν θα είναι ο σεβασμός της πολιτικής συνειδήσεως των πολιτών, η ειρηνική διαφώτισις και διάδοσις πολιτικών ιδεών και ο σεβασμός προς τας ελευθερίας, τας οποίας ο Καταστατικός Χάρτης του Ατλαντικού και αι αποφάσεις της Τεχεράνης διεκήρυξαν και η συνείδησις των δι’ αυτάς αγωνιζομένων ελευθέρων λαών απεδέχθη.

Κατά την διάσκεψιν διεπιστώθη πλήρης συμφωνία αντιλήψεων της Αντιπροσωπείας του Ε.Α.Μ. επί των αρχών τούτων.

Άρθρον 1ον: Ελευθερίαι 

Η Κυβέρνησις θα εξασφάλιση σύμφωνα προς το Σύνταγμα και τας απανταχού καθιερομένας Δημοκρατικάς Αρχάς, την ελευθέραν εκδήλωσιν των πολιτικών φρονημάτων των πολιτών, καταργούσα πάντα τυχόν προηγούμενον ανελεύθερον Νόμον. Θα εξασφαλίση επίσης την απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατομικών ελευθεριών, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της δια του Τύπου εκφράσεως των στοχασμών. Ειδικώτερον η Κυβέρνησις θα αποκαταστήση πλήρως τας συνδικαλιστικάς ελευθερίας.

Άρθρον 2ον: Άρσις Στρατιωτικού νόμου 

Ο Στρατιωτικός Νόμος θα αρθή ευθύς μετά την υπογραφήν της παρούσης συμφωνίας. Άμα τη άρσει ταύτη, θα τεθή εις εφαρμογήν συντακτική πράξις πανομοιότυπος προς την ΚΔ’, δια της οποίας θα επιτρέπεται η αναστολή των εν τη ΚΔ’ πράξει αναφερομένων άρθρων του Συντάγματος.

Δια Διατάγματος θα ανασταλή αμέσως καθ’ όλην την χώραν η ισχύς των άρθρων 5, 10, 20 και 95 του Συντάγματος. Η αναστολή αυτή θα εξακολουθήση μέχρι συμπληρώσεως του αφοπλισμού και της εγκαταστάσεως Διοικητικών, Δικαστικών και Στρατιωτικών Αρχών καθ’ άπασαν την Χώραν. Όσον αφορά ειδικώτερον το άρθρον 5, τούτο δεν θα ανασταλή εις τας πόλεις Αθηνών και Πειραιώς μετά των προαστίων και συνοικισμών. Ειδικώς όμως δια τους μέχρι σήμερον συλληφθέντας, συνομολογείται ότι δεν ισχύει το άρθρον 5 του Συντάγματος και ότι ούτοι θα απολυθούν εντός του συντομωτέρου δυνατού χρόνου, διδομένων των προς τούτω αναγκαίων διαταγών προς τας αρμοδίους αρχάς.

Οπαδοί του Ε.Α.Μ., ενδεχομένως συλληφθέντες και κρατούμενοι υπό άλλων οργανώσεων, θα αφεθούν ως τάχιστα ελεύθεροι.

Ιωάννης Μακρόπουλος υπουργός επί της Γεωργίας

Άρθρον 3ον: Αμνηστία 

Αμνηστεύονται τα πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από της 3ης Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Εξαιρούνται της αμνηστίας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος. Ο σχετικός Νόμος θα δημοσιευθή άμα τη υπογραφή της παρούσης συμφωνίας. Εξαιρούνται της αμνηστίας όσοι, υπόχρεοι εις παράδοσιν όπλων άτε ανήκοντες εις τας Οργανώσεις του Ε.Λ.Α.Σ., της Εθνικής Πολιτοφυλακής και Ε.Λ.Α.Ν., δεν παραδώσουν ταύτα μέχρι της 15 Μαρτίου 1945. Η τελευταία αυτή διάταξις περί εξαιρέσεως εκ της αμνηστίας μετά την διαπίστωσιν ότι ο αφοπλισμός του Ε.Λ.Α.Σ. επραγματοποιήθη, μη έχουσα πλέον δικαιολογητικον λόγον θα καταργηθή.

Εγγυήσεις και λεπτομέρειαι της παρεχομένης αμνηστίας αναγράφονται εις το προσηρτημένον τω παρόντι σχέδιον Νόμου.

Άρθρον 4ον: Όμηροι 

Άπαντες οι πολίται οι συλληφθέντες παρά του Ε.Λ.Α.Σ. ή της Εθνικής Πολιτοφυλακής ή του Ε.Λ.Α.Ν. ανεξαρτήτως ημερομηνίας συλλήψεως, θα αφεθούν αμέσως ελεύθεροι. Όσοι τυχόν κρατούνται με την κατηγορίαν ότι είναι δοσίλογοι ή ένοχοι αδικημάτων, θα παραδοθούν εις την Δικαιοσύνην του Κράτους ίνα δικασθούν υπό των αρμοδίων κατά Νόμον Δικαστηρίων.

Άρθρον 5ον: Εθνικός Στρατός 

Ο Εθνικός Στρατός, πλην των κατ’ επάγγελμα αξιωματικών και υπαξιωματικών, θα αποτελήται από οπλίτας των εκάστοτε στρατολογουμένων κλάσεων. Οι ειδικώς εκπαιδευθέντες εις τα νέα όπλα έφεδροι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίται υπαρχόντων σχηματισμών θα παραμείνουν εν υπηρεσία. Ο Ιερός Λόχος θα παραμείνη ως έχει, εφ’ όσον ευρίσκεται υπό τας αμέσους διαταγάς του Συμμαχικού Στρατηγείου, συγχωνευόμενος ευθύς κατόπιν εις τον Ενιαίον Εθνικόν Στρατόν, συμφώνως προς την ανωτέρω τεθείσαν βάσιν. Θα καταβληθή προσπάθεια ίνα επεκταθή η τακτική στρατολογία καθ’ άπασαν την Ελλάδα, συμφώνως και προς την τεχνικήν ευχέρειαν και τας παρουσιασθησομένας ανάγκας. Εις τας ήδη υπάρχουσας μονάδας θα προσέλθουν προς κατάταξιν μετά την αποστράτευσιν του Ε.Λ.Α.Σ., οι ανήκοντες εις κληθείσας κλάσεις συμφώνως με το προσηρτημένον πρωτόκολλον. Θα απολυθώσι δε των τάξεων πάντες όσοι κατετάγησαν εις τας υπάρχουσας μονάδας, χωρίς να ανήκωσιν εις τας κληθείσας κλάσεις. Άπαντα τα μόνιμα στελέχη του Εθνικού Στρατού θα κριθώσιν υπό των Συμβουλίων, περί ων υπ’ αριθ. 7 Συντακτική Πράξις. Τα πολιτικά και κοινωνικά φρονήματα των στρατευομένων πολιτών θα είναι σεβαστά.

Άρθρον 6ον: Αποστράτευσις 

Άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος, αποστρατεύονται αι ένοπλοι δυνάμεις Αντιστάσεως και συγκεκριμένως ο Ε.Λ.Α.Σ, τακτικός και εφεδρικός, το Ε.Λ.Α.Ν. και η Εθνική Πολιτοφυλακή. Η αποστράτευσις και η παράδοσις των όπλων θέλουσι συντελεσθή κατά τα ειδικώτερον διαλαμβανόμενα εις το πρωτόκολλον το συνταχθέν υπό της Τεχνικής Επιτροπής, όπερ προσαρτάται εις το παρόν δεόντως μονογραφημένον. Το Κράτος θέλει ρυθμίσει τα των επιτάξεων των γενομένων υπό του Ε.Λ.Α.Σ. Τα παρά του Ε.Λ.Α.Σ. επιταχθέντα πράγματα, ζώα, αυτοκίνητα κλπ. άτινα θέλουσι παραδοθή εις το Κράτος, κατά λεπτομερέστερον εκτιθέμενα εις το συνταχθέν πρωτόκολλον, όπερ προσαρτάται τω παρόντι, θέλουσι θεωρηθή ως επιταχθέντα παρά του Ελληνικού Δημοσίου. 

Ιωάννης Σοφιανόπουλος υπουργός επί των Εξωτερικών

Άρθρον 7ον: Εκκαθάρισις Υπαλλήλων 

Η Κυβέρνησις θα προβή δι’ Επιτροπών ή Συμβουλίων τα οποία ειδικός Νόμος θέλει ορίση, εις την εκκαθάρισιν των Δημοσίων Υπαλλήλων, Υπαλλήλων Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Δημοτικών και Κοινοτικών τοιούτων και λοιπών υπηρεσιών εξηρτημένων εκ του Κράτους, ή επιχορηγουμένων υπ’ αυτού. Κριτήρια της εκκαθαρίσεως θα είναι η επαγγελματική επάρκεια, ο χαρακτήρας και το ήθος, η συνεργασία μετά του εχθρού και η χρησιμοποίησις του υπαλλήλου ως οργάνου της δικτατορίας. Υπάλληλοι εκ των ανωτέρω προσχωρήσαντες κατά τον χρόνον της κατοχής εις τας δυνάμεις αντιστάσεως επανέρχονται εις τας θέσεις των και θα κριθούν καθ’ ον τρόπον και οι άλλοι υπάλληλοι. Τα αυτά ως άνω Συμβούλια θα κρίνωσι τους υπαλλήλους, οι οποίοι συμμετέσχον ή συνείργησαν εις την εκδήλωσιν των γεγονότων από της 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Τους εκ των τελευταίων τούτων ενεχομένους δύνανται να θέσουν εις διαθεσιμότητα επί τη βάσει των Νόμων, της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης υπό της κυβερνήσεως ήτις θα προέλθη από τας εκλογάς της Συντακτικής Συνελεύσεως. Οι μέχρι τούδε τεθέντες εις διαθεσιμότητα δυνάμει αποφάσεως των Υπουργών θα υποβληθούν υπό την κρίσιν των εν αρχή του παρόντος αναφερομένων Συμβουλίων. Ουδείς υπάλληλος θα διωχθή μόνον δια τα πολιτικά του φρονήματα.

Άρθρον 8ον: Εκκαθάρισις Σωμάτων Ασφαλείας 

Η εκκαθάρισις των Σωμάτων Ασφαλείας, Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων, θα συντελεσθή το ταχύτερον παρ’ Ειδικών εκκαθαριστικών Συμβουλίων με τα αυτά ως και οι Δημόσιοι υπάλληλοι κριτήρια. Άπαντες οι αξιωματικοί και οπλίται των εν λόγω Σωμάτων οι εμπίπτοντες εις τας διατάξεις του Νόμου περί αμνηστίας, οίτινες κατά την διάρκειαν της κατοχής προσεχώρησαν εις τας τάξεις του Ε.Λ.Α.Σ., του Ε.Λ.Α.Ν. ή της Εθνικής Πολιτοφυλακής, θα επανέλθουν εις τας θέσεις των και θα υποβληθούν εις την κρίσιν των εκκαθαριστικών Συμβουλίων, καθ’ ον τρόπον και οι λοιποί συνάδελφοι των. Άπαντες οι αξιωματικοί και οι οπλίται των εν λόγω Σωμάτων, οι εγκαταλείψαντες τας θέσεις των από της 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος, τίθενται εις διαθεσιμότητα, της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης παρά Συμβουλίων περί ων θα αποφασίση η μέλλουσα να προέλθη εκ των εκλογών κυβέρνησις.

Άρθρον 9ον: Δημοψήφισμα και Εκλογαί 

Το ταχύτερον δυνατόν, πάντως δε εντός του τρέχοντος έτους θα διεξαχθή εν πάση ελευθερία και γνησιότητι δημοψήφισμα, το οποίον θα τερματίση οριστικώς το πολιτειακόν ζήτημα, υποτασσομένων πάντων εις την απόφασιν του Λαού. Θα επακολουθήσουν δε ως τάχιστα και εκλογαί Συντακτικής Συνελεύσεως δια την κατάρτισιν του νέου Συντάγματος της Χώρας. Και αι δύο αντιπροσωπείας συμφωνούν, όπως προς έλεγχον της γνησιότητος της εκφράσεως της Λαϊκής θελήσεως παρακληθούν αι Μεγάλαι Σύμμαχοι δυνάμεις και αποστείλουν παρατηρητάς.

Του παρόντος εγένοντο δύο όμοια, ων το εν έλαβεν η Κυβερνητική αντιπροσωπεία και το έτερον η Αντιπροσωπεία του Ε.Α.Μ.

Εν Αθήναις, εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών τη 12 Φεβρουαρίου 1945. 

Η αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κυβερνήσεως: 

Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΡΑΛΛΗΣ, Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. 

Η αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ.: 

Γ. ΣΙΑΝΤΟΣ, Δ. ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ, ΗΛ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. 

Ο Γραμματεύς της Διασκέψεως: 

Γ. ΒΑΡΣΑΜΗΣ 

Πρακτικόν Συμφωνίας 

Κατόπιν λεπτομερών συζητήσεων, αι οποίαι διήρκεσαν επί μίαν ακόμη εβδομάδα και κατά τας οποίας εξητάσθησαν διαδοχικώς όλα τα τιθέμενα προβλήματα από πολιτικής και στρατιωτικής πλευράς, την 12 Φεβρουαρίου 1945, εις τας 04.30 π.μ. αι δύο Αντιπροσωπείαι κατέληξαν εις οριστικήν συμφωνίαν και υπάεγραψαν το ακόλουθον πρωτόκολλον:

Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι αφ’ ενός Ιωάννης Σοφιανόπουλος, Υπουργός επί των Εξωτερικών, Περικλής θ. Ράλλης, Υπουργός επί των Εσωτερικών και Ιωάννης Μακρόπουλος, Υπουργός επί της Γεωργίας, αποτελούντες την υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως εξουσιοδοτημένην αντιπροσωπείαν, και αφ’ ετέρου οι κ.κ. Γεώργιος Σιάντος, Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος, Δημήτριος Παρτσαλίδης, Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και Ηλίας Τσιριμώκος, Γενικός Γραμματεύς της Ενώσεως Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ), αποτελούντες την υπό τής Κεντρικής Επιτροπής τού ΕΑΜ εξουσιοδοτημένην Αντιπροσωπείαν, δηλούν ότι επί όλων των θεμάτων κατέληξαν εις απόλυτον συμφωνίαν ήτις διατυπουμένη εις αναλυτικόν πρακτικόν θέλει υπογραφή σήμερον και ώραν 14ην εις το εν Αθήναις Μέγαρον του Υπουργείου των Εξωτερικών.

Εν Βάρκιζα τη 12 Φεβρουαρίου 1945. Ώρα 04.30′

Η Αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΑΝΤΟΣ 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ 

ΗΛΙΑΣ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ 

Η Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κυβερνήσεως 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΡΑΛΛΗΣ 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ 

Ο Γραμματεύς της Διασκέψεως 

Γ. ΒΑΡΣΑΜΗΣ

Πρωτόκολλον Συμφωνίας δια Στρατιωτικά ζητήματα     

1. ‘Αμα τη υπογραφή της παρούσης Συμφωνίας, τό Γενικόν Στρατηγεΐον του ΕΛΑΣ θά κηρύξη περαιωμένον τό έργον εσωτερικής αντιστάσεως και τό Γενικόν Στρατηγεϊον τοϋ ΕΛΑΣ θά έκδώση διαταγάς καταθέσεως των οπλων καί γενικώς άποστρατεύσεως των ενόπλων δυνάμεων ΕΛΑΣ (τακτικού καί εφεδρικού), ΕΛΑΝ και ‘Εθνικής Πολιτοφυλακής συμφώνως προς τους δρους τοΰ είδικοϋ σχεδίου άποστρατεύσεως. 

2. Τό Γενικόν Στρατηγείον του ΕΛΑΣ θα λύση των προς τον ΕΛΑΣ καί το ΕΑΜ υποχρεώσεων τους μονίμους αξιωματικούς καί θά απολύση των τάξεων του ΕΛΑΣ, ΕΛΑΝ Καί Ε.Π. άπαντας τους εφέδρους αξιωματικούς καί οπλίτας.

3. Ή Κυβέρνησις θεωρεί τους μονίμους αξιωματικούς παντός όπλου του ΕΛΑΣ εν ενεργεία, άλλ’ ούτοι θά κριθώσιν ως και οι λοιποί συνάδελφοι των υπό των Συμβουλίων των προβλεπομένων υπό της υπ’ αριθ. 7 Συντακτικής Πράξεως.

Επίσης θεωρεί εν ενεργεία τους μονίμους υπαξιωματικούς και οπλίτας παντός όπλου.

4. Ή Κυβέρνησις αναλαμβάνει την ύποχρέωσιν νά θεώρηση προσωρινώς έν ενεργεία-τους εφέδρους έκ μονίμων τους μή υπαγόμενους εις κρίσιν ύπό Συμβουλίων δυνάμει της ϋπ’ αριθ. 7 Συντακτικής Πράξεως. Διά τούτους θά λάβη μέριμναν δπως ϋπαχθώσιν εις τους νόμους τους αφορώντας τους λοιπούς συναδέλφους των της αυτής κατηγορίας τους παραμείναντας είς τήν Ελλάδα ή ϋπηρετή-σαντας εις ομάδας εσωτερικής αντιστάσεως.

5. Ή Κυβέρνησις αναγνωρίζει εφέδρους αξιωματικούς τους άπο-κτήσαντας τόν βαθμόν μέχρι της 28 Απριλίου 1941.

Ή Κυβέρνησις δ£ν αναγνωρίζει τους εφέδρους αξιωματικούς τοΰ ΕΛΑΣ και λοιπών «Οργανώσεων τους όνομασθέντας ύπό τών «Οργανώσεων κατά τήν διάρκειαν τής κατοχής. Διά τούτους αναλαμβάνει τήν ύποχρέωσιν όπως εις περίπτωσιν προσκλήσεως των ύπό τά δπλα καΐ έφ’ δσον θά συγκροτηθώσι σχολαί εφέδρων αξιωματικών έκ της κλάσεως των, κέκτηνται δέ τά υπό τών νόμων προβλεπόμενα προσόντα, εισάγονται υποχρεωτικώς εις τάς Σχολάς Εφέδρων.

Τήν αυτήν ύποχρέωσιν αναλαμβάνει καί διά τόύς διατελέσαντας καπετανέους.

Εξαιρετικώς καί μόνον ή Κυβέρνησις θά αναγνώριση ώς εφέδρους αξιωματικούς κατόπιν αυστηρών ανακρίσεων εκείνους έκ τών ύπό τών μονάδων αντιστάσεως όνομασθέντων αξιωματικών, οϊτινες κατέστησαν ανάπηροι ή έφονεύθησαν.

6. Ό χρόνος της υπηρεσίας αδιακρίτως αξιωματικών και οπλιτών ύπηρετησάντων είς μονάδας εσωτερικής αντιστάσεως, θά άνα-γνωρισθή ύπό τής Κυβερνήσεως ώς πολεμικός.

7. Ύπό τοϋ Γενικού Στρατηγείου τοϋ ΕΛΑΣ θά παραδοθώσιν είς τό Γενικόν Έπιτελεΐον Στρατοϋ εντός 30 ήμερων άπό τής υπογραφής τής παρούσης αί κάτωθι καταστάσεις:

α) Τών μονίμων αξιωματικών κατά κατηγορίας καί τών εφέδρων έκ μονίμων.

β) Τών 1500 εφέδρων όνομασβέντων πρό τής 28 «Απριλίου 1941.

γ) Τών 1270 εφέδρων δνομασθέντων ύπό τοϋ ΕΛΑΣ.

δ) Τών 1001 καπετανέων τοΰ ΕΛΑΣ.

ε) Τών αναπήρων καί φονευθέντων «Εφέδρων «Αξιωματικών τών όνομασθέντων ύπό τοΰ ΕΛΑΣ.

Είς τάς καταστάσεις τών «Εφέδρων «Αξιωματικών και τών καπετανέων θα έμφαίνωνται καί τά στρατολογικά των στοιχεία.

8. Το υπό του ΕΛΑΣ καί ΕΛΑΝ κατεχόμενον παντός είδους πολεμικόν ύλικόν αρμοδιοτήτων Επιμελητείας Πυροβολικού, Μηχανικού, Ίππικοΰ, Ίππωνειών, Αυτοκινήτων, Κτηνιατρικού, «Υγειονομικού (ήτοι τυφέκια, πιστόλια, αυτόματα δπλα, ελαφρά καί βαρέα, δλμοι, πυροβόλα, πυρομαχικά παντός είδους, έκκρητικαί Ολαι, νάρκαι, ασύρματοι, τηλεφωνικόν ύλικόν, αυτοκίνητα, τρακτέρ, οχήματα παντός είδους, ιστιοφόρα, βενζινόπλοια, τρόφιμα, ύγειονομικόν καί φαρμακευτικόν ύλικόν, κτήνη παντός είδους), περιέρχεται είς τήν κυριότητα τοϋ Ελληνικού Δημοσίου. 

Αί λεπτομέρειαι συγκεντρώσεως καί παραδόσεως τοΰ ύλικοΰ τούτου είς τήν Κυβέρνησιν καθορίζονται είς τό είδικόν σχέδιον άποστρατεύσεως.

Αί υποχρεώσεις τοΰ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ προς ίδιώτας κλπ. θά ρυθμισθώσιν ύπό τοΰ Κράτους ώς ορίζεται είς τό γενικόν πρακτικόν.

9. Ό Έλεγχος εκάστης περιοχής κατεχόμενης ήδη ύπό τοϋ ΕΛΑΣ καί ή ασφάλεια ταύτης θά περιέρχεται διαδοχικώς είς τά Τμήματα «Εθνοφυλακής συμπαρισταμένων και Βρεταννικών Δυνάμεων συμφώνως τώ είδικώ σχεδίφ άποστρατεύσεως και κατόπιν λεπτομερειακών διαταγών έκδοθησομένων ύπό τοΰ Βρεττανικοΰ Στρατηγείου καί Γενικού Επιτελείου Στρατοΰ. Οι ύπό τού ΕΛΑΣ καί τής Ε.Π. κρατούμενοι υπόδικοι στρατιωτικοί καί ίδιώται θά παραδίδωνται είς τάς Μονάδας Εθνοφυλακής άμα τη έγκαταστάσει των μετά τών σχετικών δικογραφιών.

10. Είς τήν διάθεσιν τών τοπικών Μονάδων Εθνοφυλακής άμα τή έγκαταστάσει των εις έκάστην περιοχήν κατεχομένην ύπό τοϋ ΕΛΑΣ τίθενται άπαντες οι Μόνιμοι καί «Εφεδροι εκ Μονίμων αξιωματικοί τοΰ ΕΛΑΣ ώς καί Μόνιμοι υπαξιωματικοί καί όπλϊται. Ούτοι μέχρις οριστικής διαθέσεως των υπό του Υπουργείου Στρατιωτικών θά μισθοδοτοϋνται μερίμνη τής «Εθνοφυλακής ώς καί οί λοιποί έν ενεργεία συνάδελφοι των.

11. Άπαντες οί «Εφεδροι αξιωματικοί καί οπλίται του ΕΛΑΣ θά μεταφερθώσιν είς τάς εστίας των μερίμνη τοΰ ΕΛΑΣ χρησιμοποιούντος τά μεταφορικά του μέσα μέχρι πέρατος τών μεταφορών καί τή συνδρομή τών Βρεττανικών «Αρχών. Έκ τούτων οί ανήκοντες είς κληθείσας κλάσεις στρατευθεισών περιοχών θά παρουσιασθώσιν είς τά οίκεϊα Κέντρα Κατατάξεως εντός ΙΟημέρου μετά τήν είς τάς εστίας των έπιστροφήν των. Τροφοδοσία θά χορηγηθή είς τους άπολυόμενους έκ τών διατιθεμένων πόρων του Ελασ. ΑΙ κατά τόπους στρατιωτικαΐ και πολιτικοί άρχαί θά μεριμνήσωσι διά τήν στέγα-σιν και τροφοδοσίαν τών διερχομένων.

12. Τά Νοσοκομεία του ΕΛΑΣ θά διατηρηθώσι προσωρινώς ώς έχουσι μέχρι συγκροτήσεως τακτικών Στρατιωτικών Νοσοκομείων. Τό προσωπικόν των θά είναι άοπλον. Τά ιδρύματα ταϋτα θά ενισχυθώσι τό ταχύτερον μερίμνη τοΰ υπουργείου Στρατιωτικών είς ύγειονομικόν προσωπικόν και ύλικόν.

13. Ειδική μέριμνα θά ληφθη ύπό τοϋ ΕΛΑΣ διά τήν συντήρησιν τών κτηνών μέχρι παραδόσεως τούτων. Τό προσωπικόν τό όποιον θά διάθεση διά τήν συντήρησιν τών κτηνών θά είναι άοπλον. Τά περί συγκροτήσεως τοΰ Έθνικοΰ Στρατοϋ περιλαμβάνονται είς τό γενικόν.

Έν Αθήναις τη 12 Φεβρουαρίου 1945 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ

Τα αποτελέσματα της Συμφωνίας     

Τα αποτελέσματα της Συμφωνίας της Βάρκιζας ήταν:

• Στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε 100 πυροβόλα διαφόρων τύπων, 81 ομαδικούς και 138 ατομικούς όλμους, 419 πυροβόλα, 1412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα τουφέκια, 48.953 τουφέκια και πιστόλια, 57 αντιαρματικά τουφέκια και 17 συσκευές ασυρμάτου.

• Μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ, όπως και ο ηγέτης του Άρης Βελουχιώτης αρνήθηκαν να δεχτούν τη Συμφωνία και κατέφυγαν και πάλι στα βουνά. Το Κ.Κ.Ε. τους αποκήρυξε αμέσως.

• Οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του εμφυλίου 1946-1949.

Ωστόσο, η Συμφωνία της Βάρκιζας περιείχε ουσιαστικές αδυναμίες και νομικά κενά, τα οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη συνεννόησης ανάμεσα στις δύο πλευρές, τελικά οδήγησαν στην ουσιαστική ακύρωσή της. Υπήρχε, χαρακτηριστικά, η πιο κάτω σημαντική παράλειψη: Ενώ με τη συμφωνία της Βάρκιζας παραχωρούνταν αμνηστία στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δε λαμβάνετο πρόνοια για τα ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην περίοδο των Δεκεμβριανών.

Αυτή η παράλειψη θα έχει μοιραίες επιπτώσεις στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης ξέσπασε η λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία και κύμα αντεκδικήσεων εναντίον των κομμουνιστών. Πάντως λόγω της συνθήκης το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας παρέμεινε νόμιμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου έως τις 27/12/1947.

ΠΗΓΕΣ :

(1) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%82

(2)

http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_1_18/04/2011_388048

(3)

http://www.fhw.gr/chronos/14/gr/1940_1945/liberation/03.html

(4) http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%82

(5)

http://www.asxetos.gr/entheto/synthikes/symfonia-tis-varkizas.html#ixzz2KfvIdx28

 

ΕΥΝΑΡΔΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (Eynard Jean – Gabriel 1775 – 1863)


(Eynard Jean-Gabriel 1775-1863)

Εϋνάρδος Ιωάννης Γαβριήλ

Γάλλος τραπεζίτης και θερμός φιλέλληνας. Διακρίθηκε στην υπεράσπιση της Λυών το 1793 και σύντομα έγινε διάσημος στους ηγετικούς ευρωπαϊκούς κύκλους για τις οικονομικές του γνώσεις και την περιουσία του. Πήρε μέρος στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814, εκπροσωπώντας την Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη. Εκεί γνώρισε και τον Καποδίστρια, με τον οποίο έκτοτε συνδέθηκε φιλικά. Ο Εϋνάρδος (Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ) υπήρξε φιλέλληνας με έντονη δράση, καθώς τέθηκε επικεφαλής του φιλελληνικού κομιτάτου στη Γενεύη.

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος, Jean-Gabriel Eynard σε νεαρή ηλικία

Η σημαντικότερη προσφορά του Εϋνάρδου στον εθνικό αγώνα υπήρξε η συμβολή του στη σύναψη δανείων του νέου ελληνικού κράτους με οικονομικούς κύκλους στο Λονδίνο και το Παρίσι, καθώς και η πρωτοβουλία του για οργάνωση εράνων, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Το 1827 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης της Ελλάδας, σχεδίασε την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας, της οποίας υπήρξε επίτιμος διοικητής μετά την ίδρυσή της το 1841, ενώ χορήγησε το 1847 πενήντα χιλιάδες φράγκα για ικανοποίηση απαιτήσεων της Αγγλίας από το δάνειο του 1832.

Βιογραφία 

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος γεννήθηκε στη Λυών στις 8 Δεκεμβρίου 1775. Πατέρας του ήταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος (Gabriel-Antoine), έμπορος και τραπεζίτης από παλαιά και ισχυρή οικογένεια ευγενών, των Mont-Eynard, της επαρχίας Dauphiné της Ν.Α. Γαλλίας. Ένας κλάδος της οικογένειας έμεινε καθολικός, ο άλλος είχε προσχωρήσει στη Μεταρρύθμιση. Από αυτούς τους Ουγενότους Εϋνάρδους, που αμέσως μετά την ανάκληση του Εδίκτου της Νάντης (1685) είχαν καταφύγει στη Γενεύη για να διατηρήσουν την πίστη τους, προερχόταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος.

Αρκετά μέλη της οικογένειας κατέλαβαν δημόσια αξιώματα στην πόλη και ανέπτυξαν εξαίρετη φιλανθρωπική δράση, ενώ ο παππούς του Ιωάννη-Γαβριήλ, ο Jean-Louis Eynard de Trémolières, αποκαλούνταν l’avocat des pauvres (“ο δικηγόρος των φτωχών”). Το 1769 ο Γαβριήλ-Αντώνιος εγκαταλείπει τη Γενεύη και ιδρύει εμπορικό οίκο στη Λυών. Τον επόμενο χρόνο, αφού η πρώτη του γυναίκα Marie-Françoise de Normandie είχε πεθάνει, παντρεύεται τη Marie-Madeleine Meuricoffre, από οικογένεια εμπόρων του Thurgau Ελβετίας, με την οποία αποκτά τρία παιδιά.

Το δεύτερο είναι ο Ιωάννης-Γαβριήλ. Ο νεαρός, που μεγαλώνει και μορφώνεται μέσα σε αυστηρό Καλβινικό περιβάλλον, αγαπά πολύ το θέατρο και το κυνήγι. Από νωρίς μαθαίνει δίπλα στον πατέρα του να χειρίζεται τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και ευδοκιμεί στις εμπορικές υποθέσεις. Το 1793 κορυφώνεται η αιματηρή σύγκρουση Ιακωβίνων και Γιρονδίνων. Η Λυών, έχοντας προσχωρήσει στο μοναρχικό στρατόπεδο, πολιορκείται από τα στρατεύματα της Γαλλικής Συμβατικής Συνέλευσης.

Πατέρας και γιος Εϋνάρδοι μάχονται γενναία μεταξύ των υπερασπιστών της πόλης. Ο Γαβριήλ-Αντώνιος μάλιστα ήταν εκλεγμένος πρόεδρος του Δήμου της Λυών. Στις 9 Οκτωβρίου η πόλη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες. Ο Ιωάννης-Γαβριήλ καταφέρνει να διαφύγει-μεταμφιεσμένος σε γυναίκα- στη Γενεύη, ενώ ο πατέρας του συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο και η περιουσία του δημεύεται. Τελικά και ο πατέρας του καταφέρνει να αποδράσει. Όλη η οικογένεια εγκαθίσταται στη μικρή ελβετική πόλη Rolle, του καντονίου Vaud, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, λιθογραφία.

Επειδή η πατρική περιουσία καταστράφηκε στη Λυών, ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος στέλνεται στην ετεροθαλή αδελφή του, Lisette Gaulis, στη Γένοβα για να εργασθεί στον μεγάλο εμπορικό οίκο του άντρα της. Μετά από σκληρή μαθητεία και προσωπική δουλειά, ο Ιωάννης-Γαβριήλ αποφασίζει να ιδρύσει, μαζί με τον αδελφό του Jacques και έναν παλιό υπάλληλο των Γκολίς, δικό του εμπορικό οίκο (Eynard Frères et Schmidt). Αναπτύσσοντας με τόλμη και επιτυχία επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορευόμενοι ελαιόλαδο, κρεμέζι και τσίτια), τα δύο αδέλφια καταφέρνουν επίσης να εξοφλήσουν όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις της πατρικής επιχείρησης.

Όταν τον Απρίλιο-Ιούνιο του 1800 οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί πολιορκούν τη Γένοβα (Ναπολεόντειοι πόλεμοι υπατείας), ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος συμπαραστέκεται στα στρατεύματα του Γάλλου στρατηγού Α. Masseria συμμετέχοντας θαρραλέα ως εθελοντής στην άμυνα της πολιορκημένης, λιμοκτονούσας πόλης, που τελικά παραδίδεται στις 4 Ιουνίου 1800. Ο Εϋνάρδος έρχεται για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου η γνωριμία του με το στρατηγό H.-Fr. Sebastiani θα τον φέρει σε επαφή με το γαλλικό επιτελείο, και στη συνέχεια καταλήγει στο Λιβόρνο.

Ο Εϋνάρδος αναδεικνύεται στην Ιταλία σπουδαίος έμπορος, ισχυρός τραπεζίτης, ικανός διαχειριστής και διπλωμάτης – κάνει σοβαρές και επιτυχείς επενδύσεις στο δάνειο 1.450.000 λιβρών του δουκάτου της Ετρουρίας, σε ορυχεία, στα μεταλλεία σιδήρου και σε γαίες της Κεντρικής Ιταλίας.

Το 1803 αποσύρεται από τον τραπεζικό οίκο που είχε συστήσει με τον αδελφό του στη Γένοβα και εγκαθίσταται στη Φλωρεντία, για να αναλάβει δημόσια καθήκοντα, παράλληλα με τις εμποροπιστωτικές του δραστηριότητες. Απέκτησε έτσι μεγάλη περιουσία επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις του στη Γενεύη και τις ιταλικές εμπορικές πόλεις Φλωρεντία και Λιβόρνο.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, ελαιογραφία του ζωγράφου Firmin Massot

Αναδιοργανώνει, κατέχοντας υψηλά δημόσια αξιώματα, τα οικονομικά αρκετών ιταλικών κρατιδίων, όπως του δουκάτου της Ετρουρίας, των πριγκιπάτων της Λούκας και του Πιομπίνου, του κράτους της Τοσκάνης κ.ά. Το φθινόπωρο του 1804 συμμετέχει ως μέλος της Τοσκανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στις εκδηλώσεις για τη στέψη του Ναπολέοντα στο Παρίσι, ενώ μερικούς μήνες αργότερα, στο Μιλάνο, θα υποστηρίξει με σταθερότητα τα συμφέροντα του δουκάτου (μείωση της φορολογίας) ενώπιον του αυτοκράτορα και βασιλέα της Ιταλίας Ναπολέοντα.

Το 1807 αναλαμβάνει κεντρικός εισπράκτορας των φόρων στα πριγκιπάτα Λούκας και Πιομπίνου που κυβερνούν ο Felix Bacciochi και η γυναίκα του Ελίζα Βοναπάρτη, αδελφή του Ναπολέοντα. Το 1808 γίνεται Ελβετός πολίτης και δημότης της Rolle. Ξαναέρχεται στο Παρίσι τον επόμενο χρόνο ως μέλος της Τοσκανικής αντιπροσωπείας που θα ευχαριστούσε τον Ναπολέοντα για το διορισμό της αδελφής του Ελίζας στο θρόνο της Τοσκάνης. Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, στο Παρίσι αξιοποίησε το χρόνο του μελετώντας χημεία με τον βαρόνο Thénard.

Το 1814 – 15 η Γενεύη γίνεται δεκτή στην Ελβετική Ομοσπονδία. Ο Εϋνάρδος οργανώνει και εφοδιάζει με έξοδα του ιππικό σώμα εθνοφυλακής, της οποίας ορίζεται αντισυνταγματάρχης, για την προστασία της ανεξαρτησίας της περιοχής από τις βλέψεις των Γάλλων. Είναι μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου της Γενεύης και γραμματέας της αντιπροσωπείας στις «Συνθήκες του Παρισιού» και στο Συνέδριο της Βιέννης μαζί με το θείο του – από τη γυναίκα του Άννα- Pictet de Rochemont (1755-1824) και τον Francois d’lvernois.

Στις διεθνείς αυτές συναντήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν την αναγνώριση της προσάρτησης της Γενεύης στην Ελβετική Ομοσπονδία, καθώς και την ουδετερότητα της Ελβετίας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ειδικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, θα υποστηρίξει με συνέπεια, στο πλαίσιο της ρωσικής πολιτικής, τα αιτήματά τους και θα γίνει φίλος τους. Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Εϋνάρδος συνοδεύεται από τη γυναίκα του. Το ζεύγος γνωρίζεται με τους περισσότερους ισχυρούς ηγεμόνες, τους μεγάλους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής. Η συνάντησή τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια θα καταλήξει σε θερμή, ειλικρινή και μακροχρόνια φιλία. Η φιλία των δύο ανδρών είναι η πρώτη ουσιαστική επαφή του Εϋνάρδου με τα ελληνικά πράγματα.

Από τον κορυφαίο κορφιάτη πολιτικό ο γαλλοελβετός τραπεζίτης αρχίζει να πληροφορείται για τα δεινά των υπόδουλων Ελλήνων. Στο Συνέδριο της Βιέννης οι τέσσερις «Μεγάλες Δυνάμεις» καταλήγουν στην «Ευρωπαϊκή Συμφωνία», τη γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, εναντίον όλων των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων της εποχής. Έτσι διαμορφώνεται ένα αρνητικό κλίμα, κυρίως από τη μεριά της Αυστρίας, με εμπνευστή τον καγκελάριο Metternich, και για την ελληνική υπόθεση.

Κατά το διάστημα 1817-1821 ο Εϋνάρδος κτίζει στη Γενεύη, στην Promenades des Bastions, το τεράστιο, πολυτελές οικογενειακό του μέγαρο, με σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα G. Salucci και την αποφασιστική συμβολή του ίδιου και της γυναίκας του. Φλωρεντινού-νεοκλασικού ρυθμού, το ωραιότερο κτίσμα της εποχής εκείνης στην πόλη, είναι σήμερα το ανακαινισμένο Δημαρχικό Μέγαρο.

Το σπίτι αυτό θα αναδειχθεί σε «στρατηγείο» του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού μερικά χρόνια αργότερα. Την ίδια περίοδο αναπτύσσει πλούσια κοινωνική και πνευματική δράση, είναι πρωτεργάτης ή ενεργό μέλος σε διάφορους φιλολογικούς και καλλιτεχνικούς συλλόγους της Γενεύης, όπως στις Société de Lecture, Société des Arts, Société d’ Histoire et d’ Archéologie, την Utilité Publique, ενισχύει φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, φροντίζει για τον καλλωπισμό της πόλης κ.ά. Μερικά χρόνια αργότερα θα αποκτήσει πολυτελείς κατοικίες στη Φλωρεντία, τη Ρώμη και το Παρίσι.

Συνεχίζοντας την πολιτική του δραστηριότητα, το 1816 έχει αναλάβει να αποκαταστήσει τα δημόσια οικονομικά του Κράτους της Τοσκάνης. Το φθινόπωρο του 1818 αντιπροσωπεύει τον μεγάλο δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο στο Συνέδριο της Aix-la-Chapelle. Στην αυλή του θα παραμείνει ως σύμβουλος μέχρι το 1821, τιμηθείς το 1818 με τον τίτλο του ευγενή της Φλωρεντίας και του ιππότη του Αγίου Ιωσήφ.

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Ελλάδα, ο Εϋνάρδος είναι από τους πρώτους Ευρωπαίους που αναμειγνύεται όλο και πιο ζωηρά στο κίνημα συμπαράστασης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.

Πορτραίτο του Εϋνάρδου, έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831

Τον Αύγουστο του 1821 ιδρύει, μαζί με τους Favre-Bertrand, Et.-L. Dumont, J.C.L. de Sismondi, Bellot κ.ά., την πρώτη φιλελληνική επιτροπή της Γενεύης, η οποία γρήγορα αναγνωρίστηκε από τις επιτροπές των άλλων ελβετικών πόλεων ως συντονιστική αρχή. Γίνεται ο οργανωτής, η ψυχή και ο στυλοβάτης όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης (Γενεύης, Παρισιού, Βέρνης, Ζυρίχης, Λωζάννης, Βερολίνου, Μονάχου, Δρέσδης κ.ά), που βοήθησαν με εράνους, δημόσιες συνεισφορές και διαφώτιση της κοινής γνώμης την υπόθεση του Αγώνα.

Στην αρχή της Επανάστασης, οι Φαναριώτες πρίγκιπες Ιωάννης Καρατζάς, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Μιχαήλ Σούτσος φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του και έγιναν φίλοι του, ενώ από το φθινόπωρο του 1822 υποκινείται σταθερά από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος, μετά την παραίτηση του από τα καθήκοντα στην Αυλή του τσάρου, μένει μόνιμα στη Γενεύη και εργάζεται υπέρ του Ελληνικού Αγώνα.

Τα επόμενα χρόνια ο Εϋνάρδος θα γίνει ο γενναίος χρηματοδότης του Αγώνα. Θα διευκολύνει και θα χρηματοδοτήσει την αποστολή ξένων εθελοντών, τροφίμων, πολεμοφοδίων και χρηματικών ποσών στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ως επιφανής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας έχει τη δυνατότητα να προβάλει το Ελληνικό ζήτημα στις ξένες ευρωπαϊκές αυλές και κυβερνήσεις, σε διπλωμάτες και κοινωνικές προσωπικότητες, σε διεθνείς συσκέψεις και συνέδρια.

Η τεράστια αλληλογραφία του, τα ταξίδια του και οι επαφές του έχουν αποκλειστικό στόχο την αποκατάσταση της Ελλάδας, την οποία ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε. Αξιόλογη είναι επίσης η αλληλογραφία του με τους Έλληνες οπλαρχηγούς και πολιτικούς, πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Δικαίως απέκτησε τον τίτλο του «Πρύτανη των Φιλελλήνων» και του «Φίλου των Ελλήνων».

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος σε ώριμη ηλικία

Την περίοδο 1825-1827, μετά την απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων τουΙμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου, όταν ο Αγώνας μπαίνει σε κρίσιμη φάση, ο Εϋνάρδος εργάζεται στο Παρίσι επί τέσσερις μήνες για τη συγκρότηση της Φιλελληνικής Επιτροπής και την αποστολή της οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα. Προσπαθεί να εξασφαλίσει δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αλλά επειδή η διαχείριση θα γινόταν μέσω της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, οι Έλληνες αντιπρόσωποι προτίμησαν να συνάψουν το γνωστό δάνειο του Λονδίνου.

Τον Σεπτέμβριο του 1825, με ενέργειες του Εϋνάρδου συγκεντρώνονται από την Επιτροπή της Γενεύης 55.000-60.000 φρ. για τους Έλληνες. Με άλλα 40.000 φρ. για τρόφιμα και πολεμικό υλικό εφοδιάζει ο ίδιος τους δύο απεσταλμένους Fr. Marcet και W. Romilly, των Επιτροπών του Παρισιού και της Γενεύης αντίστοιχα, που στέλνονται στην Ελλάδα το επόμενο έτος. Όταν πληροφορείται την πολιορκία του Μεσολογγίου, έχοντας ζήσει ο ίδιος την ίδια ζοφερή κατάσταση δύο φορές στη ζωή του, συγκινείται.

Στέλνει αμέσως ως δική του εισφορά 12.000-15.000 φρ. για σιτάρι, εξασφαλίζοντας άλλες 60.000 φρ. από τους Γάλλους φιλέλληνες τα οποία στέλνονται, μέσω Ζακύνθου, στα πεδία των μαχών και το Μεσολόγγι. Απευθύνει μήνυμα «στους ένδοξους στρατιωτικούς αρχηγούς των γενναίων του Μεσολογγίου και στην ανδρεία φρουρά του». Έρχεται με τη γυναίκα του στην Αγκώνα να επιβλέψει προσωπικά τη φόρτωση των πλοίων με εφόδια για τη μαρτυρική πόλη, η οποία στο μεταξύ είχε πέσει στις ορδές του Ιμπραήμ.

Η θυσία του Μεσολογγίου τον πείθει ότι χρειάζεται αποτελεσματικότερος συντονισμός της προσπάθειας για βοήθεια. Στέλνει 51.000 φρ. για εξαγορά των σκλαβωμένων γυναικόπαιδων, διορίζει αντιπροσώπους του τον Γ. Παπαμανόλη στα Κύθηρα και τον Τ. Τ. Petrini στο Ναύπλιο, στέλνει στην Ελλάδα για την καλύτερη διαχείριση της βοήθειας τον συμπατριώτη του γιατρό φιλέλληνα Louis-André Gosse. Μεσολαβεί για τη μετάκληση του ναυάρχου Cohrane. Συμμετέχει με 150.000 φρ. στα έξοδα ναυπήγησης και εξοπλισμού ενός πολεμικού πλοίου.

Από την πτώση του Μεσολογγίου μέχρι τις πρώτες μέρες του 1827, είχαν σταλεί στην Ελλάδα, με φροντίδα του Εϋνάρδου, από τα ελβετικά, γερμανικά και γαλλικά φιλελληνικά κομιτάτα τρόφιμα συνολικού βάρους 7,4 εκατομμυρίων λιβρών, ενώ μέσα στο 1827 απέστειλε από εράνους πάνω από 800.000 φρ.

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος, σε δαγκεροτυπία του ιδίου, το 1853, σε ηλικία 78 ετών

Σε απολογισμό που παρουσίασε ο Εϋνάρδος στα τέλη του 1827, ανέφερε ότι μόνο από τον εβδομαδιαίο έρανο του 1826 είχαν αποσταλεί συνολικές εισφορές στους Έλληνες πάνω από 2,5 εκατομμύρια φράγκα. Χωρίς επίσημη διπλωματική ιδιότητα, αλλά με το μεγάλο διεθνές κύρος του χειρίστηκε με επιτυχία τα μεγάλα ελληνικά διπλωματικά προβλήματα της περιόδου 1827-1832, επηρεάζοντας σημαντικά τις αποφάσεις του Λονδίνου Ιούλιο του 1827 και του Παρισιού στα 1829-30. Τον Μάιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα του απονέμει τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια «πολιτογραφούσα αυτόν αληθή Έλληνα και πολίτην της Ελλάδος».

Το διάστημα 1827-1831 όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται Κυβερνήτης της Ελλάδας, βρίσκει στο πρόσωπο του Εϋνάρδου τον σοφό σύμβουλο και τον σταθερό συμπαραστάτη σε οποιαδήποτε οικονομική δυσκολία της νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας: οικονομική στήριξη, κεφάλαια για τη γεωργική ανάπτυξη και την ίδρυση της γεωπονικής σχολής Τίρυνθας, αποστολή σπόρων, πατάτας, εργαλείων, φαρμάκων, συμβολή του στην ανοικοδόμηση χωριών, στην οργάνωση της παιδείας και του στρατού, δημιουργία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας (στέλνει συνολικά 100.000 φρ. για την Τράπεζα), χορήγηση κρατικών δανείων που είχαν αρνηθεί στην Ελλάδα οι Δυνάμεις.

Κυρίως το δάνειο των 1.500.000 φρ. του 1829, για να πληρωθεί ο στρατός και να παταχθεί η ληστεία. Το 1828, όταν αναγκάζεται να πάει στα Πυρηναία για περίθαλψη της γυναίκας του, αφήνει στο Παρίσι αντικαταστάτη του τον Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος θα διοριστεί, μετά από εισήγηση του, Έλληνας πρεσβευτής.

Πορτραίτο της γυναίκας του Εϋνάρδου, Άννας (Anne Charlotte Adelaide), έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831

Το 1830, αν και προσκείμενος στη γαλλική πολιτική, υποστήριξε την υποψηφιότητα για το θρόνο της Ελλάδας του πρίγκιπα του Saxe-Cobourg Λεοπόλδου. Την ίδια χρονιά, η πόλη της Θήβας έδωσε το όνομα του Ι.-Γ Εϋνάρδου στη μεγαλύτερη πλατεία της, ενώ το 1837 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε την ανέγερση μνημείου στην πλατεία, «εις τιμήν του ευκλεούς τούτου ανδρός και ευεργέτου της πατρίδος».

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, προκάλεσε συντριβή στον πολυαγαπημένο του Ελβετό φίλο, ο οποίος μάλιστα του είχε ετοιμάσει στο Beaulieu μικρό περίπτερο, για να περάσει ήσυχα τα τελευταία του χρόνια. Για να τιμήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, να υπερασπίσει τη μνήμη του από δυσμενή σχόλια Ελλήνων και ξένων αλλά και την υπόληψη της Ελλάδας, δημοσίευσε στο Παρίσι μια συλλογή δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα του 1831 με τίτλο Lettres et documents officiels relatifs aux derniers événements de la Grèce; qui ont précédé et suivi la mort du comte Capodistrias, jusqu’ au 31 octobre 1831.

Κατά τα έτη 1831-1836 ο Εϋνάρδος φροντίζει να σταλεί στην Ελλάδα ο έμπειρος Γάλλος οικονομολόγος Arthémond de Regny, επιστήθιος φίλος του, ο οποίος θα οργανώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. «Γενικός Επόπτης των οικονομικών του βασιλείου», το 1834 ιδρύει και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το 1838 αναλαμβάνει γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης. Η γνωριμία του Regny, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το σύμβουλο Γ. Σταύρο και η φιλία των δύο ανδρών επηρέασαν αποφασιστικά την κατοπινή ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας.

Ο Εϋνάρδος υπήρξε επίσης ανιδιοτελής, «ειλικρινής σύμβουλος» του βασιλιά Όθωνα, παρ’ όλο που δεν εισακουγόταν πάντα. Το 1837 του απονέμεται, με το Βασιλικό Διάταγμα της 17.7.1837, ο Μεγαλόσταυρος του Β. Τάγματος του Σωτήρος.

Την περίοδο 1837-1840 ο Εϋνάρδος συμμετέχει στις ανεπιτυχείς προσπάθειες ίδρυσης τράπεζας στο νεοελληνικό κράτος, είτε μόνος του είτε με τον αγγλικό οίκο Wright και αργότερα με ολλανδούς κεφαλαιούχους. Από το 1838 παραχωρεί κεφάλαια 300.000 φρ. στους Ρενύ και Σταύρο για να προεξοφλούν εμπορικά γραμμάτια στην αθηναϊκή αγορά με τόκο 8% (η γνωστή ως Προεξοφλητική Τράπεζα Εϋνάρδου), ώστε να παταχθεί η τοκογλυφία. Η πρόχειρη τράπεζα του Εϋνάρδου λειτούργησε ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι αξιώσεις των τοκογλύφων.

Το 1841 κηρύσσει «νέο συναγερμό των Φιλελλήνων», κάνει προσπάθειες να βοηθηθεί η Κρητική Επανάσταση του 1841, να απελευθερωθεί η Μεγαλόνησος και να ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν πρόλαβε να στείλει όμως τη βοήθεια, γιατί η επανάσταση γρήγορα κατεστάλη. Επίσης επεμβαίνει για την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων στην Αλγερία των γαλλο-αλγερινών συγκρούσεων του 1839-1841.

Ο Εϋνάρδος συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1841 και υποστηρίζει τον Γ. Σταύρο για τη θέση του διευθυντή της Τράπεζας. Οι Ι.-Γ. Εϋνάρδος και Νικόλαος Ζωσιμάς ανακηρύσσονται «επίτιμοι διοικηταί» της Ε.Τ.Ε. από την προκαταρκτική συνέλευση των μετόχων της 13 Νοεμβρίου 1841.

Το 1842 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τον εκλέγει επίτιμο πρόεδρό της. Το 1843, έτος οικονομικής κρίσης στη Ελλάδα, ο Εϋνάρδος προσπαθεί να πείσει τις ξένες δυνάμεις να δανείσουν πάλι τη χώρα, ενώ όταν η ελληνική κυβέρνηση καταργεί τις πρεσβείες προσφέρεται πάλι να αναλάβει τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Αυτή την εποχή μεσολαβεί για το διακανονισμό απαιτήσεων διαφόρων κεφαλαιούχων συμπατριωτών του έναντι του ρωσικού δημοσίου και ο τσάρος Νικόλαος Α’ του απονέμει το σταυρό του Τάγματος της Αγίας Άννας.

Το 1847 διευκόλυνε την ελληνική κυβέρνηση χορηγώντας της δάνειο 500.000 φρά¬γκων, ώστε να ανταποκριθεί στην πληρωμή της εξαμηνιαίας δόσης του εθνικού δανείου του 1832 των 60.000.000 φράγκων. Από το 1848 και έπειτα απομονώνεται από την κοινωνική ζωή, αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στη θρησκεία και τη μελέτη των χριστιανικών κειμένων. Επιπλέον τον ταλαιπωρούν τα προβλήματα της υγείας του. Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1856) στο Συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι ο Όθωνας απευθύνει έκκληση στον Εϋνάρδο να μεσολαβήσει με το κύρος του για ευνοϊκές λύσεις υπέρ της Ελλάδας.

Το 1862 τον επισκέπτεται ο βασιλιάς Όθων στο Beaulieu, για να του μεταφέρει αυτοπροσώπως την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του ελληνικού λαού και να του παραδώσει ιδιοχείρως το ανώτατο ελληνικό παράσημο, το Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, το οποίο του είχε απονεμηθεί το 1837. Το 1863 στο δημοψήφισμα για την εκλογή του νέου βασιλιά της Ελλάδας μετά την έξωση του Όθωνα, ο Εϋνάρδος λαμβάνει αρκετές ψήφους Ελλήνων πολιτών, που σε ένδειξη μεγάλης ευγνωμοσύνης τον προτείνουν τιμητικά για αρχηγό του ελληνικού κράτους. Ο μεγάλος Ελβετός φιλέλληνας πεθαίνει στη Γενεύη, σε ηλικία 87 ετών, στις 5 Φεβρουαρίου.

Ο Οραματιστής και Κύριος Συντελεστής της Ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

Ο έμπειρος επιχειρηματίας Εϋνάρδος, ο οποίος χρημάτισε για δεκαετίες οικονομικός σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων της εποχής, είχε την εδραιωμένη άποψη ότι για την ομαλή λειτουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν απαραίτητη η δημιουργία ενός οργανωμένου τραπεζικού συστήματος. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1827 έγραφε στο φίλο του, I. Καποδίστρια, ο οποίος ερχόταν στην Ελλάδα ως εκλεγμένος Κυβερνήτης της, για την ανάγκη ενίσχυσης των αγροτικών πληθυσμών της χώρας με δάνεια και την ιδέα του για την ίδρυση ενός πιστωτικού οργανισμού διαρκείας.

Το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας κατά τον 19ο αιώνα

Στα 1828 συνέπραξε μαζί με τον Καποδίστρια, προσφέροντας όνομα, κεφάλαια 100.000 φράγκων και σχέδια για την ίδρυση της πρώτης ελληνικής τράπεζας, της Εθνικής Χρηματιστικής. Πρόβλεψε ότι το μέλλον της νεοσυσταθείσας τράπεζας θα κριθεί αποκλειστικά από τη στάση των πλούσιων Ελλήνων, μιας και η διεθνής οικονομική συγκυρία στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων ήταν τότε αρνητική. Η μικρή ανταπόκριση των Ελλήνων κεφαλαιούχων, η γενικευμένη ένδεια, η απορρόφηση των κεφαλαίων της τράπεζας αυτής από τις μεγάλες δανειακές ανάγκες του νεοσύστατου κράτους και η δολοφονία του Κυβερνήτη οδήγησαν την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα σύντομα στο «μαρασμό».

Ο Εϋνάρδος όμως δεν εγκατέλειψε το όραμά του. Την εποχή της Αντιβασιλείας αναμείχτηκε πάλι δραστήρια σε μερικές από τις προσπάθειες ίδρυσης ενός σταθερότερου πιστωτικού ιδρύματος . Τέλη 1837 – αρχές 1838 υπέβαλε σχέδιο για την ίδρυση μιας προεξοφλητικής τράπεζας με κεφάλαια 2 – 4 εκατομμύρια δρχ. που θα ανήκε κατά 50% στο ελληνικό δημόσιο, θα συμμετείχε ο ίδιος με το 25%, ενώ το υπόλοιπο θα μοιράζονταν άλλοι κεφαλαιούχοι. Η τράπεζα θα είχε δικαίωμα έκδοσης τραπεζογραμματίων, θα προεξοφλούσε εμπορικά γραμμάτια και θα έδινε δάνεια με ενέχυρο ή υποθήκη με επιτόκιο 8%.

Οι αντιδράσεις τόσο από μέρους των Ελλήνων ανταγωνιστών μεγαλεμπόρων – τοκιστών, όσο και από την αγγλική πλευρά που τον θεωρούσε εκπρόσωπο των γαλλικών ή των ρωσικών, λόγω της φιλίας του με τον I. Καποδίστρια, συμφερόντων, τον ανάγκασαν σε ένα διπλωματικό ελιγμό, εφόσον οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, επηρέαζαν αποφασιστικά οποιοδήποτε εγχείρημα στην οικονομική πολιτική της χώρας.

Έτσι το 1839 έκανε κοινή πρόταση με τον Άγγλο τραπεζίτη Wright για μια υποθετική και προεξοφλητική τράπεζα με εκδοτικό προνόμιο και μεγαλύτερα κεφάλαια. Η διαφωνία όμως ως προς τη διοίκησή της – ο Εϋνάρδος ήθελε επικεφαλής τον Σταύρο ή τον Ρενύ- και η πτώχευση, τον επόμενο χρόνο, του οίκου Wright ματαίωσαν κι αυτό το σχέδιο. Άλλη μια προσπάθεια Ολλανδών κεφαλαιούχων που υποστήριξε ο Ελβετός τραπεζίτης δεν ευοδώθηκε επίσης. Εντωμεταξύ, έχει γνωριστεί, μέσω του στενού του φίλου Arthémond de Regny, με τον Ηπειρώτη έμπορο Γεώργιο Σταύρο.

Γεώργιος Σταύρος, πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

Ο Σταύρος είχε ήδη χρηματίσει γενικός ταμίας του Εκτελεστικού στην Επανάσταση, οικονομικό στέλεχος του I. Καποδίστρια, διευθυντής της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας και ήταν μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1835. Στο πρόσωπο του Σταύρου ο Εϋνάρδος ανακαλύπτει έναν πολύτιμο συνεργάτη με μεγάλη πείρα στον εμπορικό τομέα και βαθύ γνώστη της ελληνικής κοινωνίας.

Μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι μάλιστα δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά, αναπτύχθηκε μια δια βίου ειλικρινής, αμοιβαία φιλία και εμπιστοσύνη που θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό μέλλον της χώρας μας.

Στα 1838 ο Εϋνάρδος, προπαρασκευάζοντας το έδαφος για την ανάπτυξη οργανωμένης πίστης στην Ελλάδα, παραχώρησε όσα κεφάλαια είχε εισαγάγει στη χώρα, 300.000 φράγκα, στους Ρενύ και Σταύρο με σκοπό αρχικά την «έκδοσιν και υποστήριξιν ταμιακών γραμματίων του δημοσίου», αργότερα τη βραχυπρόθεσμη προεξόφληση εμπορικών γραμματίων με τόκο 8%.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο οργανωμένο προεξοφλητικό γραφείο στην Αθήνα, η γνωστή ως «Τράπεζα Εϋνάρδου».

Εξαιτίας της δημόσιας θέσης που κατείχε ο Ρενύ, ως γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης στην Ελλάδα, σχεδόν όλη η παραπάνω δραστηριότητα έπεσε στις πλάτες του Σταύρου, κυρίως μετά τον Απρίλιο του 1840, όταν ο Ρενύ αναχώρησε με άδεια στο Παρίσι. Η δράση της μικρής προεξοφλητικής τράπεζας είχε θετικότατα αποτελέσματα στο εμπόριο και προετοίμασε το κλίμα για την αποδοχή ενός πιστωτικού ιδρύματος που θα περιόριζε τη δράση των παραδοσιακών εμπορικών-τοκογλυφικών δικτύων.

Αποτέλεσε επίσης θετικό προηγούμενο για την τελική αποδοχή από το βασιλιά Όθωνα των σχεδίων Σταύρου και Εϋνάρδου για την ίδρυση μιας καθαρά ελληνικής τράπεζας. Οι συνδυασμένες προσπάθειες Εϋνάρδου, Σταύρου και Ρενύ συνέβαλαν ώστε να διαλυθούν οι φόβοι και οι προκαταλήψεις, να παραμεριστούν τα εμπόδια, οι δισταγμοί και η αναβλητικότητα του Όθωνα στην ίδρυση της τράπεζας.

Τελικά στις 30 Μαρτίου 1841 δημοσιεύεται ο νόμος περί Εθνικής Τραπέζης. Ο Εϋνάρδος εγγράφεται ανάμεσα στους πρώτους για 300 μετοχές, πείθοντας παράλληλα τους τραπεζίτες Rothschild να γραφούν για 50 μετοχές, ενώ άλλες 50 στο όνομα τους αγοράζει ο ίδιος, ώστε να δημιουργηθεί ευμενής εντύπωση στο επενδυτικό κοινό.

Επιδιώκοντας την ελληνική κυρίως συμμετοχή στα κεφάλαια της Ε.Τ.Ε., διευκολύνει την ελληνική κυβέρνηση να πληρώσει την προκαταβολή για τις 1.000 μετοχές της. Παραχωρεί στον Γ. Σταύρο 10 μετοχές από τις δικές του και δανείζει χρήματα σε Έλληνες ιδιώτες για να μπορέσουν να γίνουν μέτοχοι. «Άνευ του ενθουσιασμού και του ζήλου του Εϋνάρδου ήτο αδύνατον εις τα 1842 να ιδρύετο Εθνική Τράπεζα» γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Ζωγράφος.

Γεώργιος Σταύρος, πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 1865

Ενώ πολύ εύστοχα ο καθηγητής, και σημερινός ακαδημαϊκός, Μιχαήλ Σακελλαρίου σε ομιλία του για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Ελβετού φιλέλληνα επισήμαινε ότι ο Εϋνάρδος «συμβάλλοντας στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και προπάντων βοηθώντας το ελληνικό δημόσιο να γίνει κύριος μέτοχός της, όχι μόνον απέτρεψε τον κίνδυνο να υποταγεί η ελληνική οικονομία σε ξένους τραπεζίτες, αλλά και έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να ελέγχει άμεσα έναν οργανισμό που πήρε κατ’ αποκλειστικότητα το δικαίωμα εκδόσεως χαρτονομίσματος μέσα στην Ελλάδα και έγινε ο ρυθμιστής της ιδιωτικής οικονομίας».

Μόλις η Εθνική Τράπεζα άρχισε να λειτουργεί, ο Εϋνάρδος σταμάτησε τη δική του τραπεζική δραστηριότητα στην Αθήνα και έδωσε εντολή τα κεφάλαιά του να μεταφερθούν στο νέο ίδρυμα. Λίγους μήνες αργότερα, Απρίλιο-Ιούνιο 1842, θα φροντίσει πρόθυμα να υλοποιήσει την απόφαση του συμβουλίου της Τράπεζας για την κατασκευή, στο Παρίσι, των πρώτων τραπεζογραμματίων της Ε.Τ.Ε. των 25 και 50 δραχμών, δίνοντας χρήσιμες οδηγίες για την προστασία τους από παραχαράξεις.

Στα σοβαρά θέματα που αντιμετώπισε η Τράπεζα στα πρώτα της βήματα, όπως η διείσδυση της στην ελληνική αγορά, η αποδοχή του τραπεζογραμματίου της, η οργανωτική συνοχή και οι σχέσεις της με τους ανταγωνιστές μεγαλέμπορους που έλεγχαν τα παραδοσιακά πιστωτικά δίκτυα, οι συμβουλές του Εϋνάρδου υπήρξαν αποφασιστικές. Έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα των τραπεζογραμματίων, ως βασικό εργαλείο εκσυγχρονισμού και άσκησης πιστωτικής πολιτικής.

«Η επιστολή σας – έγραφε από το Παρίσι προς τον Σταύρο στις 7 Μαρτίου 1842- με πληροφορεί πως η Τράπεζα άρχισε τις εργασίες της και πως τα τραπεζογραμμάτια γίνονται ευμενώς δεκτά. Για να συνηθίσουν οι κάτοικοι στη χρήση τους, μην ξεχνάτε πως σε κάθε προεξόφληση η πληρωμή πρέπει να γίνεται σε τραπεζογραμμάτια και πως η ανταλλαγή των τελευταίων με μεταλλικά νομίσματα πρέπει να γίνεται λίγες ώρες αργότερα. Θα δείτε ότι σιγά σιγά οι μεγαλέμποροι θα βαριούνται να έρχονται να κάνουν αυτές τις ανταλλαγές και ότι οι περισσότεροι θα προτιμούν τα τραπεζογραμμάτια από τα μεταλλικά νομίσματα, γιατί είναι ευκολότερο να τα κρύψουν».

Ειδικά στο πρόβλημα που προέκυψε, τον Μάιο-Ιούνιο 1842, από την άρνηση των ταμείων του κράτους να αποδέχονται πλήρως τα τραπεζογραμμάτια της Ε.Τ.Ε. ως μέσο πληρωμής, οι παρεμβάσεις του στους υπουργούς Εσωτερικών Δ. Χρηστίδη και Οικονομικών Γ. Τισσαμενό, αλλά και στον ίδιο τον Όθωνα ήταν καθοριστικές. Βοήθησαν να οροθετηθούν οι σχέσεις κράτους-Εθνικής Τράπεζας και να εκδοθεί το β.δ. της 13/25.8.1842.

«Περί παραδοχής τραπεζικών γραμματίων εις τα δημόσια ταμεία». 

Το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας κατά τον 19ο αιώνα

Παράλληλα συστήνει στον Γ. Σταύρο να χειριστεί προσεκτικά το θέμα με τους κυβερνητικούς παράγοντες, επισημαίνοντας ότι:

«Εφόσον η δημόσια πίστη είναι το πιο ευαίσθητο πράγμα, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται μέτρα χωρίς να συμβουλεύονται ή να συνεννοούνται με την Τράπεζα, αφού εκτός των άλλων το ίδρυμα τούτο είναι προωρισμένο να προσφέρει υπηρεσίες στην Κυβέρνηση, η οποία είναι επιπλέον ο μεγαλύτερός του μέτοχος».

Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι έλειπαν από την Ελλάδα οικονομικά στελέχη με στέρεες γνώσεις της τραπεζικής τεχνικής, φρόντισε, μέσω του παλαιού γνωστού του Γάλλου υπουργού των Εξωτερικών Guizot, να σταλεί στην Ελλάδα, ένας έμπειρος στα τραπεζικά ζητήματα ανώτερος υπάλληλος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών, ο Louis Lemaìtre. Τον Φεβρουάριο του 1842, ο «Λεμαίτρης» διορίστηκε βασιλικός επίτροπος στην Ε.Τ.Ε.

Συνεργαζόμενος αρμονικά με τον Σταύρο, οργάνωσε υποδειγματικά το λογιστικό σύστημα της Τράπεζας με βάση τα σύγχρονα γαλλικά πρότυπα, συνέταξε το νέο καταστατικό με τις διευρυμένες εργασίες της Ε.Τ.Ε. το 1843 και εκπαίδευσε τα πρώτα στελέχη της Τράπεζας Γ. Βασιλείου, Ευθ. Κεχαγιά, Στ. Παππά κ.ά. Για την έγκριση του νέου καταστατικού, το οποίο καθόρισε το χαρακτήρα και το μέλλον του ιδρύματος, ο Εϋνάρδος είχε κάνει ολόκληρο αγώνα για να πείσει τον αναποφάσιστο Όθωνα.

Στη σκληρή σύγκρουση Ε.Τ.Ε. και Ελλήνων μεγαλεμπόρων – τοκιστών για τον έλεγχο της πίστης, ο Εϋνάρδος συμπαραστάθηκε στον Γ. Σταύρο, ο οποίος κατασυκοφαντήθηκε και πιέστηκε σε τέτοιο βαθμό που να σκέπτεται την παραίτηση. Ο ευφυής Ελβετός του πρότεινε τότε στρατηγικό ελιγμό: περιορισμό των ενυπόθηκων δανείων και διεύρυνση του προεξοφλητικού δανεισμού των εμπόρων, «ακόμη και των τοκογλύφων», ώστε με το συμβιβασμό αυτόν οι μεγαλέμποροι να παύσουν την υπονόμευση και να συμμετάσχουν με κεφάλαια στην Τράπεζα.

Με τις συμβουλές του Εϋνάρδου επιτεύχθηκε τελικά ο στόχος της Εθνικής να αυξήσει την κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων της και να εδραιώσει το ρόλο της στην ελληνική οικονομία. Όταν έληξε η πρώτη διετής θητεία του Γ. Σταύρου στη διοίκηση της τράπεζας, ο Εϋνάρδος, με επιστολή του στη γενική συνέλευση των μετόχων της Ε.Τ.Ε. (1845), πρότεινε την επανεκλογή και την αύξηση της θητείας του διευθυντή σε επτά χρόνια.

Οι προτάσεις του έγιναν ομόφωνα δεκτές από τους μετόχους, όπως και τέσσερα χρόνια αργότερα όταν με υποδείξεις του ανακηρύχθηκε ο Γεώργιος Σταύρος ισόβιος διοικητής της Ε.Τ.Ε. Το 1845-6 ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος, σε συνεργασία με τον Έλληνα πρόξενο στο Παρίσι Adolphe d’ Eichthal και τον L. Lemaître, φρόντισε για την έκδοση των νέων τραπεζογραμματίων της Εθνικής, τα οποία κατασκευάστηκαν στη Γαλλία. Το 1847 η Ελλάδα θα βρεθεί στον ανεμοστρόβιλο του Αγγλογαλλικού ανταγωνισμού και των πολιτικών εντάσεων. Η Αγγλία απαίτησε πιεστικά από την κυβέρνηση Κωλέττη να πληρώσει τη δόση του εθνικού δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων του 1832.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος

Χάρη στον Εϋνάρδο που προσφέρθηκε να χορηγήσει δάνειο 500.000 φράγκων, ασφαλισμένο με 558 από τις χίλιες μετοχές της Ε.Τ.Ε. που κατείχε το κράτος, διευκολύνθηκε η ελληνική κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις της. Στη μεγάλη οικονομική και νομισματική κρίση του 1848, όταν απειλήθηκε κι αυτή η ίδια η υπόσταση της Τράπεζας, ο Εϋνάρδος καθοδήγησε προσεκτικά τους Γ. Σταύρο και Ευθ. Κεχαγιά σε κάθε τους βήμα, ώστε, σε συνεργασία με το κράτος, να διασφαλιστεί το μεταλλικό αποταμίευμα της Ε.Τ.Ε. από τους κερδοσκόπους, να αντέξει το τραπεζογραμμάτιο της στις πιέσεις του τοκογλυφικού κεφαλαίου και να εδραιωθεί ο χαρακτήρας του ιδρύματος ως μοντέρνου αστικού θεσμού με ευρύτερο κοινωνικό ρόλο και μακροπρόθεσμους στόχους

Η αναγκαστική κυκλοφορία που επέβαλε η ελληνική κυβέρνηση, από τις 4 Απριλίου έως τις 16 Δεκεμβρίου 1848, συνέβαλε θετικά στη λύση του προβλήματος. Ο Εϋνάρδος είχε πυκνή αλληλογραφία, επί 20 και πλέον χρόνια, με τον Γεώργιο Σταύρο, δίνοντας του πολύτιμες και λεπτομερείς συμβουλές πάνω σε πολλά θέματα τραπεζικής οργάνωσης.

Οι συμβουλές αυτές κάλυπταν θέματα όπως ο εσωτερικός κανονισμός της Τράπεζας, το ζήτημα της ασφάλειας των χρηματοκιβωτίων, ο κίνδυνος των επισφαλών απαιτήσεων, οι προσλήψεις και το μισθολόγιο των υπαλλήλων, το ποσοστό κέρδους των διευθυντών και του προσωπικού, οι παραγγελίες των τραπεζογραμματίων, οι σχέσεις με την πολιτική και την κυβέρνηση, η οικονομική συνδρομή των παραγωγών, η αντιμετώπιση των κερδοσκόπων κ.ά.

Χαρακτήριζε την Τράπεζα τιμόνι του μέλλοντος της χώρας μας («la Banque est le timon de l’avenir de la Grèce…») και τον ενδιέφερε καθετί που απασχολούσε την Ε.Τ.Ε. Επικροτούσε τις προόδους της, ανησυχούσε για τις δυσκολίες ή τις αποτυχίες της. Έκανε υποδείξεις στα στελέχη της για την καλύτερη και ασφαλέστερη οργάνωση της. Συμμετείχε πρόθυμα σε επενδυτικές πρωτοβουλίες της όπως η σύσταση ατμοπλοϊκής εταιρείας και διορύξεως του πορθμού του Ευρίπου στα 1849.

Μέσα από την καθαρά επαγγελματική-τραπεζική αλληλογραφία του με τον Γ. Σταύρο αναδύεται επίσης το ενδιαφέρον του για τα γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα και κάνει πάντοτε σοφές και αποτελεσματικές υποδείξεις σε οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, ακόμη και πολιτιστικά θέματα. Το αυστηρό Καλβινικό μυαλό του απαιτούσε ακρίβεια, τάξη, οικονομία, νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, κομματική ουδετερότητα, προβλεπτικότητα, συνεχή προσπάθεια βελτίωσης.

Μεταθανάτιο πορτραίτο του Εϋνάρδου. Φιλοτεχνήθηκε από τον ανεψιό του, Κάρολο Εϋνάρδο

Χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά στο έργο της διοίκησης, υφαίνοντας διακριτικά τη σχέση του υψηλού συμβούλου μέσω του Σταύρου, ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος διατήρησε ισόβια τον τίτλο του πιο επιφανούς μετόχου της Εθνικής Τράπεζας. Αν και κατά καιρούς προβληματιζόταν να πουλήσει τις περισσότερες μετοχές του – όταν η ισχυρή πια Τράπεζα δεν είχε τόση ανάγκη το όνομά του- και να επενδύσει τα κεφάλαιά του σε γη ή ακόμη να κτίσει πολυτελές σπίτι στην Αθήνα, συναισθηματικά δεμένος με το ίδρυμα και τους ανθρώπους του, δεν το επιχείρησε ποτέ. Μέχρι τα τελευταία του χρόνια διατηρήθηκε αμείωτο το ενδιαφέρον του για την πορεία του ιδρύματος, όπως αποδεικνύει η εντυπωσιακή αλληλογραφία του.

Άφησε στους κληρονόμους του, τη γυναίκα του Άννα και τους ανιψιούς του Gabriel-Alfred Eynard και Charles-François-Adolphe Eynard, τετρακόσιες δέκα συνολικά μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, μερικές από τις οποίες ήταν ακόμη στα χέρια της πολύκλαδης αυτής οικογένειας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Εϋνάρδος, πέρα από οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπήρξε και ο διακριτικός καθοδηγητής της Τράπεζας που παρείχε την ανεκτίμητη τεχνογνωσία του κατά τα πρώτα βήματα της. Πάνω από όλα όμως παρέμεινε ο ανιδιοτελής φίλος, ο οποίος παρακολουθούσε με στοργικό ενδιαφέρον το δημιούργημα του μέχρι το τέλος του βίου του.

 

 

ΠΗΓΕΣ :

http://www.kapodistrias.info/arthra/385-eynardos-ioannis-gavriil

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΕΜΦΥΛΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ (1823 – 1825)


ΟΙ ΕΜΦΥΛΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ (1823 – 1825)

1. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΜΦΥΛΙΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Ο Ελληνικός εμφύλιος της περιόδου 1823 – 1825 έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επανάστασης αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου Ελληνικού κράτους. Ο Εμφύλιος χωρίζεται σε δύο φάσεις η Α’ φάση (Φθινόπωρο 1823 – Ιούλιος 1824) και η Β’ φάση (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825) χαρακτηρίστηκε από έντονες πολιτικές διαμάχες μεταξύ Φιλικών και Κοτζαμπάσηδων ενώ η δεύτερη (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825) από εμφύλιες συρράξεις μεταξύ κυβερνητικών, υποστηριζόμενων από την Αγγλία, και Πελοποννησίων.

Μια από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία της Ελλάδας είναι αυτή του Εμφυλίου Πολέμου της περιόδου 1823 – 1825. Ο πόλεμος αυτός είχε βαρύτατο κόστος για τη χώρα και παραλίγο να πλήξει ανεπανόρθωτα την Ελληνική Επανάσταση που τότε βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη.

Όπως είναι γνωστό, ο επαναστατικός πόλεμος του 1821 συνοδεύθηκε σε πολλές φάσεις του από εκτεταμένους και συχνά αιματηρούς εμφυλίους πολέμους. Οι πόλεμοι αυτοί αντανακλούσαν τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ακόμη υπό διαμόρφωση νεοελληνικής κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη της φάση αλλά και σε μια συγκεκριμένη της ιστορική στιγμή: Τη στιγμή της πορείας προς τη δημιουργία του εθνικού κράτους.

Οπωσδήποτε βέβαια, οι αιτίες αυτές δεν ανάγονται στην «κατάρα της φυλής», όπως ισχυρίζεται η αστική ιστοριογραφία. Εμφύλιοι πόλεμοι εξάλλου εμφανίζονται σε όλες τις επαναστάσεις, διασπώντας το μπλοκ των επαναστατικών δυνάμεων. Οι πόλεμοι αυτοί περιείχαν και ήταν φυσικό να περιέχουν τη σφραγίδα των γενικών συνθηκών της εποχής.

Οι συνθήκες αυτές συγκεκριμένα ήταν :

1. Η διάλυση του φεουδαρχικού κράτους και η γενική (όσο και ασυγκράτητη) τάση προς την επικράτηση της αστικής κοινωνίας. Βέβαια, εδώ απαιτείται και μια «διευκρίνιση μέσα στη διευκρίνιση»:

Στην ελληνική περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τη διάλυση του ανατολικού – με την έννοια του συγκεντρωτικού φεουδαρχικού – κράτους και η πορεία προς την επικράτηση της αστικής κοινωνίας γίνεται με ειδικό, τοπικό, «βαλκανικό» τρόπο. Ο τελευταίος έχει σαν πυρήνα του την προσπάθεια δημιουργίας χωριστού εθνικού κράτους σαν νέας μορφής αστικής κοινωνικής οργάνωσης της περιοχής.

2. Ύπαρξη ισχυρών αναχρονιστικών υπολειμμάτων «ανατολικού» τύπου, σε μια ανήσυχη και αντιφατική συνύπαρξη και σύμπλευση με στοιχεία υπερσύγχρονα για την εποχή και όχι πάντα λιγότερο ισχυρά. Ένα παράδειγμα που έχει περάσει μάλλον απαρατήρητο: Σε μια απομακρυσμένη και ακριανή περιοχή, ως πριν μερικούς μήνες απλή επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζεται το πιο εμπεριστατωμένο πολιτικό καθεστώς της τότε Ευρώπης.

3. Απαρχές της υποδεέστερης, εξαρτημένης θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο σύστημα των σχέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Οι Ιδιαίτερες Συνθήκες του Ελλαδικού Χώρου

Οι γενικές αυτές συνθήκες εμφανίζονταν συγκεκριμένα με όρους που βάρυναν πολύ στους εμφυλίους πολέμους. Τους όρους αυτούς μπορούμε να τους συνοψίσουμε (με μεγάλο, ασφαλώς, ποσοστό ανοχής) στα εξής σύνολα :

1. Χαμηλός βαθμός εθνικής ολοκλήρωσης. Το γεγονός ότι ο παράγων αυτός έπαιξε πολύ σοβαρό ρόλο στους εμφυλίους πολέμους φαίνεται πολύ καθαρά και μόνο από τις συγκρούσεις του τύπου «Ρουμελιώτες εναντίον Μοραϊτών». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για φυσιολογική κατάσταση, που δείχνει ότι η αστική κοινωνία βρίσκεται ακόμη στη φάση της πρώτης διαμόρφωσής της.

2. Αντιφατική κατάσταση και διάρθρωση των κυριάρχων δυνάμεων. Η Επανάσταση του ’21 γίνεται σε γενικές ιστορικές συνθήκες όπου η μόνη βιώσιμη επαναστατική και προοδευτική δύναμη είναι η αστική τάξη. Σε αυτήν ανήκουν τόσο η ηγεσία της Επανάστασης όσο και ο χαρακτήρας της σφραγίδας που μπαίνει στα προβλήματά της. Ωστόσο, ο όρος «αστική τάξη» καλύπτει μια πραγματικότητα ιδιαίτερα πολύπλοκη και γεμάτη ασυνέχειες ή και αντιθέσεις.

Σε αυτήν ανήκουν οι πανίσχυροι και, για την εποχή και την περιοχή, γιγαντιαίοι εφοπλιστικοί όμιλοι, οι αστοί -γαιοκτήμονες, που βαθμιαία δημιουργούνται και, ταυτόχρονα, διαλύονται στις συνθήκες της αποσύνθεσης της αναχρονιστικής οθωμανικής γαιοκτησίας, τα στοιχεία της πολιτικής και διοικητικής αριστοκρατίας που έχουν κατακτήσει θέσεις σε αυτό που έχει ονομαστεί «δοσιματική διοίκησις», ένας ολόκληρος και ιδιαίτερα πολυάριθμος κόσμος από βιοτέχνες επιχειρηματίες και μικρούς και μεσαίους εμπορευομένους, ο οποίος, στις παραμονές της 25ης Μάρτη, «βαδίζει από καταστροφή σε καταστροφή», μέσα στην καταλυτική οικονομική κρίση που έχει δημιουργήσει η λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Οι δυνάμεις αυτές κάθε άλλο παρά ταυτίζονται πλήρως μεταξύ τους. Δε βρίσκονται όλες στον ίδιο βαθμό αστικοποίησης. Από την άποψη αυτή, οι πιο προωθημένοι είναι οι πάσης φύσεως πλοιοκτήτες και οι πάσης φύσεως έμποροι, αν και αυτοί επίσης χωρίζονται μεταξύ τους από σοβαρές αντιθέσεις. Αντίθετα, στους αστούς – γαιοκτήμονες και, ακόμη περισσότερο, στο στοιχείο της διοικητικής αριστοκρατίας, το βάρος των αναχρονιστικών στοιχείων είναι πολύ ισχυρότερο.

Τα διάφορα αυτά τμήματα διαφέρουν από την άποψη της οικονομικής επιφάνειας (π.χ. οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, ήδη από πρώτα ιδιαίτερα πλούσιοι, έχουν πλουτίσει παραπέρα από την οικειοποίηση των περιουσιών των τοπικών πασάδων, που επίσης ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι, ενώ οι πρόκριτοι της Ρούμελης στηρίζονται ιδιαίτερα σε πολιτικές λειτουργίες). Διαφέρουν ακόμη και από την έλλειψη μιας πληρέστερα διαμορφωμένης εθνικής αγοράς, που δείχνει τις δυσκολίες επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων περιοχών.

Τα πιο προωθημένα στοιχεία έχουν δεσμούς πιο πολύ με το εξωτερικό παρά με την ίδια τη χώρα. Οι διαφορές αυτές δεν είναι ακαδημαϊκές αλλά έχουν σοβαρότατες συνέπειες και επιπτώσεις. Ανάμεσα στους εφοπλιστές, τους ιδιόμορφους γαιοκτήμονες και τους εκπροσώπους της διοικητικής αριστοκρατίας είναι φανερό ότι υπάρχει πολύ έντονη «ιστορική όσμωση»:

Όλοι τους έχουν από καιρό στραφεί προς την αστική εξέλιξη μέσω της εμπορικής δραστηριότητας. Αυτό εξηγεί και την έντονη τάση προσέγγισης και συμπαράταξης που τους διακρίνει και που θα φανεί καθαρά στην Επανάσταση. Μεταξύ τους, όμως, υπάρχουν και διαφορές.

Οι πλούσιοι εφοπλιστές βλέπουν τη γη σαν χώρο επένδυσης των κεφαλαίων τους και εξόδου από την οικονομική κρίση, αφού ο βιομηχανικός τομέας τους είναι κλειστός (ή, σωστότερα, κλεισμένος). Τα υπόλοιπα στοιχεία των κυριάρχων τάξεων, όμως, βλέπουν τη γη σαν δική τους και δεν έχουν διάθεση να την παραχωρήσουν σε άλλους. Αυτό κάνει το συνασπισμό των μεγαλοεφοπλιστών και των μεγαλοπροκρίτων ασταθή και γεμάτο αντιθέσεις, πράγμα που οδηγεί σε νέο κύκλο αντιπαραθέσεων.

Πέρα από αυτά τα προβλήματα, υπάρχουν και τα προβλήματα της γενικότερης ιστορικής διαμόρφωσης των κυριάρχων τάξεων: Μέσα στα πλαίσια μιας ακόμη χαμηλής εθνικής ολοκλήρωσης, της επίδρασης των παραδόσεων της οθωμανικής διοίκησης, κλπ. οι ενέργειες και οι βλέψεις μερικών τμημάτων των κυριάρχων τάξεων όχι μόνο στρέφονται ευθέως ενάντια στα συμφέροντα των υπολοίπων αλλά, καμιά φορά, θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την Επανάσταση.

Όλα αυτά δείχνουν συνολικά και τον αντιφατικό χαρακτήρα της κατάστασης των πραγμάτων. Η αστική τάξη της Ελλάδας (ή αυτού που θα γίνει σε συνέχεια Ελλάδα) είναι, αν συγκριθεί με άλλα ομόλογα παραδείγματα της εποχής, αναντίρρητα και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πανίσχυρη. Ωστόσο, αν συγκριθεί με τις αστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης, δίνει την εντελώς αντίθετη εικόνα. Η οικονομική της δύναμη είναι,στη συγκριτική αυτή βάση, ασήμαντη.

Η οικονομική της βάση είναι ακόμη χειρότερη καθώς το βιομηχανικό ή «δυνάμει βιομηχανικό» της τμήμα έχει ήδη καταστραφεί πριν την Επανάσταση, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο την παραμονή της χώρας εκτός της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης αλλά και την υποτακτική της εξάρτηση από τις διαδικασίες της.

Η ίδια η διαμόρφωση της αστικής τάξης είναι έντονα ανομοιογενής και, δίπλα σε στοιχεία πολύ προωθημένα για την εποχή, παρουσιάζονται και στοιχεία εντελώς ανολοκλήρωτα ή ακόμη και εμβρυώδη. Οι δυσμενείς αυτοί παράγοντες επιδεινώνονται από το συγκεκριμένο «βάρος της Ιστορίας». Σε διάκριση,π.χ., με την αστική τάξη της Αγγλίας ή της Γαλλίας, η αστική τάξη της Ελλάδας δε διαθέτει ένα έτοιμο κρατικό μηχανισμό από το παρελθόν και ούτε καν παράδοση συγκεντρωτικής διοίκησης.

Μερικές αναλύσεις διακρίνουν στις γραμμές της (ή,σωστότερα, στις γραμμές των εντελώς ανωτέρων στρωμάτων της) μια έντονη προεπανασταστική τάση αποδοχής μιας «πεφωτισμένης δεσποτείας», έστω και Οθωμανικής. Ωστόσο, η Ιστορία χάραξε άλλο δρόμο, δρόμο στον οποίο το Οθωμανικό κράτος αποδείχθηκε εντελώς ακατάλληλο για τις ανάγκες της και γι’ αυτό καταστράφηκε τελείως. Άλλωστε και αυτό το κράτος μόνο κατά μια συνθήκην ήταν συγκεντρωτικό.

Η μεγάλη κρίση της Αυτοκρατορίας, που είχε ήδη αρχίσει και βαθύνει, έχει δυναμώσει τις τάσεις αλλά και τα συγκεκριμένα φαινόμενα φεουδαρχικού κατακερματισμού,εντείνοντας τις φιλοδοξίες αλλά και τις συγκεκριμένες ενέργειες των ισχυρών τοπαρχών.Η παράδοση αυτή, που συνδυάζεται και με ισχυρά συμφέροντα, αναταράσσει όχι μόνο τις γραμμές αλλά και τα ιδεολογικά ή ακόμη και τα ψυχολογικά στηρίγματα των καινούργιων δυνάμεων, εμποδίζοντας και, πάντως, δυσκολεύοντας την παραπέρα πορεία τους.

3. Ο ρόλος της «πολεμικής αριστοκρατίας». Ένα από τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης ήταν η ύπαρξη σχετικά ισχυρών και ετοιμοπόλεμων παραδοσιακών ή ατάκτων (δε θεωρούμε ταυτόσημες τις δυο έννοιες) στρατιωτικών δυνάμεων που προέρχονταν από λειτουργίες του προηγουμένου καθεστώτος. Οι δυνάμεις αυτές προέρχονταν από τη σύγκλιση δυο παραγόντων: Ο ένας ήταν αυτό που σήμερα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «σύστημα αυτοάμυνας», που δημιουργείται βαθμιαία στους κόλπους της αγροτιάς κυρίως και έμεινε στην Ιστορία με το όνομα «κλέφτες».

Ένας άλλος ήταν ο στρατιωτικός μηχανισμός που δημιούργησαν βαθμιαία στα χρόνια της Αυτοκρατορίας η Υψηλή Πύλη και οι τοπικοί πασάδες για τη διεκπεραίωση των διοικητικών καθηκόντων. Όσο δεν υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για το επαναστατικό άλμα, οι δυο αυτοί μηχανισμοί αλληλοαντιπαρατίθενται αλλά, ταυτόχρονα, αλληλοταυτίζονται (ή, σωστότερα, αλληλοδιαπερνώνται), καθώς τμήματά τους μόνιμα περνούν εναλλακτικά από τη μια κατάσταση στην άλλη.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, η πολεμική αυτή μηχανή καλείται να διαδραματίσει σοβαρό ρόλο. Επί κεφαλής σημαντικών δυνάμεων, καλοί γνώστες του πεδίου των επιχειρήσεων, κάτοχοι αξιολόγων (και, καμιά φορά, μεγάλων) στρατιωτικών ταλάντων, τα μέλη της «πολεμικής αριστοκρατίας» αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των στρατιωτικών καθηκόντων της Επανάστασης και, κυρίως, του πιο σημαντικού: Της νικηφόρας έκβασης του πολέμου.

Οι δυνάμεις που κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν (συντελούντων και των πολεμικών λαφύρων, στρατιωτικών αποθεμάτων και άλλων υλικών που περιήλθαν σε ελληνικά χέρια) δεν ήταν μικρές και, ως το 1825, η στρατιωτική κατάσταση φαίνεται ευνοϊκή.

Ωστόσο, όλα αυτά δε γίνονται χωρίς να μπαίνει επί τάπητος το θέμα της κοινωνικής θέσης αυτής της «πολεμικής αριστοκρατίας». Η σημερινή θέση της χαρακτηρίζεται από την απουσία οικονομικής βάσης και από την απώλεια όσων διοικητικών θέσεων κατείχε με την εξάλειψη της οθωμανικής διοίκησης. Η επαναστατική ανατροπή που προκαλεί η έκρηξη ήδη της Επανάστασης στη διάρθρωση και τη θέση της πολεμικής αυτής αριστοκρατίας δεν πρέπει να υποτιμάται.

Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο «κλέφτης»βγαίνει εκτός των θεσμικών ορίων της κατεστημένης κοινωνίας, γίνεται περιθωριακός.Στις συνθήκες της Επανάστασης, ο «κλέφτης» δεν είναι καθόλου περιθωριακός.

Γίνεται «στρατιωτικός», στοιχείο και αυτό της κοινωνίας που πρέπει (και που απαιτεί) να λαμβάνεται υπ’ όψη όπως και όλα τα άλλα, ανατροπή καθόλου μικρή στα πλαίσια των σχέσεων της εποχής. Χωρίς να κινούνται, κατ’ ανάγκην, από ένα ψυχρό και κυνικό υπολογισμό, δεν είναι παράξενο ότι οι εκπρόσωποι της πολεμικής αριστοκρατίας ζητούσαν να αμειφθούν και να αναδειχθούν για τους κάθε άλλο παρά μικρούς κινδύνους τους οποίους διέτρεχαν και για τις υπηρεσίες που προσέφεραν και που συχνά ήταν αναντικατάστατες.

Στις γενικές ιστορικές συνθήκες της εποχής που εξετάζουμε, μόνος ιστορικά ανοιχτός δρόμος για την ανάδειξή τους ήταν η αστικοποίηση, δηλαδή, η ένταξή τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις γραμμές των ανερχομένων τμημάτων των κυριάρχων τάξεων. Και αυτή ακριβώς η τάση εμφανίζεται αλλά όχι χωρίς να προκαλέσει,όπως ήταν και αναπόφευκτο, οξύ ανταγωνισμό με τους ήδη κατεστημένους στις προνομιακές θέσεις, τροφοδοτώντας τις εμφύλιες συρράξεις. Έτσι  η αντίθεση«πολιτικών – στρατιωτικών» θα είναι μια από τις κύριες αιτίες (και, πάντως, κύριες μορφές) των εμφυλίων πολέμων.

Στους πολέμους αυτούς, η «πολεμική αριστοκρατία» παίρνει μέρος με το δικό της «πολεμικοαριστοκρατικό» τρόπο.

Ο τρόπος αυτός αποκαλύπτει και τη βαθύτερη ιστορική ταυτότητα του στρώματος αυτού. Συγκεκριμένα, αποκαλύπτει :

– Την ανικανότητά του να διαχωριστεί από τους αντιπάλους του, παρά τη μόνιμη αντιπαράθεση με αυτούς. Εξ ου και το κύμα των συνοικεσίων ή των απόπειρών τους. Αυτό δε γίνεται χωρίς και πολιτικούς υπολογισμούς (ανάγκη διατήρησης του επαναστατικού μετώπου) αλλά η κύρια αιτία του βρίσκεται σε γενικούς ιστορικούς λόγους που είναι φυσικό οι πρωταγωνιστές της Παλιγγενεσίας να μην μπορούν να αντιληφθούν και να αναλύσουν.

– Την ανικανότητά του να γίνει από μόνο του κυρίαρχη δύναμη και να διαχειριστεί τις υποθέσεις της νέας κοινωνίας που γεννιέται. Το στρώμα αυτό θα δείξει καθαρά την ανικανότητά του αυτή (που είναι επίσης παράγων υποδαύλισης των εμφυλίων πολέμων) σε κάθε ευκαιρία. «Πρώτη ύλη» των εκάστοτε κυβερνήσεων θα είναι πότε οι εμποροναυτικοί των νησιών πότε οι εκπρόσωποι της διοικητικής αριστοκρατίας, κυρίως της Πελοποννήσου, ποτέ οι στρατιωτικοί.

Το βάρος και η επιρροή του στρώματος αυτού συντελούν στη μη δημιουργία τακτικών δυνάμεων – ένα τέτοιο βήμα θα δημιουργούσε μια εντελώς νέα κατάσταση στρατιωτικού καταμερισμού και θα ανέτρεπε άρδην την ίδια την υπόστασή του. Φορείς έντονα μισομεσαιωνικών αντιλήψεων, βλέπουν, ιδιαίτερα στα ανώτερα στρώματά τους, ευνοϊκά τις απόψεις του κρατικού κατακερματισμού προς όφελός τους. Σε πολλές περιπτώσεις, δε φαίνεται να έχουν ακριβή επίγνωση της ουσίας της ιστορικής επιχείρησης στην οποία συμμετέχουν.

 Την πιο κοντινή του θέση στη μάζα των εργαζομένων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην αγροτιά. Τα μέλη του στρώματος αυτού προέρχονται, από άποψη καταγωγής, από τον αγροτικό πληθυσμό. Τραχείς και μισοάγριοι πολεμιστές, κατά κανόνα εντελώς αναλφάβητοι, δε διαφέρουν σε τίποτε από το μέσο τύπο του αγρότη της εποχής. Η ομοιότητα δεν περιορίζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Πηγαίνει βαθύτερα, στην πολιτική και ιδεολογική διαμόρφωση.

Στο στρώμα αυτό, βρίσκουν, μεταξύ άλλων, έκφραση οι προλήψεις και οι ιστορικές ανεπάρκειες αλλά και το ριζοσπαστικό επαναστατικό πνεύμα της αγροτικής μάζας. Δεν προσφέρεται, βέβαια, σε αμφισβήτηση το ότι ένας Μαυροκορδάτος γνώριζε τα διαχειριστικά, πολιτικά, στρατηγικά και διπλωματικά προβλήματα της Επανάστασης πολύ νωρίτερα και πολύ καλύτερα από έναν Κολοκοτρώνη.

Δεν είναι, όμως, λιγότερο γεγονός ότι ο Κολοκοτρώνης κινητοποίησε τις μάζες για την απόκρουση του Δράμαλη και ότι αυτός εξέδωσε την περίφημη διακήρυξη του πολέμου με όλα τα μέσα για τη σωτηρία της Επανάστασης, πράγμα που ο Μαυροκορδάτος δε θα έκανε ποτέ. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι, στην πραγματικότητα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Για να παίξει το ρόλο της, η πολεμική αριστοκρατία έπρεπε ακριβώς να μπορεί να αντιπαρατεθεί στην ιστορικά στενή πλευρά της αστικής τάξης σαν επαναστατικής δύναμης χωρίς να μπορεί να αποχωριστεί από αυτή, να συνδέεται με την αγροτιά και να μην καταλαβαίνει σε βάθος τα προβλήματα της επανάστασης.

Στην πράξη, όλα δείχνουν ότι το στρώμα αυτό έπαιξε, με όλες του τις ιδιομορφίες, το ρόλο του «πληβειακού αστικού στοιχείου», του στοιχείου εκείνου που σπρώχνει την αστικοδημοκρατική επανάσταση ως την τελική της νίκη χωρίς να κατανοεί σε βάθος την ουσία της, χωρίς να μπορεί να διαχειριστεί μακροπρόθεσμα τα προβλήματά της και χωρίς να μπορεί να καρπωθεί άμεσα τους καρπούς της.

Όπως και αν έχει το πράγμα, η Επανάσταση, στην πορεία της, προκάλεσε σημαντικές ανακατατάξεις στις γραμμές του στρώματος αυτού. Εντείνεται ακόμη περισσότερο και, ως ένα βαθμό, εξ αρχής δημιουργείται η διαφοροποίηση σε ανώτερο και κατώτερο στρώμα, πράγμα που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην εισροή μεγάλων χρηματικών μέσων (π.χ., δάνεια), αλλά και υποδαυλίζει παραπέρα εμφυλίους πολέμους, καθώς οι πολιτικές κορυφές χρησιμοποιούν το δεύτερο ενάντια στο πρώτο.

Επιφανής εκπρόσωπος της πολεμικής αριστοκρατίας και πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της Επανάστασης ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης. Άνθρωπος μεγάλων ικανοτήτων και όχι μόνο στρατιωτικών, ο κατά καιρούς τρομερός Γέρος του Μοριά, φαίνεται να ήταν από τα πιο προωθημένα μυαλά αυτής της κατηγορίας.

Η εξέλιξη της Επανάστασης θα αναδείξει και άλλες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, στρατιωτικό μυαλό όχι κατώτερο, αλλά περιορισμένων πολιτικών οριζόντων, ο Μάρκος Μπότσαρης, που επιμένει ακλόνητα στην ανάγκη δημιουργίας τακτικού στρατού, και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που γίνεται ο εκφραστής των ακραίων αντιλήψεων του μεσαιωνικού κρατικού κατακερματισμού.

Ο Ρόλος των Ξένων Δυνάμεων 

Η έκρηξη της Επανάστασης δημιουργεί σοβαρότατα διεθνή προβλήματα. Η ίδια η Επανάσταση θέτει επί τάπητος άνευ περιστροφών το θέμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακρογωνιαίο λίθο της βρετανικής πολιτικής, ενώ, από την άλλη, προκαλεί το ενδιαφέρον της Ρωσίας, που έχει τον ακριβώς αντίθετο ακρογωνιαίο λίθο. Εκτός από αυτό, η Επανάσταση δημιουργεί και άλλου είδους προβλήματα. Η Επανάσταση ξεσπά στην πιο ακατάλληλη στιγμή: Ακριβώς όταν, στην Ευρώπη, φαίνεται να έχει στερεωθεί η ιδιόμορφη αντεπαναστατική στροφή που έχει φέρει το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων. Με άλλα λόγια, η Επανάσταση, εκτός από την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απειλεί και το Ευρωπαϊκό STATUS QUO.

Είναι δυνατό να δεχτούμε ότι οι ξένες δυνάμεις έμειναν αδιάφορες; Αυτό, προφανώς, ήταν το μόνο που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Αντίθετα, οι ξένες δυνάμεις αντέδρασαν αμέσως. Εκείνες με τις οποίες συνδέεται κυρίως το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο, η Αγγλία και η Γαλλία, πολύ εχθρικά. Η Ρωσία κρατά εφεκτική στάση αλλά με πολλούς κινδύνους.

Είναι, βέβαια, γεγονός ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν τις αιτίες τους σε παράγοντες που είχαν βαθιές ρίζες μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πέρα όμως από αυτό, οι ίδιες οι βλέψεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την προοπτική συγκρότησης ελληνικού κράτους, έπαιξαν το ρόλο τους.

Για να καταλάβουμε τη βαθύτερη ουσία του πράγματος, πρέπει να δούμε ποια ήταν η πραγματική πολιτική των ξένων δυνάμεων απέναντι στην Επανάσταση.

– Η Ρωσία τη βλέπει σαν ένα παράγοντα διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ευνοεί. Παράλληλα, είναι επιφυλακτική απέναντί της για δυο λόγους: Ο ένας είναι ότι δε θέλει να προκαλέσει τις άλλες δυνάμεις και, ιδιαίτερα, την Αγγλία. Ο άλλος είναι ότι, ακριβώς επειδή πρόκειται για επανάσταση, τη νιώθει σαν κίνδυνο για το καθεστώς του τσαρισμού που ωθείται όλο και περισσότερο να γίνει ο φύλακας της ευρωπαϊκής αντεπανάστασης.

– Η Γαλλία αντιδρά εχθρικά αλλά η πολιτική της δείχνει έντονα στοιχεία ετεροκαθορισμού από την πολιτική των άλλων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας.

– Η Αγγλία βλέπει την Επανάσταση αρχικά εχθρικά σαν υπονομευτή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που, για την Αγγλία, αποτελεί προμαχώνα ενάντια στη Ρωσία. Ωστόσο, η εχθρότητα της Αγγλίας αποδεικνύεται πολύ σύντομα πολύ ασταθής και ασυνεπής και ήταν αναγκαστικά έτσι. Η Αγγλία, η οποία, ταυτόχρονα, παίζει ενεργό ρόλο στην ανεξαρτησία της Νότιας Αμερικής, αναγκαστικά κατανοεί τη σημασία της ελληνικής ανεξαρτησίας για τον ίδιο λόγο: Γιατί δημιουργεί νέες αγορές για τη βρετανική βιομηχανία.

Από την άλλη, η βρετανική πολιτική ηγεσία γρήγορα καταλαβαίνει ότι η Ελληνική Ανεξαρτησία είναι, ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη και θα γίνει οπωσδήποτε. Θα γίνει ακόμη και αν, με κάποιο τρόπο, νικήσει στρατιωτικά ο σουλτάνος – τι αξία έχει μια στρατιωτική νίκη σε μια χώρα έτσι και αλλιώς ακυβέρνητη; Έτσι, από το 1822 κιόλας, η στάση του Λονδίνου αρχίζει να αλλάζει και ιδιαίτερα όταν στην εξουσία έρχεται ο Κάνινγκ, γνωστός και από το ρόλο του στη Νότια Αμερική. Αλλάζει, όμως, με την εξής έννοια:

Αφού η κατάληξη είναι αναπόφευκτη και μπορεί να είναι και ωφέλιμη, δεν υπάρχει λόγος η Αγγλία να αντιτίθεται. Πρέπει, όμως, να γίνει με τρόπο όσο το δυνατόν πιο επωφελή. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει σαν ενέργεια παραχώρησης της Αγγλίας και όχι σαν κατάκτηση των Ελλήνων. Έτσι, το νέο κράτος θα είναι εξαρτημένο ακόμη περισσότερο από την ούτως ή άλλως κοσμοκράτειρα Αγγλία. Πράγμα που, πέραν των πολλών άλλων, θα σημαίνει και εξασφάλιση των Επτανήσων, που ανήκουν όχι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά στην Αγγλία και που η τελευταία δεν έχει καμία διάθεση να εγκαταλείψει.

Το Γενικότερο Κλίμα    

Από τους πρώτους κιόλας μήνες της επανάστασης έγινε φανερό το χάσμα μεταξύ Φιλικών, που αποτελούσαν την δημοκρατική πολιτική παράταξη της επαναστατημένης Ελλάδας, και Κοτζαμπάσηδων του Μοριά που με κύριο όργανο εξουσίας, την Πελοποννησιακή γερουσία αλλά και τις τοπικές δημογεροντίες, εκπροσωπούσαν την ολιγαρχική παράταξη.

Η άρνηση των τελευταίων να δεχτούν τις προτάσεις του Δημητρίου Υψηλάντη, πληρεξούσιου του Μοριά και γενικού επιτρόπου της Ανωτάτης αρχής, με τις οποίες απαιτούσε από τους κοτζαμπάσηδες τον πλήρη έλεγχο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της επανάστασης πόλωσε το ήδη τεταμένο κλίμα. Ακολούθησε η εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου με την οποία επισφραγίστηκε η ήττα των Φιλικών αφού παραμερίστηκαν εντελώς από την πολιτική εξουσία. Καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα αποδείχτηκε η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας.

Στην Εθνοσυνέλευση διαμορφώθηκαν τρεις πολιτικές παρατάξεις, αυτή των Φιλικών, που αποτελείτο από δημοκρατικούς με κυρίαρχες μορφές τον Κολοκοτρώνη και τον Δ. Υψηλάντη, αυτή των κοτζαμπάσηδων του Μοριά και τέλος αυτή των Υδραίων καραβοκύρηδων που συνεργάζονταν με τους Ρουμελιώτες. Οι δύο τελευταίοι είχαν την απόλυτη πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση έχοντας δύναμη 150 πληρεξουσίων.

Οι αποφάσεις της εθνοσυνέλευσης ήταν καταδικαστικές για το κόμμα των δημοκρατικών. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έχασε την αρχιστρατηγία ενώ οι περισσότερες και ουσιαστικότερες πολιτικές θέσεις καλύφθηκαν από μέλη του κόμματος των κοτζαμπάσηδων και των Υδραίων. Ο εμφύλιος πόλεμος πια ήταν προ των πυλών.

Σύντομη Παρουσίαση των Γεγονότων 

Οι εμφύλιοι πόλεμοι ξεσπούν με την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της Επανάστασης, ένδειξη των αντιθέσεων που ξεσπούν με την εκπλήρωση των πρώτων επαναστατικών καθηκόντων. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, όπως ονομάστηκε, σχετίζεται με την εμφάνιση σοβαρών αντιθέσεων ανάμεσα στους προκρίτους και τους στρατιωτικούς της Πελοποννήσου. Πρωταγωνιστές θα είναι οι Ζαΐμηδες, οι Λόντοι και οι Δεληγιανναίοι, από τη μια μεριά, και ο Κολοκοτρώνης, από την άλλη. Η βάση των αντιπαραθέσεων του πολέμου αυτού θα είναι η εξής :

Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου βλέπουν με πολύ άσχημο μάτι την ανάδειξη των στρατιωτικών στελεχών, που επέρχεται μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων και των πρώτων στρατιωτικών επιτυχιών και θέλουν να αποκλείσουν τους στρατιωτικούς από κάθε λόγο στις εξελίξεις.

Δεν πρόκειται, φυσικά, απλώς και μόνο για προσωπικές φιλοδοξίες, όσο ρόλο και αν αυτές μπορεί να έπαιξαν. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου βλέπουν ότι τα προνόμια, που από πολλές γενεές διαθέτουν και που θεωρούν δεδομένα και αιώνια, απειλούνται από ανερχόμενες δυνάμεις, των οποίων την ανάδειξη δεν είχαν υπολογίσει, αλλά και που, ακόμη και αν είχαν υπολογίσει, δεν μπορούν να ανεχθούν.

Οι προθέσεις των Πελοποννησίων προκρίτων έχουν φανεί πολύ καθαρά στη συνάντηση, που έγινε χωρίς καμία εξουσιοδότηση, 29 προκρίτων στο μοναστήρι των Καλτετζών στις 26 Μάη 1821, όπου διορίστηκε επιτροπή για να διοικήσει «καθ’ όποιον τρόπον η θεία πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ημπορή τινάς να αντιτείνει ή να παρακούση εις τα νεύματα και διαταγάς των».

Ο διορισμός, ίσως για να προλάβει αντιδράσεις, θέτει όριο άσκησης της εξουσίας αυτής την κατάληψη της Τρίπολης, που ήδη πολιορκείται. Η προσπάθεια αυτή συναντά ευρείες αντιδράσεις. Το καλοκαίρι γίνονται γεγονότα, που δείχνουν ότι η πραγματική παρουσία της παραδοσιακής αριστοκρατίας είχε εκ των πραγμάτων περιοριστεί και ότι είχε δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση.

Έρχεται στην Ελλάδα ο Δ. Υψηλάντης, που διεκδικεί την ανωτάτη εξουσία στη βάση της δράσης του αδελφού του Αλεξάνδρου. Γύρω του συσπειρώνεται μια σημαντική μερίδα Φιλικών. Φυσικά, οι πρόκριτοι αρνούνται, ο Μαυροκορδάτος αρνείται επίσης και τα πράγματα φθάνουν ως την απειλή σύγκρουσης στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

2. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην πρώτη αυτή αντιπαράθεση, συγκλίνουν πολλά στοιχεία. Τα κυριότερα είναι:

1. Η αντίθεση των ανωτέρων στρωμάτων της «αριστοκρατίας»

(Με την έννοια του συνόλου των «ανωτέρων» τάξεων) με εκείνα τα κατώτερα στρώματά της που χάνουν έδαφος και που, πριν γίνει η Επανάσταση, πρωτοστατούν στην ίδρυση και τη δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας.

Η ήττα των τελευταίων στην αντιπαράθεση αυτή δείχνει την όλο και μεγαλύτερη αποχώρησή τους από την ιστορική σκηνή.

2. Η αντίθεση προκρίτων – στρατιωτικών.

Οι πρόκριτοι θέλουν να κυριαρχούν και να διαχειρίζονται την κατάσταση όπως ως τώρα, στηριγμένοι στη λειτουργία των στρατιωτικών όπως ήταν ως τώρα. Δεν έχουν καταλάβει ότι η λειτουργία αυτή έχει αλλάξει και ότι οι στρατιωτικοί δεν είναι τόσο υπάκουοι όσο στο παρελθόν.

3. Η αντίθεση προκρίτων – αγροτιάς.

Οι προθέσεις των προκρίτων να μη θιγούν σε απολύτως τίποτε τα προνόμιά τους θα πρέπει να ήταν πολύ προκλητικές, με αποτέλεσμα την αντίδραση της αγροτικής μάζας. Η αντίθεση αυτή συνδέεται με την προηγουμένη,καθώς οι αγρότες έχουν, σε μεγάλο βαθμό, «στρατιωτικοποιηθεί» λόγω του πολέμου.

Η παρέμβαση του Κολοκοτρώνη σώζει τους προκρίτους από απρόβλεπτες συνέπειες. Ο Κολοκοτρώνης σχολιάστηκε πολύ για την παρέμβασή του αυτή, που είχε και το στοιχείο της αυτοκαταστροφής, αφού αντιστρατευόταν τη στρατιωτική πλευρά στην οποία ανήκε και ο ίδιος. Η παρέμβαση αυτή έδειξε ότι ο Κολοκοτρώνης έβλεπε το μέλλον του μέσα σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν και οι πρόκριτοι.

Η ουσία της ενέργειας ήταν ότι έδειξε την ανικανότητα του στρώματος, στο οποίο ανήκε, να διαχωριστεί από τους προκρίτους και αυτό δεν περιορίζεται μόνο στον Κολοκοτρώνη. Ωστόσο, στις παραινέσεις του Κολοκοτρώνη βλέπουμε και ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο, που, ίσως, δεν έχει προσεχθεί όσο πρέπει: Το φόβο διεθνών περιπλοκών.

Όπως και αν έχει το πράγμα, οι εξελίξεις τρέχουν. Η Επανάσταση σημειώνει σοβαρές στρατιωτικές επιτυχίες. Το Σεπτέμβρη του 1821, καταλαμβάνεται η Τρίπολη, ασφαλίζοντας την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Το Δεκέμβρη του 1821, καταλαμβάνεται το Ναύπλιο. Η Πάτρα πολιορκείται. Στα μέσα του Γενάρη του 1822, καταλαμβάνεται η Κόρινθος, πολύ μεγάλο οικονομικό κέντρο της εποχής. Η Επανάσταση εξαπλώνεται και, όπως δείχνουν τα επακόλουθα γεγονότα, εξασφαλίζεται και στη Στερεά.

Οι στρατιωτικές επιτυχίες οξύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ στρατιωτικών και προκρίτων της Πελοποννήσου, αλλά, παράλληλα, κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη οργάνωσης της Επανάστασης σε ευρύτερη κλίμακα.

Η ανάγκη αυτή εξυπηρετήθηκε με τρόπο που έδειχνε την πολύπλοκη κατάσταση στη διάταξη των δυνάμεων και στις μεταξύ τους σχέσεις. Το Νοέμβρη του 1821, ο Δ. Υψηλάντης καλεί Εθνοσυνέλευση. Παρόλο που δεν είχε καμιά επίσημη αρμοδιότητα γι’ αυτό, η ανάγκη της εθνικής οργάνωσης είναι τόση, ώστε κανείς δεν τολμά να φέρει αντιρρήσεις. Αντίθετα, οι πρόκριτοι θεωρούν την Εθνοσυνέλευση σαν κατάλληλη ευκαιρία για να εξασθενήσουν παραπέρα τον Υψηλάντη. Έτσι συγκαλείται η Α` Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, η οποία, την 1η Γενάρη του 1822, ανακηρύσσει την Ελλάδα ανεξάρτητη.

Ένα βήμα κατ’ εξοχήν επαναστατικό, αλλά που δεν ήταν το μόνο. Στην πραγματικότητα, η Επίδαυρος προχωρά σε ένα βήμα, του οποίου σήμερα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την πραγματική σημασία, αλλά που, στην εποχή του, θα πρέπει να φαινόταν πραγματικά «κουφό». Ας σκεφθούμε λίγο: Σε μια μακρινή και κάθε άλλο παρά κεντρικού ρόλου γωνιά της Ευρώπης, μέχρι προ μηνών επαρχία του σουλτάνου και, επιπλέον, σε συνθήκες όπου, στην υπόλοιπη Ευρώπη, φαίνεται να κυριαρχεί η μοναρχοαπολυταρχική αντεπανάσταση, εγκαθιδρύεται η αστική δημοκρατία.

Από την άποψη των συγκεκριμένων πολιτικών παραμέτρων, η Α` Εθνοσυνέλευση δημιούργησε μια ακανθώδη – ίσως, μάλιστα, και εκρηκτική – πραγματικότητα:

1. Δημιουργεί για πρώτη φορά τη συμμαχία προκρίτων της Πελοποννήσου και προκρίτων των νησιών, δηλαδή μισογαιοκτημονικής – μισοδιοικητικής αριστοκρατίας και εφοπλιστικού κεφαλαίου. Στη συμμαχία αυτή εντάσσεται και μεγάλο μέρος των κατωτέρων οπλαρχηγών της Στερεάς, όπου η πολιτική αριστοκρατία είναι πολύ πιο αδύνατη και οι επιχειρήσεις, σε συνθήκες πολύ μεγαλύτερης στρατηγικής έκθεσης, έχουν ήδη αρχίσει να διαλύουν τα παλιά αρματολίκια.

2. Εξασθενεί τη θέση των στρατιωτικών, εκείνων, δηλαδή, που, με τις στρατιωτικές τους επιτυχίες, εξασφαλίζουν την επιβίωση της Επανάστασης.

Η αντιπαράθεση δε θα μπορεί να μένει σε εκκρεμότητα για πάντα. Το 1824, οι δυο παρατάξεις που έχουν διαμορφωθεί (έμποροι και πρόκριτοι, από τη μια μεριά, και μεγαλοκαπεταναίοι, ιδιαίτερα Πελοποννήσιοι, από την άλλη) θα προσπαθήσουν να λύσουν τις διαφορές τους με τα όπλα.

Ο πόλεμος αυτός θα χαρακτηριστεί από περιορισμένες συγκρούσεις και ατέρμονες διαπραγματεύσεις και συνομιλίες, που όλες καταλήγουν στην ήττα των στρατιωτικών, των οποίων ο αρχηγός Κολοκοτρώνης αναγκάζεται να παραδώσει στους αντιπάλους του το Ναύπλιο που διοικεί ο γιος του Πάνος. Στο Ναύπλιο εγκαθίσταται η κυβέρνηση και, έτσι, δημιουργείται και η πρώτη Ελληνική πρωτεύουσα.

Ο συνασπισμός ναυτικών – προκρίτων βγαίνει νικητής. Εκείνο που αξίζει να παρατηρηθεί εδώ και που απαιτεί, ασφαλώς, πολλή ανάλυση είναι η στάση του «συνασπισμού των Φιλικών των Βερβαίνων» ή, για την ακρίβεια, οι διαλυτικές τάσεις στις γραμμές του. Ο Δικαίος, από τα βασικά στηρίγματα του Υψηλάντη στα Βέρβαινα, τώρα βοηθά τους τέως αντιπάλους του, προσπαθώντας να οργανώσει ένοπλη αντίσταση ενάντια στον Κολοκοτρώνη.

Ο Αναγνωσταράς πάει με τους νησιώτες. Ένας παλαιός Φιλικός, ο Μποταΐτης, οργανώνει εξέγερση στην Τρίπολη ενάντια στον Κολοκοτρώνη. Εκείνο που φαίνεται ότι συμβαίνει είναι ότι η διάλυση της βασικής δύναμης των στοιχείων αυτών έχει ολοκληρωθεί. Οι οικονομικές τους λειτουργίες αποδείχθηκαν ανίσχυρες και σε υποχώρηση. Ο γενικά αστικός τους χαρακτήρας δεν τους επιτρέπει (συντελούντων και των ειδικών χαρακτηριστικών του αγροτικού προβλήματος) να αποκτήσουν δεσμούς με την αγροτιά και να δημιουργήσουν με τη βοήθειά της αυτό που φαίνεται να είναι το κίνητρο των ενεργειών τους – ένα συγκεντρωτικό κράτος.

Η αγροτιά μένει κυρίως συνδεδεμένη με τους καπεταναίους. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι η εξέγερση του Μποταΐτη στην Τρίπολη είναι κυρίως εξέγερση χειροτεχνών που καταστέλλεται με τη μετάκληση αγροτών από τις γειτονικές περιοχές. Είτε από σκοπιμότητα είτε από πεποίθηση (είτε, το πιθανότερο, και από τα δυο), οι καπεταναίοι θα δείξουν αυτό το δεσμό, προειδοποιώντας τους αγρότες ότι οι γαίες της Πελοποννήσου κινδυνεύουν από τη νησιωτική επιβουλή, πράγμα που, άλλωστε, δεν ήταν παρά η αλήθεια.

Για το λόγο αυτό ακριβώς, «ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος έρριψεν επί της παύσεώς του τα σπέρματα του δευτέρου», όπως λέει ο Τρικούπης.

Α’ Φάση του Εμφυλίου (Φθινόπωρο 1823 – Ιούλιος 1824)     

Οι διαμάχες πολιτικών και στρατιωτικών, που υπέβοσκαν από το πρώτο έτος της Επανάστασης οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της Β’ Εθνοσυνέλευσης. Η Β’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων έγινε στο Άστρος της Κυνουρίας την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 1823. Σε αυτή την Εθνοσυνέλευση επικράτησαν οι πρόκριτοι. Πρόεδρος του Εκτελεστικού εκλέχτηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.

Επιπλέον, η αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών – προκρίτων και στρατιωτικών – οπλαρχηγών οξύνθηκε καθώς η πολιτική ολιγαρχία παραμέρισε τον Δημήτριο Μαυροκορδάτο. Οι αντιθέσεις μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού οξύνθηκαν και ο Κολοκοτρώνης υπέβαλε την παραίτησή του από το Εκτελεστικό, αλλά η παραίτηση δεν έγινε δεκτή.

Αφορμή για την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου στάθηκε η απόφαση του Βουλευτικού να καθαιρέσει τον Υπουργό Δημήτριο Περρούκα με την κατηγορία της υπέρβασης καθήκοντος. Οι στρατιωτικοί και οι οπλαρχηγοί, υπερασπιζόμενοι το Εκτελεστικό (κυβέρνηση), διαλύουν το Βουλευτικό, με την κατηγορία ότι δεν είχε ενεργήσει νόμιμα στην περίπτωση Περρούκα. Το 1823 ο Αγγλόφιλος πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εκλέχτηκε Πρόεδρος του Βουλευτικού. Οι αντιθέσεις μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού οξύνθηκαν και ο Κολοκοτρώνης υπέβαλε την παραίτησή του από το Εκτελεστικό, αλλά η παραίτηση δεν έγινε δεκτή.

Το Φθινόπωρο του 1823 συγκεντρώθηκαν στη Σιλίμνα της Τρίπολης οι Θεόδωρος και Πάνος Κολοκοτρώνης, Θ. Νέγρης, Γεώργιος Σισίνης, Ασημάκης Φωτήλας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Δημήτριος Πλαπούτας, Νικηταράς, Δημήτριος Υψηλάντης, Γ. Καραμάνος, Μούρτζινος κ.α. Εκεί αποφασίστηκε από κοινού η αντίσταση κατά του Μαυροκορδάτου και των πολιτικών και όλοι μαζί ορκίστηκαν «ενώπιον της εικόνας του Χριστού» ότι θα αγωνιστούν ενωμένοι.

Παρόλο που το μέλλον των πολιτικών – προκρίτων – κοτζαμπάσηδων προδιαγραφόταν δυσοίωνο λόγω της μεγάλης δημοτικότητας που είχαν οι αντίπαλοι τους στα λαϊκά στρώματα, ο Θ. Κολοκοτρώνης ξαφνικά προσχωρεί (για σύντομο χρονικό διάστημα) στην παράταξη των πολιτικών – προκρίτων – κοτζαμπάσηδων με αντάλλαγμα τον διορισμό του γιού του Πάνου ως φρουράρχου του Ναυπλίου. Επίσης στη συμφωνία αποφασίστηκε να αρραβωνιάσει τον γιό του, Κολίνο, με την κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη, προκρίτου της Γορτυνίας.

Η απόφαση αυτή του Θ. Κολοκοτρώνη εξόργισε διακιολογημένα τους συναγωνιστές του και ιδιαίτερα τον Δημήτριο Πλαπούτα. Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπέβαλε τελικά την παραίτησή του από το Εκτελεστικό ενώ το Βουλευτικό καθαίρεσε πραξικοπηματικά το μέλος του Εκτελεστικού, Μεταξά, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Θ. Κολοκοτρώνη. Στις 28 Νοεμβρίου 1823, στρατιωτικό σώμα περίπου 200 ανδρών, με επικεφαλής τον Νικηταρά, τον Χατζηχρήστο και τον Πάνο Κολοκοτρώνη κατευθύνεται προς το Άργος.

Αν και στην θέση του αντιπροέδρου του εκτελεστικού, ο Κολοκοτρώνης παρέμενε πολιτικά ανίσχυρος. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ως πρόεδρος του βουλευτικού προωθούσε τα σχέδια του με αποτέλεσμα να έρθει σε σύγκρουση με τον Κολοκοτρώνη. Οι ενέργειες του πρώτου τον εξαγρίωσαν και τον απείλησε λέγοντας του «μην καθίσεις πρόεδρος, ότι έρχομαι και σε διώχνω με τα λεμόνια, με τη βελάδα όπου ήρθες». Ύστερα από αυτή την προειδοποίηση ο Μαυροκορδάτος αναχώρησε για την Ύδρα, όπου μπορούσε ελεύθερα να σχεδιάσει τις πολιτικές του κινήσεις.

Η αποχώρηση του Μαυροκορδάτου θεωρήθηκε επιτυχία του Κολοκοτρώνη που δεν μπορούσε τότε να συνειδητοποιήσει τα μελλούμενα. Ο Μαυροκορδάτος έχοντας στενές επαφές με την Αγγλική κυβέρνηση, είχε σχεδόν εξασφαλίσει την υπόσχεση τους για δάνειο, το οποίο σκοπό είχε να το χρησιμοποιήσει για πολιτικούς σκοπούς. Αλλά και η κίνηση του να καταφύγει στην Ύδρα φανέρωσε τις στενές του σχέσεις με την οικογένεια Κουντουριώτη, η οποία από αυτό το σημείο και μετά θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις εμφύλιες διαμάχες.

Η επανάσταση είχε φτάσει σε κρίσιμη καμπή. Ο Κολοκοτρώνης καταφέρνει να πείσει τα μέλη του Εκτελεστικού να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο, το οποίο ήλεγχε ο γιος του ενώ τα μέλη του Βουλευτικού αρνούνται να τους ακολουθήσουν παραμένοντας στο Άργος. Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από το Εκτελεστικό ενώ το Βουλευτικό καθαιρεί πραξικοπηματικά το μέλος του Εκτελεστικού, Μεταξά, φιλικά προσκείμενο στην παράταξη Κολοκοτρώνη.

Αμέσως το Βουλευτικό αν και δεν είχε την απαραίτητη απαρτία καθαίρεσε τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καθώς και τον Σωτήρη Χαραλάμπη, απλό μέλος, αντικαθιστώντας τους με τους Γεώργιο Κουντουριώτη, Μπότσαρη, Ανδρέα Λόντο,Ιωάννη Κωλέττη και Ανδρέα Ζαΐμη. Ο τελευταίος παραιτήθηκε και την θέση του πήρε ο Σπηλιωτάκης. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του Κρανιδίου προκήρυξε εκλογές με σκοπό την αντικατάσταση των βουλευτών που αρνήθηκαν να προσέλθουν στο Κρανίδι. Παράλληλα όμως και η κυβέρνηση του Ναυπλίου προκήρυξε εκλογές για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Η κατάσταση ήταν δραματική αφού όχι μόνο υπήρχαν δύο πόλοι εξουσίας αλλά κυκλοφορούσαν και φήμες σχετικά με τουρκικά στρατεύματα που ετοιμάζονταν να προελάσουν στην Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση του Ναυπλίου ήταν αδύναμη σε σχέση με αυτή του Κρανιδίου αφού είχε χάσει την υποστήριξη των λαϊκών μαζών εξαιτίας της δυσπιστίας τους προς το πρόσωπο του Κολοκοτρώνη. Επιπλέον είχε απέναντι της τους καπεταναίους της Ρούμελης, οι οποίοι είχαν συμμαχήσει με τους κοτζαμπάσηδες του Μοριά και τους καραβοκύρηδες της Ύδρας.

Στις 28 Νοεμβρίου στρατιωτικό σώμα, περίπου στα 200 άτομα, με επικεφαλής τον Νικηταρά, τον Χατζηχρήστο και τον Πάνο Κολοκοτρώνη κατευθύνεται προς το Άργος όπου αρχίζει τις διαπραγματεύσεις. Οι τελευταίοι αρπάζουν εκ μέρους του εκτελεστικού τις σφραγίδες και τα πρακτικά ενώ 23 από τους 40 βουλευτές κατέφυγαν στο Κρανίδι ζητώντας την προστασία των Υδραίων. Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό (του Μαυροκορδάτου) καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν.

Από εκεί, αν και δεν διαθέτει την απαραίτητη απαρτία, κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό (καθαιρώντας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από Πρόεδρο και τον Σωτήρη Χαραλάμπη από απλό μέλος) και δημιουργεί τον Ιανουάριο του 1824 νέο Εκτελεστικό, με Πρόεδρο τον Υδραίο καραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο αντίπαλοι πόλοι εξουσίας :

Α) Τον ένα πόλο αποτελούν οι «Κυβερνητικοί» (Γ. Κουντουριώτης, Α. Μαυροκορδάτος, Ι. Κωλέττης, Λόντος, Ανδρέας Ζαϊμης, Ανδρέας Μιαούλης, Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς κ.α.) που έχουν την έδρα τους στο Κρανίδι.

Β) Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους τους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών – οπλαρχηγών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών».

Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο στα χέρια τους.

Οι Κυβερνητικοί (Μαυροκορδάτος, Γ. Κουντουριώτης, Ι. Κωλέττης, Α. Ζαϊμης, Λόντος κ.α.) είχαν σημαντική υποστήριξη από τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Σε αυτή την πρώτη φάση του Εμφυλίου, ένας από τους υποστηρικτές των κυβερνητικών ήταν και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αν και δεν συμμετείχε ενεργά στις μάχες.

Οι δυνάμεις της αντικυβερνητικής παράταξης του Θ. Κολοκοτρώνη ήταν αρκετά περιορισμένες. Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους τους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών – οπλαρχηγών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο στα χέρια τους.

Ένα επιπλέον όπλο στα χέρια των Κυβερνητικών του Κρανιδίου ήταν και το δάνειο των 800.000 λιρών που πήραν για τις πολεμικές ανάγκες της χώρας, αλλά το κατασπατάλησαν στην εμφύλια διαμάχη. Μάταια η παράταξη Κολοκοτρώνη προσπάθησε να το μπλοκάρει, επειδή γνώριζε ποια θα ήταν η τύχη του. Οι Κυβερνητικοί χρησιμοποίησαν τα χρήματα του δανείου για να εξαγοράσουν συνειδήσεις και να αποκτήσουν την υποστήριξη όσο το δυνατόν περισσότερων υποστηρικτών ώστε να νικήσουν την Αντικυβερνητική παράταξη.

Στις 17 Ιανουαρίου 1824 η κυβέρνηση του Ναυπλίου εγκαθίσταται στην Τρίπολη. Στις 2 Μαρτίου του ίδιου χρόνου ο Ανδρέας Μιαούλης αρχίζει να πολιορκεί το Ναύπλιο εκ μέρους της κυβέρνησης του Κρανιδίου και στις 31 Μαρτίου οι Νοταράς, Λόντος και Ζαΐμης φτάνουν μπροστά από τα τείχη της Τρίπολης. Τελικά ύστερα από διαπραγματεύσεις ο Κολοκοτρώνης συμφωνεί να εγκαταλείψει την Τρίπολη και αυτή να ανακηρυχτεί ελεύθερη πόλη χωρίς να έχει κανείς το δικαίωμα να την καταλάβει.

Οι κοτζαμπάσηδες όμως καταπατούν την συμφωνία προκαλώντας την οργή του Κολοκοτρώνη, ο οποίος δίνει εντολή στον γιο του, Πάνο, να καταλάβει το Άργος και παράλληλα να λύσει την πολιορκία του Ναυπλίου. Με τη σειρά του ξεκίνησε να πολιορκεί την Τρίπολη.

Το δίμηνο Φεβρουαρίου – Μαρτίου 1824 δόθηκαν σκληρές μάχες μεταξύ των αντιμαχόμενων παρατάξεων στις περιοχές της Αρκαδίας και της Αργολίδας, με εύκολη επικράτηση των Κυβερνητικών. Στις 2 Μαρτίου 1824 ο Ανδρέας Μιαούλης αρχίζει να πολιορκεί το Ναύπλιο εκ μέρους της κυβέρνησης του Κρανιδίου και στις 31 Μαρτίου οι Νοταράς, Λόντος και Ζαΐμης φτάνουν μπροστά από τα τείχη της Τρίπολης.

Τελικά ύστερα από διαπραγματεύσεις ο Θ. Κολοκοτρώνης συμφωνεί να εγκαταλείψει την Τρίπολη και αυτή να ανακηρυχτεί ελεύθερη πόλη χωρίς να έχει κανείς το δικαίωμα να την καταλάβει. Οι πολιτικοί και οι κοτζαμπάσηδες όμως καταπατούν την συμφωνία προκαλώντας την οργή του Κολοκοτρώνη, ο οποίος δίνει εντολή στον γιο του, Πάνο, να καταλάβει το Άργος και παράλληλα να λύσει την πολιορκία του Ναυπλίου. Με τη σειρά του ξεκίνησε να πολιορκεί την Τρίπολη.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς είχαν προσχωρήσει στην κυβερνητική παράταξη δημιουργώντας τεράστιο πρόβλημα στον Κολοκοτρώνη και γενικότερα στους Φιλικούς. Με αυτά τα δεδομένα η αποτυχία της αντικυβερνητικής παράταξης του Κολοκοτρώνη ήταν κάτι περισσότερο από σίγουρη.

Έτσι στις 7 Ιουνίου και παρά τις αντιρρήσεις των Υδραίων, οι οποίοι ήθελαν ολοκληρωτική καταστροφή του Κολοκοτρώνη και των περί αυτόν, οι κοτζαμπάσηδες, συγκεκριμένα ο Λόντος και ο Ζαΐμης, έγιναν, ύστερα από διαπραγματεύσεις, κύριοι του Ναυπλίου

Οι ψύχραιμες φωνές για συμβιβασμό επικράτησαν και ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας την αδυναμία του, αναγκάστηκε να συρθεί σε συνδιαλλαγή με τον Γ. Κουντουριώτη και μετά από κοπιαστικές συζητήσεις επιτεύχθηκε συμφωνία για τερματισμό των εχθροπραξιών στις 22 Μαΐου 1824. Στις 7 Ιουνίου 1824 και παρά τις αντιρρήσεις των Υδραίων, οι οποίοι ήθελαν ολοκληρωτική καταστροφή του Κολοκοτρώνη, οι κοτζαμπάσηδες, συγκεκριμένα ο Λόντος και ο Ζαΐμης, έγιναν, ύστερα από διαπραγματεύσεις, κύριοι του Ναυπλίου.

Ο Κολοκοτρώνης αναγνώρισε την κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη, η οποία στις αρχές Ιουλίου χορήγησε αμνηστία στους αντιπάλους της. Έτσι επήλθε μια προσωρινή ανακωχή. Με το τελευταίο αυτό γεγονός κλείνει η πρώτη φάση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου της περιόδου 1823-1824.

3. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Οι εφοπλιστές είχαν υποστηρίξει τους προκρίτους γιατί θεωρούσαν ότι η νίκη τους θα τους εξασφάλιζε μια σταθερή κυβέρνηση. Αυτή η κυβέρνηση, όπως το έβλεπαν αυτοί, θα τους εξασφάλιζε τις γαίες της Πελοποννήσου, δηλαδή δυνατότητες τοποθέτησης των κεφαλαίων τους στη γη, ή, ακόμη καλύτερα, τις προσόδους της Πελοποννήσου. Αυτά όλα, όμως, τα εποφθαλμιούσαν και οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Έτσι μετά την ήττα των στρατιωτικών, φάνηκαν αμέσως οι αντιθέσεις μεταξύ των ως τώρα συμμάχων.

Ο Κολοκοτρώνης λέει στον Λόντο και τον Ζαΐμη ότι τους παραδίδει το Ναύπλιο, εκείνοι, όμως, πρέπει να εξασφαλίσουν ότι δε θα επιτραπεί σε «ξένους» να «καβαλικέψουν το άτι του Μοριά, διότι το σακατεύουν». Λέει, δηλαδή, στους Πελοποννήσιους προκρίτους ότι η νησιωτική απειλή δεν αφορά μόνο τα συμφέροντα των καπεταναίων ή των αγροτών, αλλά και τα δικά τους. Από την άλλη, έχουμε τον Γ. Κουντουριώτη που γράφει στον αδελφό του:

«Οι Πελοποννήσιοι, αδελφέ, δεν επιθυμούσι να ενδυναμώσωσι την διοίκησιν διά να ημπορέσει να πωλήση τα εθνικά εισοδήματα, επειδή εσυνήθισαν να τα φάγωσιν οι ίδιοι και όχι να καταναλίσκωνται εις τας ανάγκας της πατρίδος».

Ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυο πλευρές έχουν συναίσθηση του βάρους της ξένης ανάμειξης. Ο μεν Κολοκοτρώνης λέει στον Λόντο ότι πρέπει να προσέχει, διότι «το δάνειο έρχεται και, αν δεν έρχεται, θα έρθει», ενώ ο Κουντουριώτης συνιστά στην κυβέρνηση «να προφθάση κατά τάχος αυτό το δάνειον και δυνάμει τούτου ανατρέπει και ματαιοί όλα τα σχέδια και στοχασμούς των αντιπατριωτών και των κατά το σχήμα πατριωτών».

Οι πρώην αντίπαλοι – Πελοποννήσιοι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί – γίνονται τώρα σύμμαχοι. Το έναυσμα για την τελική αναμέτρηση δίνεται τον Οκτώβρη του 1824 και καθόλου τυχαία αποτελεί άρνηση των κατοίκων της Αρκαδίας να πληρώσουν φόρους. Η κυβέρνηση στέλνει εκεί – επίσης καθόλου τυχαία – 500 Ρουμελιώτες, αλλά με επικεφαλής έναν χαρακτηριστικό Πελοποννήσιο, τον Δικαίο, που είχε γίνει, στο μεταξύ, υπουργός Εσωτερικών.

Γρήγορα, οι συγκρούσεις γενικεύονται και η κυβέρνηση, παρόλο που έδειξε να υπερτερεί από την αρχή, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή τα μεγάλα μέσα: Δίνει εντολή στα στρατεύματα της Στερεάς να εισβάλουν στην Πελοπόννησο, πράγμα που γίνεται. Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης χτυπιούνται αποφασιστικά, οι δυνάμεις τους γρήγορα διαλύονται και οι πιο πολλοί ηγετικοί τους παράγοντες αναγκάζονται να παραδοθούν. Μεταφέρονται στην Ύδρα όπου και φυλακίζονται στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία.

Β’ φάση του Εμφυλίου (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825)    

Σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Α’ φάσης του Εμφυλίου, η νικήτρια φατρία του Γ. Κουντουριώτη και του Μαυροκορδάτου άρχισε να ταλανίζεται από εσωτερικές αντιθέσεις. Ο τρόπος διαχείρισης του δανείου αποτέλεσε μια ακόμα αιτία αντιπαράθεσης. Οι νησιώτες που είχαν ισχυροποιηθεί προσεταιρίστηκαν τους Στερεοελλαδίτες και παραμέρισαν τους Πελοποννήσιους πρόκριτους.

Πολλοί παλιοί σύμμαχοι έγιναν τώρα εχθροί και το αντίστροφο. Οι νησιώτες προσεταιρίστηκαν τους Ρουμελιώτες και παραμέρισαν τους Πελοποννήσιους προκρίτους. Οι Πελοποννήσιοι πρόκριτοι δυσαρεστήθηκαν και αποχώρησαν από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1824. Επίσης συμμάχησαν με τον Θ. Κολοκοτρώνη. Η Κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη προχώρησε σε μια ιδιαίτερα προκλητική ενέργεια. Αποφάσισε να στείλει στρατεύματα στην Πελοπόννησο και να τρέφονται σε βάρος των φτωχών κατοίκων της.

Στην δεύτερη φάση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει η Ύδρα και συγκεκριμένα η οικογένεια Κουντουριώτη, όργανο της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία είχε επιλέξει τους Υδραίους καραβοκύρηδες ως τους καταλληλότερους για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Αυτή με συστηματικές κινήσεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει όλη την εξουσία με το μέρος της. Με την συνεργασία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ως εγγυητή του αγγλικού δανείου, και των Ρουμελιωτών, η υπεροχή έναντι των κοτζαμπάσηδων του Μοριά και του Κολοκοτρώνη ήταν αδιαμφισβήτητη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από αυτό το χρονικό σημείο και μετά πολιτικοί αντίπαλοι των Κουντουριωταίων χαρακτηρίζονται όλοι ανεξαιρέτως οι Μωραΐτες και δεν περιορίζονται πια στις παρατάξεις του Κολοκοτρώνη και των Φιλικών. Οι κοτζαμπάσηδες, ιδιαίτερα αυτοί των Πατρών, φοβούμενοι τυχόν εχθρική ενέργεια εναντίον τους αρχίζουν να οργανώνονται καλύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παράδοση του Ναυπλίου στον Λόντο και τον Ζαΐμη από τον Κολοκοτρώνη.

Ο συγκεκριμένος συμβιβασμός ήταν μια ξεκάθαρη παραβίαση της εντολής της κυβέρνησης Κουντουριώτη ενώ παράλληλα ήταν και μια κίνηση τακτικής. Σε αντίθεση πάντως με τους πατρινούς προύχοντες, η οικογένεια Δεληγιάννη αλλά και η παράταξη Κολοκοτρώνη φαίνεται να αγνοεί μέχρι και εκείνη τη στιγμή τις προθέσεις των Υδραίων.

Σε όλον αυτό τον καταιγισμό των εξελίξεων προστίθεται και ένα νέο πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος θα είναι καθοριστικός για την πορεία του εμφυλίου πολέμου. Ο Ιωάννης Κωλέττης, γιατρός με καταγωγή από το Συράκο Ιωαννίνων, θα αποτελέσει τον συνδετικό κρίκο μεταξύ Υδραίων και Ρουμελιωτών. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να φέρει σε επαφή τον Γκούρα, μετέπειτα φρούραρχο των Αθηνών, και τον Καραϊσκάκη με τους Υδραίους καθιστώντας τους σημαντικούς συμμάχους του.

Το έναυσμα για τη Β’ φάση του Εμφυλίου έδωσε η άρνηση των κατοίκων της Τριφυλλίας να πληρώσουν φόρους στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη. Αυτός έστειλε στρατεύματα τον Οκτώβριο του 1824 στην Αρκαδία για να επιβάλουν με τη βία τη θέληση της κυβέρνησης. Οι 500 «κυβερνητικοί» στρατιώτες υπό την ηγεσία του Παπαφλέσσα που έφθασαν στην περιοχή ηττήθηκαν από τους αντικυβερνητικούς του Γενναίου Κολοκοτρώνη και του Κανέλλου Δεληγιάννη και εκδιώχθηκαν.

Οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν. Με τα χρήματα του δανείου ο Γ. Κουντουριώτης με τη συνεργασία του Κωλέττη έστρεψε τους Στερεοελλαδίτες εναντίον των Πελοποννησίων. Σε ενέδρα που είχαν στήσει οι κυβερνητικές δυνάμεις έξω από την Τρίπολη σκοτώνεται ο γιος του Θ. Κολοκοτρώνη, Πάνος, στις 13 Νοεμβρίου 1824. Ο Θ. Κολοκοτρώνης συντετριμμένος από τον θάνατο του γιου του αποσύρθηκε στη Βυτίνα, αδιαφορώντας για την έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από αυτό το χρονικό σημείο και μετά πολιτικοί αντίπαλοι των Κουντουριωταίων χαρακτηρίζονται όλοι ανεξαιρέτως οι Μωραΐτες και δεν περιορίζονται πια στις παρατάξεις του Κολοκοτρώνη και των Φιλικών. Οι κοτζαμπάσηδες, ιδιαίτερα αυτοί των Πατρών, φοβούμενοι τυχόν εχθρική ενέργεια εναντίον τους αρχίζουν να οργανώνονται καλύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παράδοση του Ναυπλίου στον Λόντο και τον Ζαΐμη από τον Κολοκοτρώνη.

Ο συγκεκριμένος συμβιβασμός ήταν μια ξεκάθαρη παραβίαση της εντολής της κυβέρνησης Κουντουριώτη ενώ παράλληλα ήταν και μια κίνηση τακτικής. Σε αντίθεση πάντως με τους πατρινούς προύχοντες, η οικογένεια Δεληγιάννη αλλά και η παράταξη Κολοκοτρώνη φαίνεται να αγνοεί μέχρι και εκείνη τη στιγμή τις προθέσεις των Υδραίων. Στις 20 Ιουλίου 1824 έφτασαν και τα χρήματα του δανείου από την αγγλική κυβέρνηση. Έτσι η κυβέρνηση Κουντουριώτη ενισχύθηκε με ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό, το οποίο χρησιμοποίησε για δικούς της συμφεροντολογικούς σκοπούς μοιράζοντας το επιλεκτικά, μόνο σε φίλα προσκείμενους σε αυτή.

Επόμενη κίνηση ήταν η διενέργεια βουλευτικών εκλογών και η σύγκληση του νέου βουλευτικού την 1η Οκτωβρίου. Κατά κύριο λόγο η βουλή απαρτιζόταν από νησιώτες, συμμάχους των Κουντουριωταίων και γενικώς των Υδραίων. Αυτή εξέλεξε πρόεδρο της κυβέρνησης τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη αυτής τους Π. Μπότσαρη, Αν. Σπηλιωτάκη, Ιωάννη Κωλέττη και Ασημάκη Φωτήλα, ο οποίος όμως παραιτήθηκε λίγο αργότερα.

Η απάντηση των Μωραϊτών είναι άμεση. Συνασπίζονται όλοι σε μια ενιαία παράταξη ξεχνώντας για την ώρα τα μίση που τους χώριζαν, αρνούνται να πληρώσουν φόρους και δίνουν εντολή στον Ασημάκη Φωτήλα να παραιτηθεί από μέλος της κυβέρνησης. Η σύγκρουση πια μεταξύ κυβέρνησης Κουντουριώτη και Μωραϊτών είναι γεγονός.

Τον Ιούλιο του 1824 ο Γ. Κουντουριώτης με τα χρήματα του δανείου είχε αποκτήσει σημαντική υπεροχή έναντι των αντιπάλων του και μπορούσε να εξαγοράζει μικροκαπεταναίους και να πληρώνει τους μισθούς των στρατιωτών τους. Έτσι, μέρα με τη μέρα αποδυνάμωνε την πλευρά των αντικυβερνητικών Πελοποννησίων. Η χαριστική βολή δόθηκε με την απόφαση των κυβερνητικών για εισβολή ρουμελιώτικων στρατευμάτων στην Πελοπόννησο.

Με αρχηγούς τους Γκούρα, Καραϊσκάκη κ.α. , τα κυβερνητικά στρατεύματα προκάλεσαν απερίγραπτες καταστροφές και λεηλασίες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αχαΐας και της Κορινθίας. Ο οπλαρχηγός Δημήτριος Πλαπούτας, ως ουδέτερος, προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για τον τερματισμό της εμφύλιας αιματοχυσίας, σε μια περίοδο που η τύχη της ελληνικής επανάστασης κρεμόταν από μια κλωστή.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε από ποιους αποτελούνταν οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις.

Ορισμένοι επιφανείς άνδρες που ήταν ενταγμένοι στην Κυβερνητική παράταξη ήταν ο (αγγλόφιλος) Γ. Κουντουριώτης, ο (αγγλόφιλος πολιτικός) Α. Μαυροκορδάτος, ο Ι. Κωλέττης, ο Παπαφλέσσας, ο Ιωάννης Γκούρας, ο Καραϊσκάκης, ο Α. Ισκος, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Μακρυγιάννης, ο Δράκος, ο Βαλτινός, ο Τσάμης Καρατάσος και διάφοροι άλλοι Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και Υδραίοι.

Ορισμένα επιφανή πρόσωπα που συμμετείχαν στην Αντικυβερνητική παράταξη ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι Δεληγιανναίοι, ο Νικηταράς, ο Ανδρέας Ζαϊμης, ο Ανδρέας Λόντος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, ο Ασημάκης Φωτήλας, ο Θεόδωρος Γρίβας, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Χρύσανθος Σισίνης, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Ιωάννης Νοταράς, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κ.α.

Στις 23 Οκτωβρίου σώμα 500 στρατιωτών με επικεφαλής τον Παπαφλέσσα ξεκινάει για να επιβάλλει την τάξη στην Αρκαδία, η οποία είχε επαναστατήσει εναντίον της κυβέρνησης. Ο στρατός του Παπαφλέσσα εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. και τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Στα τέλη του 1824 ο Κολοκοτρώνης αρχίζει να πολιορκεί την Τρίπολη, ο Νικηταράς το Ναύπλιο και ο Νοταράς & ο Λόντος την Ακροκόρινθο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Λόντος και Ζαΐμης είχαν λύσει την πολιορκία της Πάτρας προκειμένου να συγκεντρώσουν τους στρατούς τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Ένα απρόσμενο γεγονός έδωσε σημαντικό πλεονέκτημα νίκης στους Υδραίους. Ο θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη βύθισε στη λύπη τον Θεόδωρο προκαλώντας του παράλληλα αδιαφορία για τα πολιτικά τεκταινόμενα. Ο Ζαΐμης με χίλιους άνδρες έφτασε τον Νοέμβριο στην Τρίπολη όπου τον περίμεναν οι Δεληγιανναίοι κ.α.

Στις 25 Νοεμβρίου κατέφθασε στον Αχλαδόκαμπο ο στρατός των κυβερνητικών αλλά όταν άρχισε η μάχη με έκπληξη παρατήρησαν οι Μοραΐτες ότι οι περισσότεροι εκ των στρατιωτών τους, κυρίως Ρουμελιώτες και Σουλιώτες μισθοφόροι, δεν δέχονταν να πολεμήσουν. Αιτία ήταν τα μεγάλα ποσά που τους είχαν τάξει κατάσκοποι των κυβερνητικών αν παρέμεναν άπρακτοι. Έτσι οι κοτζαμπάσηδες αποχώρησαν και αποσύρθηκαν στις ιδιαίτερες πατρίδες του. Δύο μέρες πριν, στις 23 Νοεμβρίου, οι Ρουμελιώτες είχαν συγκρουστεί κοντά στην Κόρινθο με τα στρατεύματα του Λόντου και του Νοταρά. Αποτέλεσμα ήταν οι τελευταίοι, εξαιτίας λιποταξίας των μισθοφόρων τους, να ηττηθούν.

Οι λεηλασίες που πραγματοποιήθηκαν στην έδρα των Νοταράδων, στα Τρίκαλα Κορινθίας ήταν άνευ προηγουμένου. Επιπλέον ο Σωτηράκης Νοταράς αναγκάστηκε με την βία να καταστήσει γενικό κληρονόμο της περιουσίας του τον ιατρό Σοφιανόπουλο, συνεργάτη του Γκούρα. Ύστερα ακολούθησε η εκστρατεία στην Αιγιαλεία όπου συμμετείχαν οι Ίσκος, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Τζαβέλας, Δράκος, Βαλτινός κ.α.

Οι Μελετόπουλοι, οι Κουμανιώτες, οι Πετμεζαίοι και ο Νικολόπουλος είχαν ταχθεί με το μέρος τους έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να προελάσουν στην Αχαΐα. Το μοναδικό πια εμπόδιο ήταν η Κερπινή Αχαΐας, πατρίδα των Ζαΐμηδων. Εκεί είχαν οχυρωθεί ο Λόντος και οι Ζαΐμηδες, οι οποίοι όμως απέτυχαν να τους αποκρούσουν εξαιτίας της λιποταξίας των Σαρδελιάνων, συμμάχων των πρώτων. Ο Ζαΐμης και ο Λόντος αναχώρησαν για την Ηλεία ενώ οι Ρουμελιώτες εισέβαλαν στην Κερπινή. Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν φοβερές.

Φρικτά εγκλήματα όπως αυτά των βιασμών, των βασανισμών συνέβησαν ενώ όλα τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Στην ιστορία έμεινε η φράση ενός στρατιώτη που φώναζε ότι «πωλήται το φουστάνι της Ζαΐμενας». Έπειτα στράφηκαν στην περιοχή των Δεληγιαννέων, την οποία οι είχαν εγκαταλείψει οι προύχοντες της.

Αφού λεηλατήθηκε και αυτή ο Γκούρας και τα παλληκάρια του έστρεψαν την προσοχή τους στην Ηλεία και συγκεκριμένα στη Γαστούνη, την επικράτεια των Σισίνιδων. Το πλιάτσικο που ακολούθησε ήταν τρομερό αφού ο κάμπος της Γαστούνης ήταν από τις πιο πλούσιες περιοχές. Από την τεράστια βιβλιοθήκη των Σισίνιδων, περίπου 10.000 τόμοι, δεν γλίτωσε τίποτα παρά μόνο μερικά σπάνια βιβλία που κατέληξαν στον Σοφιανόπουλο.

Οι τελευταίες συγκρούσεις κυβερνητικών και αντικυβερνητικών έγιναν το Δεκέμβριο του 1824. Στα τέλη του 1824 ο Κολοκοτρώνης αρχίζει να πολιορκεί την Τρίπολη, ο Νικηταράς το Ναύπλιο και ο Νοταράς & ο Λόντος την Ακροκόρινθο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Λόντος και Ζαΐμης είχαν λύσει την πολιορκία της Πάτρας προκειμένου να συγκεντρώσουν τους στρατούς τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Στις 23 Ιανουαρίου του 1825 όλα έχουν τελειώσει. Ο Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος Γρίβας, οι Γεώργιος και Χρύσανθος Σισίνης, οι Σωτήρης και Ιωάννης Νοταράς, οι Δεληγιανναίοι και μερικοί άλλοι φυλακίζονται στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Ο Ασημάκης Φωτήλας διέφυγε της συλλήψεως ενώ ο Παλαιών Πατρών Γερμανός συνελήφθη από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο και αφού οδηγήθηκε στη Γαστούνη, από εκεί και πέρα προχώρησε πεζός, γεγονός πρωτάκουστο για κληρικό τέτοιας κατηγορίας.

Την ίδια εποχή ο Οδυσσέας Ανδρούτσος νομίζοντας ότι θα του δοθεί αμνηστία παραδίνεται στις αρχές και φυλακίζεται στην Αθήνα. Εκεί αφού βασανίστηκε απάνθρωπα, ρίχτηκε από την Ακρόπολη στις 26 Ιουνίου 1825. Στον λαό διαδόθηκε ότι πήγε να δραπετεύσει και τσακίστηκε. Υπεύθυνος για τον θάνατο του ήταν το άλλοτε πρωτοπαλίκαρό του ο Γκούρας.

Από αυτή τη στιγμή και μετά γράφεται μια από τις πιο μελανές σελίδες της ελληνικής επαναστάσεως. Οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί που υποστήριζαν την κυβέρνηση Κουντουριώτη και συγκεκριμένα οι Μακρυγιάννης, Τζαβέλλας, Καραϊσκάκης, Γκούρας, Δράκος και Καρατάσος διατάζονται να εισβάλουν στην εξεγερμένη Πελοπόννησο και να χτυπήσουν τις αντικυβερνητικές δυνάμεις. Ο (αντικυβερνητικός) Ζαΐμης με χίλιους άνδρες έφτασε τον Νοέμβριο του 1824 στην Τρίπολη όπου τον περίμεναν οι Δεληγιανναίοι κ.α.

Στις 25 Νοεμβρίου κατέφθασε στον Αχλαδόκαμπο ο στρατός των κυβερνητικών αλλά όταν άρχισε η μάχη, οι Πελοποννήσιοι αντικυβερνητικοί παρατήρησαν με έκπληξη ότι οι περισσότεροι εκ των στρατιωτών τους, κυρίως Ρουμελιώτες και Σουλιώτες μισθοφόροι, δεν δέχονταν να πολεμήσουν εναντίον των κυβερνητικών.

Αιτία ήταν τα μεγάλα χρηματικά ποσά που τους είχαν τάξει κατάσκοποι των κυβερνητικών αν παρέμεναν άπρακτοι την ώρα της μάχης. Έτσι οι Πελοποννήσιοι απογοητευμένοι αποχώρησαν και αποσύρθηκαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Δύο μέρες πριν, στις 23 Νοεμβρίου 1824, οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί είχαν συγκρουστεί κοντά στην Κόρινθο με τα αντικυβερνητικά στρατεύματα του Λόντου και του Νοταρά. Αποτέλεσμα ήταν οι τελευταίοι, εξαιτίας λιποταξίας των μισθοφόρων τους, να ηττηθούν.

Οι λεηλασίες που πραγματοποιήθηκαν από τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς στην έδρα των Νοταράδων, στα Τρίκαλα Κορινθίας ήταν άνευ προηγουμένου. Επιπλέον ο Σωτηράκης Νοταράς αναγκάστηκε με την βία να καταστήσει γενικό κληρονόμο της περιουσίας του τον ιατρό Σοφιανόπουλο, συνεργάτη του (κυβερνητικού) Ιωάννη Γκούρα.

Ύστερα ακολούθησε η εκστρατεία των Ρουμελιωτών στην Αιγιαλεία όπου συμμετείχαν οι Ίσκος, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Τζαβέλας, Δράκος, Βαλτινός κ.α. Οι Μελετόπουλοι, οι Κουμανιώτες, οι Πετμεζαίοι και ο Νικολόπουλος είχαν ταχθεί με το μέρος τους και έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να προελάσουν στην Αχαΐα. Το μοναδικό πια εμπόδιο ήταν η Κερπινή Αχαΐας, πατρίδα των Ζαΐμηδων. Εκεί είχαν οχυρωθεί ο Λόντος και οι Ζαΐμηδες, οι οποίοι όμως απέτυχαν να τους αποκρούσουν εξαιτίας της λιποταξίας των Σαρδελιάνων, συμμάχων των πρώτων.

Ο Ζαΐμης και ο Λόντος κατέφυγαν στην Ηλεία ενώ οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί εισέβαλαν στην Κερπινή. Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν φοβερές. Φρικτά εγκλήματα συνέβησαν όπως αυτά των βιασμών, των βασανισμών, των δολοφονιών και των εμπρησμών, ενώ όλα τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Έπειτα στράφηκαν στην περιοχή των Δεληγιαννέων, την οποία οι είχαν εγκαταλείψει οι προύχοντες της.

Αφού λεηλατήθηκε και αυτή, ο (αντικυβερνητικός) Γκούρας και τα παλληκάρια του αποφάσισαν να επιτεθούν στην Ηλεία και συγκεκριμένα στη Γαστούνη, την επικράτεια των Σισίνιδων. Το πλιάτσικο που ακολούθησε ήταν τρομερό αφού ο κάμπος της Γαστούνης ήταν από τις πιο πλούσιες περιοχές.

Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Από την τεράστια βιβλιοθήκη των Σισίνιδων, περίπου 10.000 τόμοι, δεν γλίτωσε τίποτα παρά μόνο μερικά σπάνια βιβλία που κατέληξαν στα χέρια του Σοφιανόπουλου. Ο Φωτάκος έγραψε για τα αυτά τα θλιβερά γεγονότα ότι «ηρκεί μόνον ότι όλοι ήσαν Μοραΐται και όλους τους εγύμνωναν και τους εκαταφρόνουν» ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η εισβολή των πέραν του Ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν ανακάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν είι της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».

Στις 6 Φεβρουαρίου του 1825 όλα έχουν τελειώσει. Οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν επικρατήσει πλήρως. Ο Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος Γρίβας, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Χρύσανθος Σισίνης, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Ιωάννης Νοταράς, οι Δεληγιανναίοι και μερικοί άλλοι αντικυβερνητικοί φυλακίζονται στην Ύδρα. Μόνο ο Ασημάκης Φωτήλας κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη επιδιώκει να εξοντώσει με οποιοδήποτε τρόπο τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Τον Απρίλιο του 1825 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος νομίζοντας ότι θα του δοθεί αμνηστία παραδίνεται στους κυβερνητικούς και φυλακίζεται στην Αθήνα. Εκεί αφού βασανίστηκε απάνθρωπα, βρήκε τραγικό θάνατο από το πρώην πρωτοπαλίκαρό του, τον Ιωάννη Γκούρα. Τον Ιούνιο του 1825 ο Γκούρας τον δολοφόνησε στην Ακρόπολη.

Έχοντας φυλακίσει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους της η κυβέρνηση Κουντουριώτη ήταν ελεύθερη να προωθήσει τα συμφέροντά της καθώς και αυτά των Άγγλων, των οποίων ήταν όργανο. Όμως η κυβέρνηση αυτή δεν είχε την ικανότητα να σημειώσει επιτυχίες στο στρατιωτικό τομέα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι δεν μπόρεσε να σώσει από την καταστροφή την Κάσο και τα Ψαρά, ούτε να εμποδίσει την απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (Φεβρουάριος 1825) ούτε να σώσει το πολιορκημένο Μεσολόγγι (Απρίλιος 1826).

Έτσι, μπροστά στον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τον (αντικυβερνητικό) Θ. Κολοκοτρώνη το Μάιο του 1825 για να πάρει εκείνος την ομάδα στις πλάτες του και να νικήσει τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα.

4. Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΜΦΥΛΙΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Ο Τρικούπης κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση των δυο εμφυλίων πολέμων : «Μικρός ήτον ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μικρά και τα κινήσαντα αυτόν αίτια, μικρού λόγου και οι σκοποί του. Η Αρχή, το μήλον της έριδος, ήτον εφήμερος, διότι εφήμερα, ο εστί ενιαύσια, ήσαν και τα βουλευτικά και τα νομοτελεστικά. Το δε νομοτελεστικόν της περιόδου ταύτης, ως αναπληρωτικόν του άλλου, ουδέ τετράμηνον διάρκειαν είχεν.

Ουδενός δε των διαμαχομένων η φίλαρχος επιθυμία επέκεινα του τέρματος ή των όρων της καθεστώσης εξουσίας παρεξετείνετο. Διηρήτο δε η εξουσία και εις πολλούς και υπό τον χαλινόν και την αυστηράν επίβλεψιν της βουλής πάντοτε έκειτο. Πελοποννήσιοι προς Πελοποννησίους εμάχοντο επί του πρώτου εμφυλίου πολέμου. Σχέσιν έχοντες ούτοι προς αλλήλους επολιτεύοντο και εν πολέμω μετρίως.

Ολίγη, ως είδαμεν, η αιματοχυσία, ουδεμία διάθεσις καταστροφής ή διαρπαγής, ευκατεύναυστα τα πάθη, οι σήμερον πολέμιοι έγιναν της επαύριον φίλοι και η περί ης ο λόγος αλληλομαχία εφαίνετο μάλλον στάσις ή πόλεμος. Αλλά λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας, ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου.

Εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν ώστε η εις την Πελοπόννησον εισβολή και πέραν του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθον επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».

Ο Τρικούπης διαπιστώνει σοβαρές διαφορές ανάμεσα στους δυο εμφυλίους πολέμους. Κυρίως διαπιστώνει τη μεγάλη όξυνση των αντιθέσεων και την αύξηση του βάθους της σύγκρουσης, που εκφράζονται, μεταξύ άλλων, μέσω της κρίσης του τοπικισμού.

Η όξυνση της σύγκρουσης μαρτυρείται και από πολλά άλλα στοιχεία. Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι αντικυβερνητικοί ηγέτες δεν πιάστηκαν καν αιχμάλωτοι, αλλά προτίμησαν να πάνε οι ίδιοι να παραδοθούν οικειοθελώς στην κυβέρνηση στο Ναύπλιο γιατί είχαν φόβους για την τύχη τους αν συλλαμβάνονταν στις επαρχίες τους. Η ξένη ανάμειξη ίσως ήταν πιο σοβαρή από ό,τι νομίζεται.

Ο δρόμος του ασύλου προς τα Επτάνησα ήταν κλειστός και ο Γεώργιος Σισίνης και ο γιος του Χρύσανθος, που είχαν καταφύγει εκεί, απελάθηκαν και αναγκάστηκαν και αυτοί να παραδοθούν στην Κυβέρνηση του Ναυπλίου. Αγγλική προσπάθεια ενίσχυσης της «αγγλικής» μερίδας για την εξάλειψη της «Ρωσικής»; Το βέβαιο είναι ότι η οξύτητα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου δείχνει ότι τα προβλήματα της Επανάστασης βαθαίνουν, γίνονται πιο επείγοντα και πιεστικά, ζητούν πιο άμεση λύση.

Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος αφήνει νικητή στο πεδίο της μάχης το συνασπισμό που στηρίζεται στο εφοπλιστικό και εμπορικό κεφάλαιο και τους συμμάχους του. Αυτός θα κληθεί να χειρισθεί τα μεγάλα προβλήματα που βρίσκονται μπροστά του και που σύντομα θα γίνουν πολύ μεγαλύτερα, λυδία λίθος των ικανοτήτων των εκπροσώπων του και της ιστορικής στενότητας των καταβολών του.

5. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 

 

ΠΗΓΕΣ :

(1) :

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ (ΜΕΡΟΣ Γ’)


Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΓΚΡΑΝΤ

7. Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ     

Οι Προετοιμασίες

Η ηγεσία του Κόκκινου Στρατού άρχισε να σχεδιάζει την αντεπίθεση τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με τον Γκεόργκι Ζούκοφ, ο ίδιος και ο Βασιλέφσκι έλαβαν διαταγή από τον Στάλιν (στις 12 Σεπτεμβρίου) να ετοιμάσουν το σχέδιο της μελλοντικής αντεπίθεσης.

Την επόμενη μέρα, ο Ζούκοφ και ο Βασιλέφσκι πρότειναν να κρατήσουν άμυνα στο Στάλινγκραντ μέχρι να κουραστούν οι Γερμανοί και μετά να περάσουν σε αντεπίθεση, η οποία θα άλλαζε τα δεδομένα στον νότιο τομέα του Γερμανοσοβιετικού μετώπου υπέρ των Σοβιετικών. Στην αυτοβιογραφία του, «Αναμνήσεις και σκέψεις», ο Ζούκοφ γράφει πως οι Σοβιετικοί θα επιχειρούσαν το κύριο χτύπημα στα άκρα της εχθρικής παράταξης, όπου αμύνονταν οι Ρουμάνοι.

8. Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΚΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ    

Στις 3 Φλεβάρη του 1943, η Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων της Γερμανίας εξέδιδε ένα ειδικό ανακοινωθέν, στο οποίο αναφερόταν: «Η μάχη του Στάλινγκραντ ετελείωσε. Πιστοί στον όρκον των να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας πνοής, οι άνδρες της Εκτης Στρατιάς, υπό την υποδειγματική ηγεσίαν του στρατάρχου Πάουλους, καταβλήθηκαν υπό της υπεροχής του εχθρού και υπό των δυσμενών συνθηκών που αντιμετωπίζουν αι δυνάμεις μας».

Της αναγνώσεως της ανακοίνωσης από το γερμανικό ραδιόφωνο, προηγήθηκε τυμπανοκρουσία σε χαμηλό τόνο και μετά την ανάγνωση παίχτηκε το δεύτερο μέρος της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Στη συνέχεια, γνωστοποιήθηκε πως με εντολή του Χίτλερ είχε κηρυχτεί τετραήμερο εθνικό πένθος, στο διάστημα του οποίου όλα τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και τα κέντρα διασκέδασης της χώρας θα παρέμεναν κλειστά.

Ακριβώς αντίθετη ήταν η εικόνα στη Σοβιετική Ενωση. Μια μέρα πριν, στις 2 Φεβρουαρίου, ο Ι. Β. Στάλιν απηύθυνε ημερήσια διαταγή προς τα στρατεύματα του Ντον, όπου έλεγε :

«Στον αντιπρόσωπο του Αρχηγείου της Ανωτάτης διοίκησης του στρατού, στρατάρχη του πυροβολικού σ. Βορόνοφ. Στον διοικητή των στρατευμάτων του μετώπου του Ντον, στρατηγό σ. Ροκοσόφσκι. Συγχαίρω εσάς και τα στρατεύματα του μετώπου του Ντον, για το επιτυχημένο ξεκαθάρισμα των εχθρικών στρατευμάτων που είχαν κυκλωθεί κοντά στο Στάλινγκραντ. Εκφράζω τις ευχαριστίες μου σε όλους τους μαχητές, διοικητές και πολιτικούς καθοδηγητές του μετώπου του Ντον για τις εξαιρετικές αυτές πολεμικές επιχειρήσεις». 

Λίγες ημέρες αργότερα, στην 25η επέτειο της ίδρυσης του Κόκκινου Στρατού, ο Στάλιν θα χαρακτηρίσει τη μάχη του Στάλινγκραντ ως «τη μεγαλύτερη στην ιστορία των πολέμων».

Η Μάχη του Στάλινγκραντ και ο Συσχετισμός Δυνάμεων

Το καλοκαίρι του 1942, τα γερμανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο Νότιο Τομέα του Ανατολικού Μετώπου. Ενα τμήμα κινήθηκε προς το Στάλινγκραντ και στις 17/7/1942 έφτασε στα άκρα της πόλης κι ένα άλλο τμήμα έφτασε στον ποταμό Ντον, στην περιοχή της πόλης Ροστόβ με κατεύθυνση τον Καύκασο.

Την επίθεση αυτή, η Γερμανία τη σχεδίαζε από τα τέλη του 1941, αλλά οι σχεδιασμοί έλαβαν ολοκληρωμένη μορφή στρατιωτικού σχεδίου στις 5 Απριλίου του 1942, όταν το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο εξέδωσε τη διαταγή Νο 41, βάσει της οποίας κύριος στόχος των γερμανικών στρατευμάτων ετίθετο η συντριβή της σοβιετικής αντίστασης και η κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους των βασικών στρατιωτικών και οικονομικών κέντρων της ΕΣΣΔ.

Βλέποντας κανείς το συσχετισμό δυνάμεων εκείνης της εποχής ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και τη Γερμανία, δεν μπορεί παρά να μιλήσει για θαύμα, αναλογιζόμενος ότι στο τέλος νικητής βρέθηκε ο Κόκκινος Στρατός. Έχοντας υπό την κατοχή της ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, η ναζιστική Γερμανία αξιοποιούσε για τις πολεμικές της ανάγκες τα εργοστάσια της Γαλλίας, του Βελγίου, της Αυστρίας, της Τσεχοσλοβακίας κλπ., πράγμα που σήμαινε ότι υπερτερούσε ασύγκριτα έναντι της ΕΣΣΔ.

Επιπλέον, οι πόροι της για τη βαριά βιομηχανία – τη δική της και των κατεχόμενων χωρών – ήταν δύο με δυόμισι φορές περισσότεροι από εκείνους της Σοβιετικής Ενωσης. Η Γερμανία είχε διπλάσιους εργάτες στην εθνική της οικονομία απ’ ό,τι η ΕΣΣΔ, χώρια που στις κατακτημένες χώρες και χώρες – δορυφόρους της εκατομμύρια εργάτες δούλευαν για την πολεμική της μηχανή. Το 1942, μάλιστα, το 1/4 της γερμανικής πολεμικής παραγωγής το έδιναν οι κατακτημένες περιοχές.

Με την επίθεσή της εναντίον της ΕΣΣΔ, η ναζιστική Γερμανία είχε καταφέρει να θέσει υπό την κατοχή της υπερανεπτυγμένες σοβιετικές αγροτικές και βιομηχανικές περιοχές, που προπολεμικά έδιναν το 71% της παραγωγής χυτοσιδήρου, το 58% του χάλυβα, το 57% του τροχαίου υλικού, το 63% του άνθρακα, καθώς και τον κύριο όγκο του πολεμικού εξοπλισμού και των εφοδίων. Οι κατακτημένες σοβιετικές περιοχές, όπου ζούσε προπολεμικά το 42% του πληθυσμού της χώρας, κάλυπταν το 40% του συνολικού χώρου παραγωγής σιτηρών και το 38% της κτηνοτροφίας.

Η Σημασία της Μάχης του Στάλινγκραντ

Για την καλοκαιρινή επίθεση του 1942, προετοιμάστηκαν 5 Γερμανικές στρατιές, μια Ρουμάνικη, μια Ιταλική και μια Ουγγρική. Ολες μαζί αποτέλεσαν την ομάδα στρατιών «Νότος», που διαιρέθηκε σε δύο μέρη :

Το «Α» και το «Β». Σύμφωνα με το σχέδιο, η ομάδα στρατιών «Α» είχε ως αποστολή της να κινηθεί νοτιότερα της «Β», να διαβεί τον κάτω ρου του ποταμού Ντον κι ένα τμήμα της να εισβάλει στον Καύκασο. Η ομάδα «Β» θα έπρεπε να διαβεί τον Ντον στο σημείο Βορονέζ – Νόβαγια Καλίτβα και προελαύνοντας προς το Νότο, στο ενδιάμεσο Ντον και Βόλγα, να φτάσει στο Στάλινγκραντ.

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1942, τα σοβιετικά στρατεύματα του Βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας αναχαίτισαν τον εχθρό στις προσβάσεις της πόλης Ορτζονικίτζε και στην περιοχή του Νοβοροσίσκ. Ετσι, στην πόλη του Στάλινγκραντ, άρχισε σκληρή μάχη, δεδομένου ότι το ενδιαφέρον και της γερμανικής και της σοβιετικής στρατιωτικής διοίκησης στράφηκε προς την πόλη αυτή.

Κρατώντας την περιοχή του Στάλινγκραντ, τα σοβιετικά στρατεύματα μπορούσαν να χτυπήσουν οποιαδήποτε στιγμή τους Γερμανούς στον Καύκασο και η στρατιωτική διοίκηση των τελευταίων αντιλαμβανόταν ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να κυριαρχήσει στην περιοχή του Καυκάσου μην έχοντας υπό τον έλεγχό της το Στάλινγκραντ.

Σ’ ένα λόγο του στις 9/9/1942, προς το στρατιωτικό του επιτελείο, ο Χίτλερ περιέγραφε ως εξής τη γερμανική καλοκαιρινή επίθεση στο νότιο τομέα του ανατολικού μετώπου :

 «Βάλαμε σκοπό μας, πρώτο, να καταλάβετε τις τελευταίες μεγάλες σιτοπαραγωγικές περιοχές του αντιπάλου, δεύτερο, να καταλάβετε τις ανθρακοφόρες περιοχές, απ’ όπου θα προμηθευόμαστε κοκ, τρίτο, να προελάσετε προς τις πετρελαιοπηγές του και, τέταρτο, η επίθεση θα συνεχιστεί ως ότου κοπεί η τελευταία μεγάλη υδάτινη αρτηρία του Βόλγα». 

Οντως, έτσι είχαν τα πράγματα. Στην περιοχή, μάλιστα, του Βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας, αναλογούσαν πάνω από τα 4/5 της πανενωσιακής εξόρυξης πετρελαίου και πάνω από το μισό των μεταλλευμάτων μαγγανίου.

Επιπλέον, αν κυριαρχούσαν στον Καύκασο οι Γερμανοί θα έρχονταν σε επαφή με τις Τουρκικές δυνάμεις που ήταν έτοιμες να προσχωρήσουν στον άξονα, θα κατάφερναν να αποκόψουν την Υπεριρανική σιδηροδρομική γραμμή, απ’ όπου η ΕΣΣΔ επικοινωνούσε οδικά με τους συμμάχους της Αγγλους και Αμερικανούς και, ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να προελάσουν προς την Ινδία, το Ιράν και το Ιράκ, γεγονός που θα τους έδινε τη δυνατότητα να γείρουν αποφασιστικά την πλάστιγγα του πολέμου με το μέρος τους.

Τέλος, την έκβαση της μάχης του Στάλινγκραντ, περίμενε και η Ιαπωνία, έτοιμη, αν ηττούνταν οι Σοβιετικοί, να βάλει αμέσως στο χέρι τις περιοχές της σοβιετικής Απω Ανατολής.

Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι η ευρύτερη περιοχή του Στάλινγκραντ, όπως και η ίδια η πόλη, έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο πολεμικο- οικονομικό δυναμικό της Σοβιετικής Ενωσης. Στις παραμονές του πολέμου, το Στάλινγκραντ ήταν σημαντικό βιομηχανικό κέντρο της χώρας με 450.000 κατοίκους και 126 βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το εργοστάσιο τρακτέρ του Στάλινγκραντ έφτιαχνε πάνω από τα μισά τρακτέρ της χώρας και το εργοστάσιο «Κράσνι Οκτιάμπρ» έβγαζε κάθε χρόνο γύρω στους 800 χιλιάδες τόνους χάλυβα και περίπου 600 χιλιάδες τόνους ελασμάτων.

Αγγλία και ΗΠΑ Εγκαταλείπουν την ΕΣΣΔ στην Τύχη της

Παρά τη σημασία που είχε η μάχη του Στάλινγκραντ για την έκβαση ολόκληρου του Β` Παγκόσμιου Πολέμου, η ΕΣΣΔ έδωσε αυτήν τη μάχη εντελώς μόνη και αβοήθητη, εγκαταλελειμμένη, φτάνοντας πολλές φορές στο χείλος της καταστροφής, από την οποία σώθηκε χάρη στα τεράστια αποθέματα δύναμης του σοβιετικού λαού και στις απεριόριστες δυνάμεις που έκρυβε το σοσιαλιστικό καθεστώς.

Οι δυτικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έβλεπαν στη μάχη του Στάλινγκραντ τη δυνατότητα να υπάρξει, το λιγότερο, μια αμοιβαία εξασθένηση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεμπερδεύουν με το σοσιαλισμό και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές αναμεταξύ τους, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους ένας μεγάλος ανταγωνιστής, όπως ήταν η Γερμανία.

Ετσι αρνήθηκαν να ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη κατά των δυνάμεων του γερμανικού φασισμού κι έδωσαν τη δυνατότητα στον Χίτλερ να συγκεντρώσει στο ανατολικό μέτωπο τεράστιο αριθμό δυνάμεων και πολεμικού υλικού. Μάλιστα, ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε ο ίδιος στη Μόσχα για να ξεκαθαρίσει στον Στάλιν ότι μέσα στο 1942 οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου.

Στα απομνημονεύματά του, ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει με άκρως αποκαλυπτικό τρόπο πως το σαμποτάζ στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου ήταν συνέχεια της ίδιας αντισοβιετικής πολιτικής, που ο ίδιος εφάρμοσε στην προπολεμική περίοδο. Να τι γράφει, αναφερόμενος στις σκέψεις που έκανε μέσα στο αεροπλάνο που τον πήγαινε στην ΕΣΣΔ :

«Σκεπτόμουν την αποστολή που με έφερνε στο θλιβερό αυτό μπολσεβικικό κράτος. Αλλοτε, είχα προσπαθήσει με όλες τις δυνάμεις μου, να το στραγγαλίσω στη γέννησή του και ως την εμφάνιση του Χίτλερ το θεωρούσα θανάσιμο εχθρό της ελευθερίας και του πολιτισμού. Ποιο ήταν τώρα το καθήκον μου; Ο στρατηγός Ουέιβελ, που είχε φιλολογική διάθεση, τα ανακεφαλαίωσε όλα σε ένα ποίημα με πολλές στροφές, που τελείωνε με τις λέξεις : «Οχι δεύτερο μέτωπο το 1942″».

Η υπονομευτική στάση των Δυτικών απέναντι στην ΕΣΣΔ είχε κι άλλες πλευρές. Από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αποκαλύπτεται πως οι Αγγλοαμερικανοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου, σε περίπτωση νίκης των ναζί μη διστάζοντας ακόμη και να προχωρήσουν σε μια πλατιά αντισοβιετική συμμαχία με τους Γερμανούς, εφόσον δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς. Το μόνο που τους ανησυχούσε για το πώς θα δράσουν ήταν το ενδεχόμενο νίκης της ΕΣΣΔ.

Η Απίστευτη Νίκη

Στις 4 Οκτώβρη οι μάχες γίνονταν μέσα στα ίδια τα εργοστάσια. Στα μέσα Οκτώβρη οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν σε όλη την πόλη και είχαν χαρακτήρα αγώνα σώματος προς σώμα. Οι μάχες γίνονταν στους δρόμους της πόλης, στα σπίτια, στα εργοστάσια και στη δεξιά όχθη του Βόλγα. Ηταν αδιάκοπες, μέρα και νύχτα. Οι Γερμανοί προσπάθησαν και το Νοέμβρη να ολοκληρώσουν την κατάληψη του Στάλινγκραντ, αλλά απέτυχαν κάτω από τη σθεναρή αντίσταση του Κόκκινου Στρατού και του σοβιετικού λαού, που ενίσχυε τους πολιορκημένους με κάθε τρόπο και μέσο.

Στο τέλος της αμυντικής περιόδου, ο Κόκκινος Στρατός κρατά σταθερά τις θέσεις του βόρεια του εργοστασίου τρακτέρ, το εργοστάσιο «Μπαρικάντι» και τα βορειοανατολικά οικοδομικά τετράγωνα του κέντρου της πόλης. Το μέτωπο στο Στάλινγκραντ σταθεροποιούνταν. Η γερμανοφασιστική διοίκηση πείστηκε πια πως δεν μπορεί να επιτύχει την εκπλήρωση των αντικειμενικών της σκοπών και δόθηκε διαταγή να περάσει στην άμυνα. Ετσι, αποφάσισε να κρατήσει τα στρατεύματα στις θέσεις τους, μέχρι την άνοιξη του 1943, οπότε υπολόγιζε να τα ενισχύσει και να ξαναρχίσουν την επίθεση.

Οι Γερμανοί περίμεναν ότι ύστερα από τόσο σκληρές και αιματηρές συγκρούσεις τα σοβιετικά στρατεύματα δε θα μπορούσαν να ενεργήσουν οποιαδήποτε σοβαρή επιχείρηση για πολύ χρόνο. Ωστόσο, η σοβιετική διοίκηση, ακόμα και όταν διεξάγονταν οι σκληρές αμυντικές μάχες, σχεδίαζε τις μελλοντικές επιχειρήσεις και συγκέντρωνε δυνάμεις και μέσα για μεγάλη αντεπίθεση. Στις 13 Νοέμβρη, εγκρίθηκε από την ανώτατη διοίκηση και το γενικό επιτελείο σχέδιο με την κωδική ονομασία «Ουράν», που προέβλεπε την κύκλωση και εξόντωση του εχθρού στο Στάλινγκραντ.

Το σχέδιο εγκρίθηκε από την ανώτατη διοίκηση με επικεφαλής τον Ι. Β. Στάλιν. Μέσα σε λιγότερο από 72 ώρες, στις 20 Νοέμβρη 1942, είχε σχηματιστεί ο κλοιός γύρω από τις χιτλερικές στρατιές, με μιαν αιφνιδιαστική και τέλεια οργανωμένη επίθεση του Κόκκινου Στρατού. Οι μάχες συνεχίστηκαν, σκληρές, μέχρι τα τέλη Γενάρη, οπότε παραδόθηκε η επίλεκτη 6η Στρατιά των χιτλερικών και στις 2 Φλεβάρη, ολοκληρώθηκε η συντριβή.

Στη διάρκεια της μάχης, οι στρατοί του φασιστικού συνασπισμού έχασαν το 25% της δύναμης που είχαν παρατάξει στο σοβιετογερμανικό μέτωπο. Η συντριβή των Γερμανών στο Βόλγα σήμαινε την αρχή της αποφασιστικής στροφής στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και σε όλο το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εως τη μάχη του Στάλινγκραντ, στην ιστορία των πολέμων, δεν υπήρξε ποτέ περίπτωση κύκλωσης και ολοκληρωτικής καταστροφής τόσο μεγάλης στρατιωτικής δύναμης.

Η μάχη του Στάλινγκραντ σε πολύ γενικές γραμμές παρουσιάζει τις εξής φάσεις :

Στις 28 Ιουνίου 1942, όπως προαναφέραμε, οι Γερμανοί πέρασαν στην επίθεση και ύστερα από σφοδρές μάχες ο σοβιετικός στρατός κατάφερε να τους σταματήσει στο Βορονέζ. Ετσι, το κύριο βάρος του πολέμου μεταφέρθηκε νοτιότερα προς την κατεύθυνση του Στάλινγκραντ. Η μάχη για την πόλη άρχισε στις 17 Ιουλίου του 1942 στον ποταμό Τσιρ.

Το αμυντικό στάδιο της Μάχης του Στάλινγκραντ κράτησε ως τις 18 Νοεμβρίου 1942, αλλά το Σεπτέμβρη η πόλη κινδύνεψε να κυριευτεί από τον εχθρό, αφού αυτός κατάφερε να περάσει στο εσωτερικό της και να φτάσει ως το κέντρο της. Μάλιστα, το ραδιόφωνο του Βερολίνου έσπευσε να ανακοινώσει πως το Στάλινγκραντ έπεσε. Παρόμοιες ανακοινώσεις βγήκαν και στις κατεχόμενες χώρες, όπως και στην Ελλάδα, όπου, μεταξύ άλλων, κυκλοφόρησε πλατιά προκήρυξη με τίτλο.

«ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ»

Στις 19 Νοεμβρίου του 1942, ο σοβιετικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση και ως τις αρχές του Γενάρη είχε καταφέρει να αντιστρέψει πλήρως την κατάσταση, θέτοντας σε κλοιό τα εχθρικά στρατεύματα, τα οποία και κάλεσε να παραδοθούν με τελεσίγραφο που απέστειλε στις 8 Ιανουαρίου 1943. Η απόρριψη του τελεσιγράφου από τη γερμανική διοίκηση σήμανε και την τελευταία φάση της μάχης του Στάλινγκραντ, όπου οι σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν την επίθεση για την ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού. Η επιχείρησε ολοκληρώθηκε στις 2 Φεβρουαρίου.

«Η νίκη των στρατευμάτων μας στο Στάλινγκραντ – γράφει ο στρατάρχης Ζούκοφ – αποτέλεσε την αρχή της ριζικής καμπής του πολέμου υπέρ της ΕΣΣΔ… Από τη στιγμή αυτή, η σοβιετική διοίκηση πήρε ολοκληρωτικά τη στρατιωτική πρω