ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αρχική » ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ » ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1870 – 1904) »Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ»

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1870 – 1904) »Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ»

Στατιστικά από 26/10/2013

  • 22.877 hits

Ημερολόγιο

Νοέμβριος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  
Advertisements

Ο ΗΡΩΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ    

Η Παιδική και η Εφηβική Ηλικία του Παύλου Μελά

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.

Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων.

                                                                     Πορτρέτο του Παύλου Μελά από τον Γεώργιο Ιακωβίδη

Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.

Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι.

Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής – τότε – Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού – τότε, Εθνικού σήμερα – Κήπου.

«… Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ’ αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών …».

                                Οι Λέων, όρθιος από δεξιά, Παύλος, Κωνσταντίνος, Βασίλειος και καθιστός στο κέντρο Γεώργιος Μελάς

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ’ αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.       

Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την Γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.

                                                         Η οικογένεια Μελά στο σπίτι της και ο Παύλος Μελάς Εύελπις (1889)

Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι «Βόσνιοι» ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την «Μητέρα Ελλάδα».

Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογράφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878).

                                                                                           Το σπίτι του Παύλου Μελά

Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον…

Ο οκτάχρονος – τότε – Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ’ αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί.

Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.

                                                             Ο Παύλος Μελάς με τη στολή ανθυπολοχαγού του πυροβολικού

Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει «αντάρτης» στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ).

Η Εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων

Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:

» … Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου … Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι’ αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει … Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις …».

Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά.Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνή φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: «… υποταγή στο καθήκον… ‘Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα…», και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: «…ο Θεός μαζί σου, γιέ μου …».

Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα.

Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός.

Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές – οι καμπάνες – για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής.

Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση. Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.

Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:

» … Σεβαστέ μου πατέρα … Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον … Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω. Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν … Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ’ ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου …»

Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.

Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

Η Αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο Γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη

Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ). Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α’ Συντάγματος Πυροβολικού.

Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή.

                                                                              Ο Παύλος Μελάς και η Ναταλία Δραγούμη

Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης.

Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειτα σύντομη ζωή του.

                                                                                         Παύλος και Ναταλία Μελά

Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει:

» … τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ’ ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ’ εβοήθησαν …»

Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος.

Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές. Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.

                                                                                    Η οικογένεια του Παύλου Μελά 

Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Όταν όμως το 1895 με έξοδα του Ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του.

Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του ‘Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν.

Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού.

                                                                                  Ο Παύλος Μελάς με τα παιδιά του

Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 – της μυστικής δηλαδή οργάνωσης – που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Το «Βάπτισμα του Πυρός» του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η Συμμετοχή του στον «Άτυχο Πόλεμο» του 1897

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του :

 «…με κόπο συγκρατώ τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή…»

                                                                                   Διάταξη στρατευμάτων 5-5-1897

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης :

«… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…» γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, «… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση…»

Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου :

«… Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου…»

Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος. Μέσα από τα επόμενα γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός :

«… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….», μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: «… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…». Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : «… ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου…», για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…». Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: «… Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας …».

Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια : «… Απεφασίσθη ανακωχή…» (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά.

                                                                                           Σταθμός Ολύμπου 1997

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά – «… κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας …» – παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο.

Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής.

Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. ‘Οπως ομολογεί και ο ίδιος «… πότε ειμαι ευχαριστημένος … διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε …». Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του «… ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου …»

Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει συγκινημένος στους δικούς του. «… ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους …» 

Η 1η Αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία

Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ.

                                                                           Οι διαδρομές του Παύλου Μελά στη Μακεδονία

Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα.

Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «… Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια «Ζήτω η Μακεδονία», ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.

Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του ‘Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι :

«… Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον…»

Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.

Η 2η Αποστολή στην Μακεδονία

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

‘Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι «… όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους …». Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι «… γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει …».

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει «… αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!» και δεν αλλάζει γνώμη. ‘Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904.

Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της ‘Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του – συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές – αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς :

«… Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των…».

Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.

Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ’ ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).

Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά :

«… Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάληςως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία …».

Η 3η Αποστολή στην Μακεδονία

Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.

Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του :

«…Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει…. Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας… Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! 

Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου… Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα… από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. 

Πεινώμεν φοβερά …. Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν …. Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας… Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς…».

                                                                                          Ο Γερμανός Καραβαγγέλης 

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή. Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους.

 «… Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω…».

Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η «ψυχή» όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοναχοί.

Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου – του καπετάν Μίκη Ζέζα – και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται :

«…αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!… Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θά τ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη…».

                                                                               Το Απόσπασμα του Παύλου Μελά το 1904

Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. «… Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν …».

Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες – βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες – με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί.

Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ!

Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή – από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους – και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.

Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. «… Καταλαβαίνομεν… τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν…». ‘Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του.

Ο Θάνατος του Παύλου Μελά και η Σημασία του για τον Αγώνα στην Μακεδονία

Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις Αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του Βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει :

«… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».

                                                                                Το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά :

«… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».

Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραυματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …». Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει : 

«… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».

Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Όλοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ!», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

                                       Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :

«… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» 

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον ‘Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού.

Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.

                                                         Καρτ ποστάλ με τα τελευταία λόγια του Μελά »Βούλγαρος να μη μείνει»

Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο.

Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Με το όνομα «Μακεδονικός Αγώνας» ονομάστηκε ο ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, ο οποίος κορυφώθηκε μεταξύ των ετών 1903 και 1908 στην Μακεδονία.

Ο Μακεδονικός Αγώνας προκλήθηκε από την «αρπακτικότητα» και την επεκτατική διάθεση των Βουλγάρων, οι οποίοι από την εποχή που ίδρυσαν το νεώτερο κράτος τους, επεδίωξαν να επεκτείνουν και τα γεωγραφικά όρια του κράτους τους ώστε να συμπεριλάβει και την Μακεδονία και να επιτύχουν έτσι διέξοδο στο Αιγαίο Πέλαγος και την Μεσόγειο θάλασσα! Ακολούθησαν δηλαδή, τυπικά και ουσιαστικά, το σχέδιο της Μ. Αικατερίνης Β΄(1729-1796), τσαρίνας της Ρωσίας (1762-1796), για την επέκταση των Σλάβων στην Βαλκανική Χερσόνησο ώστε να αποκτήσει η Ρωσική Αυτοκρατορία πρόσβαση στις «ζεστές θάλασσες» και να «παρακάμψει» τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, που ελέγχουν το πέρασμα στην Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινο Πόντο).

Ο Μακεδονικός Αγώνας ουσιαστικά άρχισε από το 1870, με απαρχή το Βουλγαρικό Σχίσμα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχείας και κράτησε (επίσημα) μέχρι το 1908. Στα χρόνια αυτά (38 ολόκληρα χρόνια) ο Μακεδονικός Ελληνισμός και ο χριστιανικός Σερβικός πληθυσμός, εντός των ορίων της Μακεδονίας υπέφεραν πολλά σε ανθρώπινες θυσίες και περουσιακά και άλλα υλικά αγαθά.

Οι Βούλγαροι άρχισαν να εγείρουν διεκδικήσεις επί της Μακεδονικής γης από το 1870, αλλά από το 1895 και μετά, ένοπλες βουλγαρικές συμμορίες που ονομάστηκαν «κομιτατζήδες», εκμεταλλευόμενοι την πλήρη αδιαφορία (αλλά και την ανικανότητα) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των τοπικών τουρκικών αρχών, υπέβαλλαν σε απερίγραπτα βασανιστήρια τον ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας ώστε να απαρνηθή την εθνικότητά του και να αποδεχθεί την Βουλγαρική Εξαρχεία σαν θρησκευτική του αρχή αντί του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινοπούλεως και να υποκείψει στις Βουλγαρικές αξιώσεις.

Οι βουλγαρικές αυτές συμμορίες λήστευαν, έκλεβαν και βίαζαν τον πληθυσμό, ενώ ταυτόχρονα εξόντωναν τους πιστούς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ή όσους θεωρούσαν ότι αποτελούσαν «δεσμό» μεταξύ της Μακεδονίας και της υπόλοιπης Ελλάδας (Αρχιερείς, Ιερείς, προεστούς, δασκάλους, εξέχοντες πολίτες, κλπ). Ο απώτερος σκοπός τους ήταν, φυσικά, η τελική διεκδίκιση των εδαφών αυτών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα και η παραχώρησή τους σ’ αυτήν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, παρουσιάζοντας στην Μακεδονία έναν «αμιγή» δήθεν Βουλγαρικό πληθυσμό.

Στην δράση κατά των κομιτατζήδων και στις βουλγαρικές βλέψεις δραστηριοποιήθηκαν και αντιστάθηκαν οι Μακεδονομάχοι, ελληνικά ένοπλα αντάρτικα σώματα που οργανώθηκαν είτε από τον ίδιο τον πληθυσμό είτε με την βοήθεια εθελοντών από όλα τα μέρη της Ελλάδας (στρατιωτικών, χωροφυλάκων και ιδιωτών – πολιτών). Παράλληλα, δημιουργήθηκαν οργανώσεις που υποστήριξαν ηθικά, διπλωματικά και οικονομικά τον Μακεδονικό Αγώνα.

Πολλές μεγάλες προσωπικότητες της εποχής συμμετείχαν στην προσπάθεια αυτή και ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα. Ο αγώνα τους ήταν ιδιαίτερα σκληρός, γιατί εκτός από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, οι Μακεδονομάχοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τον τουρκικό στρατό.Οι ηρωικοί αυτοί αγώνες των Μακεδονομάχων και η ακατάβλητη ψυχική αντοχή του ηρωικού μακεδονικού πληθυσμού, που αποτελούν μια ακόμη λαμπρή σελίδα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ανάγκασαν τελικά τους Βούλγαρους κομιτατζήδες να αποσυρθούν (επίσημα τουλάχιστον!) το 1908 και να επανέλθουν στην Βουλγαρία.

Παράλληλα ο Μακεδονικός Αγώνας αποτέλεσε το προοίμιο και την έμπνευση των νικηφόρων πολέμων του 1912-13 και της απελευθέρωσης της Μακεδονίας, και αργότερα, των Βαλκανικών Πολέμων, αναπτερώνοντας το ηθικό των Ελλήνων και ξυπνώντας μέσα τους το πνεύμα της Ελευθερίας, για μια ακόμη φορά! Δίκαια λοιπόν, οι Μακεδονομάχοι κατατάσσονται στην ίδια σειρά με τους αγωνιστές του 1821 και τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.

Αν και αναφέρεται ιστορικά ότι ο Μακεδονικός Αγώνας άρχισε από το 1870 και κράτησε μέχρι το 1908 – δηλ. 38 ολόκληρα χρόνια, στην πραγματικότητα κράτησε πολύ περισσότερα, αφού εξ’ αιτίας αυτής της πολιτικής των Βουλγάρων στον χώρο της Βαλκανικής και ιδιαίτερα της Μακεδονίας συνεχίστηκε μέχρι την τελική τους απομάκρυνση κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1917).

Σποραδικά έκαναν την εμφάνισή τους ακόμη και μετά τα δύσκολα χρόνια του 1922 στην Μακεδονική γη, πιο πολύ όμως σαν ληστές παρά σαν «αντάρτικα» σώματα. Την ίδια όμως πολιτική και τακτική εφάρμοσαν αργότερα στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής το 1941-1944 και τα χρόνια που ακολούθησαν 1944-1949 με την «βοήθεια» και «ανοχή» των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ…

Στοιχεία για όλα αυτά, παρατίθενται σε άλλες σελίδες της κοινότητας και σε συνδέσεις. Το όλο θέμα εντάσσεται στην πολιτική του Μακεδονικού Ζητήματος – όπως αποκαλείται σήμερα – και το οποίο αποτελεί μείζον μεν Εθνικό πρόβλημα αλλά είναι μια άλλη θεματική ενότητα.

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών.

Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία. Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό!

Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνουν τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε «Παύλος Μελάς».

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ  

Ποιος Σκότωσε τον Παύλο Μελά;

Είναι μια σκηνή που τη διδαχθήκαμε επανειλημμένα στο σχολείο, μέσα από τα κείμενα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ιωνα Δραγούμη. Ομως για το θάνατο του πρώτου μακεδονομάχου υπάρχουν τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εκδοχές.

Υπάρχουν, καταρχάς, αυτά στα οποία συμφωνούν όλες οι πηγές.

Ο Μελάς διορίστηκε επικεφαλής των μακεδονομάχων του βιλαετίου Μοναστηρίου στις 14 Αυγούστου 1904. Στις 28 πέρασε με την ομάδα του τα σύνορα και στις 7 Σεπτεμβρίου έφτασε στην περιοχή της Καστοριάς. Αποστολή του ήταν η καταπολέμηση των κομιτατζήδων, που τα τελευταία χρόνια διεξήγαγαν ανταρτοπόλεμο κατά της οθωμανικής εξουσίας.

                                                                       Παύλος Μελάς, ζωγραφική από Γεώργιος Ιακωβίδης

Τον επόμενο μήνα ασχολήθηκε κυρίως με την οργάνωση ενός μηχανισμού υποστήριξής του σε έξι χωριά της περιοχής. Ταυτόχρονα, επιδόθηκε στην «ένοπλη προπαγάνδα»: σκότωσε τον εξαρχικό ιερέα και δάσκαλο του χωριού Πρεκοπάνα (σημ. Περικοπή), έκλεισε το ρουμανικό σχολείο της Μπελκαμένης (σημ. Δροσοπηγή) και ανάγκασε τους εξαρχικούς κατοίκους του Σρέμπρενο (σημ. Ασπρόγεια) «να υπάγωσι και προσκυνήσωσι τον μητοπολίτην μας». Τα περισσότερα σχέδιά του ματαιώθηκαν, ωστόσο, λόγω της απροθυμίας των ντόπιων να τον βοηθήσουν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1904, η ομάδα του επιτέθηκε στο σλαβόφωνο χωριό Νέρετ (σημ. Πολυπόταμος), όπου συσκεπτόταν η περιφερειακή ηγεσία των κομιτατζήδων. Αποκρούστηκε όμως από την τοπική πολιτοφυλακή κι απομακρύνθηκε εσπευσμένα, όταν στον ορίζοντα εμφανίστηκε στρατός.

Μετά από πολύωρη πορεία, οι μακεδονομάχοι κατέληξαν στη Στάτιτσα, σλαβόφωνο χωριό 600 κατοίκων που «διετέλει υπό κομιτατζηδική οργάνωση». Εκεί συνάντησαν έναν άνθρωπό τους, τον Ντίνα Στεργίου, που τους μοίρασε σε πέντε διαφορετικά σπίτια.

Χωρίς να το ξέρουν, όμως, στο ίδιο χωριό βρισκόταν κι ο αντίπαλός τους, βοεβόδας Μήτρος Βλάχος. Πριν φύγει, φρόντισε να ενημερώσει μέσω τρίτων την τουρκική φρουρά του γειτονικού χωριού Κόνομπλατ (σημ. Μακροχώρι) ότι στη Στάτιτσα βρίσκεται ο ίδιος. Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, στρατιωτικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό αναζητώντας τον επικηρυγμένο κομιτατζή.

Οι περισσότεροι μακεδονομάχοι κατόρθωσαν να διαφύγουν, ένα κατάλυμά τους όμως, όπου βρίσκονταν ο κρητικός Γιώργος Βολάνης με 6 συντρόφους του, πολιορκήθηκε. Μετά από σύντομη μάχη, οι ένοικοί του παραδόθηκαν. Τον Αύγουστο του 1905 θα καταδικαστούν για «σύσταση συμμορίας», σε πενταετή φυλάκιση.

Ο Μελάς βρισκόταν στο απέναντι σπίτι, μαζί με τον φλωρινιώτη συνεργάτη του Λάκη Πύρζα, τον Ντίνα κι άλλους δύο. Την επομένη, οι σύντροφοί του θα φτάσουν στο χωριό Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό), και θα ενημερώσουν τους εκεί οπλαρχηγούς Καούδη και Κύρου ότι ο αρχηγός τους είχε σκοτωθεί.

Ομως, τι ακριβώς συνέβη;

Εκδοχή 1η: Οι Εφημερίδες

Η πρώτη εκδοχή που έγινε γνωστή, ήταν αυτή των αθηναϊκών εφημερίδων.

«Ο καπετάν Ζέζας, φοβερός και ταχύς ως αστραπή, επέπεσεν με τους τριάκοντα ανδρείους οπαδούς του κατά των νιζάμηδων», μας πληροφορεί λ.χ. το «Σκριπ» της 19ης Οκτωβρίου. «Ο καπετάνιος είχεν εισχωρήσει εις τας τάξεις των τούρκων στρατιωτών, οι οποίοι εν συγχύσει επεζήτουν διά της λόγχης ν’ ανακόψουν την με τόσην ηρωικήν ορμήν επιχειρουμένην έξοδον της ατρομήτου εκείνης δρακός». Οι μακεδονομάχοι «είχαν πιάση πλέον την πλαγιάν του βουνού», όταν «μοίρα κακή εύρε τον ήρωα καπετάν Ζέζα. Μια σφαίρα τον εύρε εις την οσφυικήν χώραν και ο γενναίος και πολύτιμος καπετάνιος έπεσε θανατηφόρως τραυματισμένος. Οι σύντροφοί του ανέκοψαν τον δρόμον των, παρέλαβον τον τραυματία αρχηγόν των και επροχώρησαν εις μέρος ασφαλές, όπου εσώθησαν. Ο ηρωικός αρχηγός μετά μίαν ώραν εξέπνευσεν».

Παρόμοιες περιγραφές, με άξονα την ηρωική έξοδο των μακεδονομάχων, δημοσίευσαν όλες οι εφημερίδες των ημερών. Οπως άλλωστε τόνισε το κύριο άρθρο του «Εμπρός» (19.10.1904), «η αρχαία Ελλάς και η Ρώμη δεν έσχον ήρωα αγνότερον και μεγαλοφρονέστερον».

Εκδοχή 2η: Το Προξενείο

Πολύ διαφορετική είναι η περιγραφή των γεγονότων από τον διευθύνοντα το Ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου, Φίλιππο Κοντογούρη. Σε τηλεγράφημά του προς το ΥΠΕΞ (18.10.1904), λ.χ., αναφέρει ότι μοναδικοί νεκροί της συμπλοκής υπήρξαν ένας χωροφύλακας κι ο ίδιος ο Μελάς.

Αναλυτικότερη είναι η έκθεση που συνέταξε την επομένη, με παραλήπτη τον υπουργό Αθω Ρωμάνο.

»Το καταδιωκτικό απόσπασμα, γράφει, μπήκε στο χωριό «χωρίς να παρατηρηθή» και, στις 5 μμ, ο επικεφαλής του «διέταξε ν’ αρχίσωσιν οι στρατιώται πυροβολούντες κατά της οικίας, εν ή ευρίσκετο ο μακαρίτης Μελάς μετά των τεσσάρων συντρόφων του.

Οι ημέτεροι ενόμισαν κατ’ αρχάς ότι επρόκειτο περί προσβολής εκ μέρους βουλγαρικής συμμορίας. Εδράξαντο των όπλων και ήρχισαν αντιπυροβολούμενοι εκ των παραθύρων. Οταν αντελήφθησαν ότι στρατιώται ήσαν οι επιτιθέμενοι, περιωρίσθησαν εις άμυναν, μέχρις ού επιστή κατάλληλος στιγμή, όπως διαφύγωσιν εξερχόμενοι του χωρίου».

Κατά τις 6:30 μμ, «ότε το σκότος είχεν ήδη επέλθει» κι οι υπόλοιποι μακεδονομάχοι «είχον ήδη κατορθώση να φύγωσι, μη εννοηθέντες υπό του αποσπάσματος», ο Μελάς ενθάρρυνε τους διστατικούς συντρόφους του και «ώρμησε προς την θύραν. Αλλ’ οι στρατιώται, ών η προσοχή κατόπιν της προδοσίας του Μήτρου Βλάχου ήτο εστραμμένη μόνον προς την οικίαν ταύτη, επυροβόλησαν κατ’ αυτοίς ομαδόν» με αποτέλεσμα το βαρύ τραυματισμό του. 

Αφού έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες, «περί την 7 ώραν της νυκτός παρέδωκεν το πνεύμα». Αργότερα, «διαλαθόντες την προσοχήν των στρατιωτών, κατώρθωσαν οι 4 σύντροφοί του να εξέλθωσι και τραπώσι προς το Ζέλοβον».

                                                                                 Το Ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου

Βάση της παραπάνω εξιστόρησης πρέπει να υπήρξε η αφήγηση των επιζώντων προς τους Καούδη και Κύρου, την επομένη των γεγονότων. «Μου ανήγγειλαν», σημειώνει ο Καούδης στο ημερολόγιό του, «ότι από τας 10 εχθές αλά τούρκα [4 μμ] τους επολιόρκησεν ο στρατός και επολέμησαν μέχρι τας τρεις αλά τούρκα [9 μμ] της νυκτός. Επειτα εξήλθαν της οικίας, όπου ήσαν, διά να φύγουν, αλλά οι Τούρκοι εκρύπτοντο εις τας γωνίες των σπιθιών και μόλις έβγαιναν εις τον δρόμον των άναψαν παταρίαν και εφόνευσαν τον κ. Μελάν. Εμείς επήραμεν, μου λέγουν, το όπλον του και αναχωρήσαμεν σιγά σιγά» (Β. Γούναρης, «Το ανέκδοτο ημερολόγιο του μακεδονομάχου Ευθυμίου Καούδη», Θεσ/νίκη 1992, σ.73).

Ο απεσταλμένος του προξενείου, Βασίλειος Αγοραστός, έφτασε στο Ζέλοβο στις 18.10, βρήκε όμως εκεί μόνο τον Κύρου -κι απ’ αυτόν, λογικά, άντλησε τις πληροφορίες του. Ο ίδιος ο Πύρζας είχε συντάξει σχετική αναφορά προς το προξενείο στις 16.10.04, τρεις μέρες μετά τη συμπλοκή, προβάλλοντας την εκδοχή της «ηρωικής εξόδου» που διέρρευσε στον αθηναϊκό Τύπο.

Εκδοχή 3η: Η Οικογένεια

Μια τρίτη εκδοχή του Πύρζα για τα γεγονότα έμελλε να αναγορευθεί σε επίσημη ιστορία τα επόμενα χρόνια. Επώνυμα δημοσιεύθηκε στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά (1926) και στη βιογραφία του Πύρζα από τον Πάνο Παπασταμάτη (1960). Την αναπαρήγαγαν επίσης ο Ιών Δραγούμης στο «Μαρτύρων και ηρώων αίμα» (1907), η Πηνελόπη Δέλτα στον «Μάγκα» (1935) και ο Ι.Κ. Μαζαράκης στην ημιεπίσημη «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» (1977).

                                                       Νικόλαος (ή Λάκης) Πύρζας (1880-1947) Μακεδονομάχος από τη Φλώρινα

Σύμφωνα μ’ αυτή, οι στρατιώτες άρχισαν να πολιορκούν το απέναντι σπίτι, όπου βρισκόταν η ομάδα Βολάνη, και για κάλυψη θέλησαν να μπουν στο κατάλυμα του Μελά. Αυτός τους πυροβόλησε κι η μάχη γενικεύτηκε. Υστερα κατέβηκε με τους άντρες του στο ισόγειο. Ενας στρατιώτης πλησίασε, τον σκότωσαν και, όταν νύχτωσε, βγήκαν έξω να του πάρουν το όπλο. Τότε «ακούστηκε ένας πυροβολισμός μόνον» κι ο Μελάς γύρισε πίσω τραυματισμένος στην κοιλιά, για να πεθάνει μέσα στο σπίτι.

«Η μάχη συνεχίστηκε κάπου μισή ώρα», καταλήγει ο Πύρζας. «Πήραμε τον αρχηγό και τον αφήσαμε σ’ ένα κοντινό σπίτι. Αμέσως μετά επήγα με το σώμα εις το Ζέλοβον». Φοβούμενος «την διαπόμπευσιν του σώματος του Μελά εκ μέρους των Βουλγάρων», στέλνει πίσω τον Ντίνα «όπως πάση θυσία αποκρύψει τον νεκρόν». Αυτός ξεθάβει το πτώμα, μαθαίνοντας όμως ότι έρχεται στρατός, του κόβει το κεφάλι (για να μην είναι αναγνωρίσιμο) και το μεταφέρει στο Ζέλοβο.

Εκδοχή 4η: Οι Αιχμάλωτοι

Σύμφωνα με την έκθεση του Βολάνη, η συμπλοκή αφορούσε αποκλειστικά τη δική του ομάδα: «Καθ’ όλον αυτό το διάστημα, εις όλο το άλλο χωρίον επεκράτει απόλυτος ησυχία, ουδέν δε συνέβαινε εις τα λοιπά καταλύματα».

Οταν ο Μελάς διαπίστωσε πως οι άλλοι σύντοφοί τους «είχον ήδη διασκορπισθεί εις το δάσος», αποφάσισε να τον βοηθήσει «και διέταξε τους περί αυτόν ολίγους άνδρας να εξέλθουν της οικίας».

Ακολούθησε -κι εδώ- μια και μοναδική τουφεκιά : 

«Οι Τούρκοι τον Αρχηγόν μας μόνον επυροβόλησαν και τον επλήγωσαν θανασίμως. Βαρέως τραυματισμένος, ηναγκάσθη να επιστρέψη πλησίον των ανδρών του μόνος του».

                                                                                                     Ο Παύλος Μελάς

Αντίθετα με τις προηγούμενες εκδοχές, όμως, εδώ ο Μελάς βάζει ο ίδιος τέλος στη ζωή του: «Υπέφερε φρικτούς πόνους από το τραύμα του, παρακαλούσε και ικέτευε όπως οι αρματωλοί του 21 να αποκόψουν την κεφαλήν του, διά να μη πέση ζων εις τας χείρας των Τούρκων. Ομως κανείς δεν τολμούσε να εισακούση την παράκλησίν του και να την εκτελέση. Ο ηρωικός Αρχηγός μας ηναγκάσθη να αυτοκτονήση με το πιστόλιόν του, όπως μαρτυρούσιν οι ίδιοι οι οπαδοί του» (ΔΙΣ 1979, σ.339-40).

Χωρίς να μπει σε τέτοιες λεπτομέρειες, ένας άλλος απ’ τους συλληφθέντες, ο Χρήστος Μαλέτσκος, θ’ αμφισβητήσει κι αυτός -με επιστολή του στον «Ταχυδρόμο» της Θεσ/νίκης (17.4.1927)- την επίσημη εκδοχή. Οι πρώτοι πυροβολισμοί, γράφει, έπεσαν σε άλλο μαχαλά και σχετίζονταν με τη φυγή των εκεί στρατωνισμένων μακεδονομάχων, «περί πολλού ποιούντων το σαρκίο των». Η κυρίως μάχη δόθηκε απ’ την ομάδα του Βολάνη, που πρώτη άνοιξε πυρ όταν οι στρατιώτες έσπασαν την πόρτα. Από το σπίτι του Μελά έπεσαν κάποιοι πυροβολισμοί, «ολίγοι όμως και οι οποίοι έπαυσαν αμέσως».

Εκδοχή 5η: Ο Σύντροφος Νο 2

Παρόμοια είναι η αφήγηση του δεύτερου συντρόφου του Μελά, του Γιώργη Στρατή ή Στρατινάκη, όπως καταγράφηκε στο βιβλίο του Νικ. Μπενάκη «Η εθνική ιστορία του Παύλου Μελά» (Κων/λις 1908, σ.149-51).

                                                                          Ο Μακεδονομάχος Γιώργης Στρατής ή Στρατινάκης

Η ομάδα τους, θυμάται, έριξε «δυο τρεις σφαίρες» εναντίον του αποσπάσματος που πολιορκούσε τον Βολάνη κι ύστερα κατέβηκε στην αυλή. «Ο καπετάνιος επροχώρησεν εις ένα άλλο σπίτι ξεσκέπαστο, εντός του οποίου ευρίσκοντο τούρκοι στρατιώτες» κι έδωσε μόνος του μάχη μαζί τους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Μετά το θάνατό του, οι υπόλοιποι διέφυγαν ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία των απέναντι.

Εκδοχή 6η: Ο Αντίπαλος

Ο Μήτρος Βλάχος σκοτώθηκε το 1907 σε συμπλοκή με το στρατό, κι έτσι δεν πρόλαβε να μας αφήσει τη μαρτυρία του. Την ίδια τύχη είχαν επίσης οι βοεβόδες Κόλε Μόκρενσκι, Χρήστο Τσβέτκωφ και Τάνε Γκορνίτσεφσκι.

Ο μόνος από τους οπλαρχηγούς των κομιτατζήδων που βρισκόταν στην περιοχή, μπορούσε να έχει εικόνα των γεγονότων κι επέζησε, είναι ο Γκέοργκι Ποπχρήστωφ. Στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν στη Σόφια το 1953, κάνει κι αυτός λόγο για αυτοκτονία του Μελά, διεκδικώντας όμως τις δάφνες για τον τραυματισμό του:

                                                                                            Ο Κομιτατζής Μήτρε Βλάχος

«Οι αντάρτες του παραδόθηκαν, αντί ν’ ανοίξουν πυρ ενάντια στο στρατό, κι ο Μελάς αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι. Τραυματισμένος από εμάς στο Νέρετ, αυτοκτόνησε στη Στάτιτσα και δεν παραδόθηκε ζωντανός» 

(Konstantin Pandev, «Borbite v Makedonija i Odrinsko, 1878-1912. Spomeni», Σόφια 1982, σ.642).

Εκδοχή 7η: Ο Συναγωνιστής

Ο Κρητικός μακεδονομάχος Ευθύμιος Καούδης ήταν ο πρώτος που συνάντησε τους συντρόφους του Μελά, μετά τη φυγή τους από τη Στάτιτσα. Στα απομνημονεύματά του, γραμμένα το 1949, διατυπώνει τη δική του εκδοχή:

                                                                            Ο Κρητικός μακεδονομάχος Ευθύμιος Καούδης

«Δεν ημπορώ να μη γράψω το μέγα λάθος του Πύρζα, όταν εσκοτώθη ο μακαρίτης ο Μελάς, πώς επέτρεψε και άφησεν και αποσκοτώσαν τον αρχηγόν του διότι εφώναζεν, λέει. Τι ψυχή ήτον αυτή; Θα τον έπαιρναν οι Τούρκοι. Τόσο το καλύτερο, διότι ίσως θα έζηε, άπου ασφαλώς θα έζηε, διότι θα τον έκαναν εγχείρησιν και θα εγλίτωνε»

(Aγγ. Χοτζίδης, «Ευθύμιος Καούδης. Απομνημονεύματα», Θεσ/νίκη 1996, σ.130).

Αμφιβολίες έχει και για την προέλευση της σφαίρας που χτύπησε τον Μελά, θεωρώντας πολύ πιθανό να «τον εσκότωσαν οι δικοί του από λάθος» (όπ.π., σ.131).

Εκδοχή 8η: Ο Σύντροφος Νο 3

Για ατύχημα έκανε λόγο κι ένας από τους αυτόπτες συντρόφους του Μελά, ο φλωρινιώτης Πέτρος Χατζητάσης. Η μαρτυρία του κατατέθηκε στο επίσημο μνημόσυνο του 1927 στη Στάτιτσα (που μόλις είχε μετονομαστεί σε «Μελά»), και καταγράφηκε από τον παρόντα Τάκη Κύρου:

                                                                                     Ο οπλαρχηγός Πέτρος Χατζητάσης

«Ο αρχηγός μάς διέταξε να παρακολουθούμε με προσοχή τους Τούρκους, χωρίς να πυροβολήσουμε. Αυτός κατέβηκε στην αυλή, ακολουθούμενος από τον καπετάν Λάκη Πύρζα. Μόλις είχαν πατήσει στο κατώφλι της σκάλας, ένας μόνο πυροβολισμός ακούστηκε κι ένα ώχ! Αμέσως κατεβήκαμε στην αυλή και βλέπομε τον αρχηγό νεκρό. Τον σηκώσαμε και τον κρύψαμε στον αχερώνα (σταύλο) και φύγαμε. Δεύτερος πυροβολισμός δεν ακούστηκε. Ο πυροβολισμός θα ήταν από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Λάκη Πύρζα»

(Τάκη Κύρου, «Ο καπετάν Παύλος Κύρου», Φλώρινα 1978, σ.109-10).

Εκδοχή 9η: Το Ημερολόγιο

Μια ακόμη εκδοχή έχει καταγραφεί στο ημερολόγιο του (15χρονου τότε) Φίλιππου Δραγούμη, κουνιάδου του Παύλου Μελά. Αφορά την αφήγηση του Πύρζα προς την οικογένεια Δραγούμη, μόλις έφτασε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1904. Το ντοκουμέντο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1984 από τον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου σε συνέδριο του ΙΜΧΑ και του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στο δημοσιευμένο όμως κείμενο της (απομαγνητοφωνημένης) εισήγησης το κομμάτι που αφορά τις τελευταίες στιγμές του Μελά έχει παραληφθεί, με τη σημείωση ότι υπάρχει «κενό στη μαγνητοταινία» («Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο», Θεσ/νίκη 1987, σ.169).

Εντυπωσιασμένοι απ’ αυτή τη διαβολική σύμπτωση, αναζητήσαμε το πρωτότυπο. Ο κάτοχός του Μάρκος Δραγούμης, γιος του Φίλιππου, είχε την ευγενή καλωσύνη να μας επιτρέψει να φωτογραφήσουμε το χειρόγραφο.

Το «χαμένο» απόσπασμα έχει ως εξής :

«Ο Ντίνας βλέπων αυτόν να υποφέρη και ιδίως φοβούμενος μήπως ο Πύρζας μη θέλων να αφήση αυτόν θα τον υπερασπίζετο μέχρι θανάτου, αντί να φύγη, έλεγεν ‘Πύρζα, ιδέ πώς υποφέρει ο καπετάνιος. Φόνευσέ τον!’ Εγώ να τον φονεύσω; απήντησε ο Πύρζας, εγώ να φονεύσω αυτόν; Ο οποίος με ημπόδιζε να φονεύω Βουλγάρους. Τέλος επείσθη ο Ντίνας. Ο Παύλος εσιώπα πλέον, ήτο σχεδόν αναίσθητος. Εφίλησεν ο Πύρζας τα ψυχρά ήδη χείλη του και μετ’ ολίγην ώραν παρέδωκε το πνεύμα ο αδελφός μας! Κρύψαντες τον νεκρόν περί τας 10 κατόρθωσαν να διαφύγουν την προσοχήν των Τούρκων αν και ήτο διαυγής σεληνοφώτιστος νυξ και ανέβησαν εις το υπερκείμενον βουνόν».

Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι, στο συγκεκριμένο σημείο, το χειρόγραφο έχει υποστεί οφθαλμοφανείς διορθώσεις από τον ίδιο το συντάκτη του. Παρόμοιες αλλαγές υπάρχουν σε δυο ακόμη σημεία της ίδιας αφήγησης: το ένα αφορά την παρουσία του Μήτρου Βλάχου στο χωριό, το άλλο τη στιγμή του τραυματισμού του Μελά.

Οποιαδήποτε ερμηνεία αυτής της επέμβασης είναι, φυσικά, λίγο-πολύ αυθαίρετη. Ο συντάκτης του ημερολογίου, που σημειώνει ότι ο ίδιος «δυσκόλως επαρακολούθει» την εξιστόρηση «ένεκα της μακεδονικής εκφράσεως και προφοράς» του Πύρζα, μπορεί κάλλιστα να διαπίστωσε, ξανασυζητώντας το θέμα με τους οικείους του, ότι είχε παρερμηνεύσει κάποια σημεία και να προχώρησε στη διόρθωσή τους. Ομως τα ερωτήματα παραμένουν.

Εκδοχή 10η: Οι Χωρικοί

Η πεποίθηση ότι ο Ντίνας «απετελείωσεν» τον αρχηγό του ήταν κοινό μυστικό στη Στάτιτσα, όπως διαπίστωσε ο διάδοχος του Μελά το 1907 (βλ. δίπλα). Οι συνθήκες όμως των επόμενων χρόνων δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα την κατάθεση τέτοιων μαρτυριών. «Επανειλημμένως ηναγκάσθην να μεταβώ εις Στάτιτσαν διά να δυνηθώ να εξακριβώσω την αλήθειαν», γράφει το 1932 στον Βάρδα ένας άνθρωπός του, «και τούτο δυστυχώς διότι, άγνωστον διατί, οι χωρικοί μας εξακολουθούν να φοβούνται και να απαντούν μονολεκτικώς με το γνωστόν ‘νε ζναμ’ (δεν ξέρω)» (Γ. Πετσίβας, «Ιωάννου Καραβίτη. Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα», Αθήνα 1994, σ.133).

Αλλά και όσων μίλησαν, η φωνή τους δεν ακούστηκε πέρα από τα όρια της τοπικής κοινωνίας. Κατά το επίσημο μνημόσυνο του 1930 στο χωριό, λ.χ., έγινε αναπαράσταση των γεγονότων από τους επιζώντες -ανάμεσά τους, «η γριά Λόζα Α. Σακαλή, ήτις έπλυνε τον νεκρόν του Μελά» και οι χωρικοί που τον έθαψαν. Οι αφηγήσεις τους, όπως δημοσιεύθηκαν στις τοπικές εφημερίδες («Μακεδονικός Σπινθήρ» 2.7.1930, «Δυτική Μακεδονία» 6.7.1930), συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: το σώμα του Μελά «ετάφη ακέφαλον», «αφού προηγουμένως του έκοψαν το κεφάλι οι συναγωνιστές του». Πολύ πριν ο Ντίνας επιστρέψει, δηλαδή, για να το ξεθάψει.

Η Σκιά της Αγίας Λαύρας

Δεν πρόκειται φυσικά να αναγορευθούμε σε μάντεις, αποφαινόμενοι εδώ ποια από τις παραπάνω εκδοχές βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Ούτε έχει, άλλωστε, νόημα. Ετσι κι αλλιώς, αυτό που αποδείχθηκε ιστορικά καθοριστικό δεν ήταν οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου του Μελά, όσο η συμβολική δύναμή του.

Το γεγονός ότι στη Μακεδονία χάθηκε ο γόνος δύο γνωστών μεγαλοαστικών οικογενειών της Αθήνας, ήταν αρκετό για να συγκλονίσει την κοινωνία του 1904, να άρει τους ενδοιασμούς των ιθυνόντων και ν’ απελευθερώσει τα κονδύλια που προορίζονταν για το Μακεδονικό Αγώνα.

Η λήθη έμελλε να καλύψει, άλλωστε, και κάποιες αδιαμφισβήτητες (αλλά εξίσου ενοχλητικές) πλευρές αυτής της ιστορίας. Την πεποίθηση λ.χ. των μακεδονομάχων ότι οι τουρκικές αρχές δεν επρόκειτο να τους πειράξουν ή το γεγονός ότι «ο θάνατος του Μελά προήλθεν εκ παρεξηγήσεως, των τουρκικών αποσπασμάτων υποθετόντων ότι η ελληνική συμμορία είναι βουλγαρική» -λεπτομέρεια που, όπως σημειώνει το 1905 ο πρόξενος Μοναστηρίου, «ευλόγως τηρείται μυστικόν» από την κοινή γνώμη.

Οπως συμβαίνει και με την Αγία Λαύρα ή το Κρυφό Σχολειό, το τελευταίο που μετρά σ’ ένα εθνικό μύθο είναι η σχέση του με την ιστορική αλήθεια.

Το Πορτρέτο του «Εκτελεστή»

Ο 24χρονος Ντίνας ή Ντίνε Στεργίου από τη Στάτιτσα κατέχει μια μοναδική θέση στο θρίλερ του θανάτου του Μελά:

* Σ’ αυτόν κατέφυγε η εξαντλημένη ανταρτοομάδα για να της βρει καταλύματα στη Στάτιτσα, μετά την αποτυχημένη επιδρομή της στο Νέρετ.

* Το κρίσιμο απόγευμα βρέθηκε στο ίδιο σπίτι με το Μελά και μετείχε στη συμπλοκή. Από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη γνωρίζουμε ότι παρότρυνε τον Πύρζα ν’ αποτελειώσουν τον τραυματισμένο καπετάνιο -και κατά πάσα πιθανότητα δεν έμεινε μόνο στα λόγια.

* Αυτόν έστειλαν, την επομένη, οι οπλαρχηγοί να φέρει το πτώμα του Μελά. Επέστρεψε με το κεφάλι του. Η αμοιβή του ήταν 4 λίρες κι 1 εικοσόφραγκο. Από την απόδοση λογαριασμού του Πύρζα για τα χρήματα του Μελά (29.5.1905), προκύπτει ότι εισέπραξε κι άλλα 40 γρόσια «ως δώρον, όταν γλυτώσαμε από την Στάτιτσαν».

                         Η Βυζαντινή εκκλησία Ταξιαρχών της Καστοριάς του 10ο αιώνα στην οποία ετάφη το κεφάλι του Παύλου Μελά

Ελάχιστα γνωρίζουμε, παρόλα αυτά, για την υπόλοιπη ζωή του. Το σίγουρο είναι ότι υπήρξε κομιτατζής, μέλος της ανταρτοομάδας του Μήτρου Βλάχου, απ’ όπου έφυγε «διά λόγους αντιζηλίας προς άλλον» (Απομνημονεύματα Καραβίτη, σ.133). Στις 22 Αυγούστου 1904 εντάχθηκε στο σώμα των Καούδη και Κύρου, κομίζοντας επιστολή του μητροπολίτη Καραβαγγέλη που συνιστούσε να τον κάνουν απευθείας καπετάνιο (Ημερ. Καούδη, σ.24).

Πρώτη του σοβαρή ενέργεια (6.9.1904) ήταν να παγιδεύσει τον αδερφό της μητέρας του, ηγετικό στέλεχος των κομιτατζήδων του χωριού Οστιμα (σημ. Τρίγωνο): «Εστειλα τον Ντίνε κι επήρε άλλα τρία παιδιά κι επήγε και μου έφεραν τον θείον του τον Στόιτσο και τον εσφάξαμε», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καούδης. «Εστειλα τον Ντίνε διά να τον εκθέσω διότι ο Παύλος τον εφοβάτο πως θα μασε σκοτώσει και [θα] φύγει πάλι με το Μήτρο Βλάχο» (σ.73). Γενική εκτίμηση των κρητικών συμπολεμιστών του ήταν, πάντως, ότι «δεν διεκρίνετο διά την αντίληψίν του» (Καραβίτης, σ.127).

Ακόμη λιγότερες είναι οι γνώσεις μας για τα μετέπειτα. Στις 17.7.1907 ο διάδοχος του Μελά, Τσόντος Βάρδας, ανακρίνει ένα δεκάχρονο αγόρι από τη Στάτιτσα: «Εζήτησα πληροφορίας», σημειώνει στο ημερολόγιό του, «περί του συγχωρίου του Ντίνα, άλλοτε αντάρτου και μετά του Π. Μελά ευρεθέντος εκεί. Αλλ’ ύστερον, εκ φόβου ότι αυτός τον απετελείωσεν, έφυγεν εις Αμερικήν, όπου μένει προ διετίας. Ηδη θα ήτο χρησιμότατος δια το χωρίον του» (σ.808).

Πέντε μέρες αργότερα, ο Βάρδας παραγγέλλει στο Κέντρο Φλώρινας «ει δυνατόν να γράψωσιν εις τον εν Αμερική Ντίναν, πρώην οπαδόν Π. Κύρου και Π. Μελά, εκ Στατίστης, όστις έφυγε φοβηθείς διά τον θάνατον τούτου. Και να τον ενθαρρύνωσι να έλθη, να υπόσχωνται δε και αμοιβήν ή καλόν μισθόν, δια να χρησιμεύση διά το χωρίον του».

Ο λόγος που υπαγορεύει μια τέτοια κίνηση, είναι η τρομερή έλλειψη ντόπιων στελεχών κι η απομόνωση των μακεδονομάχων από τον πληθυσμό: «Διότι, μεθ’ όλην την αδυναμίαν των κομιτών, ιδίως εις Κορέστια, σήμερον ουδέν χωρίον μας δέχεται ειρηνικώς, διότι έχουσιν αποθηριωθεί οι κάτοικοι εκ του φόβου ημών» (σ.817).

                                                Ο Γερμανός Καραβαγγέλης τελεί μνημόσυνο στον τάφο του Παύλου Μελά

Η συνέχεια της υπόθεσης παραμένει σκοτεινή. Οι φόβοι του Ντίνα φαίνεται, ωστόσο, πως ήταν δικαιολογημένοι. Το διαπιστώνουμε από επιστολή που έστειλε στον Στέφανο Δραγούμη, τον Φλεβάρη του 1908, ο Έλληνας πράκτορας Μιλτιάδης Παπατέρπου: το μεγαλύτερο λάθος «του θεοτρέλλου και επιπολαίου» μητροπολίτη Καστοριάς, γράφει, ήταν η στρατολόγηση του «προδότου εκ Στατίτσης Δίνε», η «πρώτη και τελευταία» προσφορά του οποίου στην Ελληνική υπόθεση «ήτο να φέρει τον μακαρίτη [Μελά] εις το χωριό του, όπου και έπεσε».

Και καταλήγει: «Ο προδότης αμέσως μετά το κατόρθωμά του εδραπέτευσεν και ευρίσκεται ενταύθα, περιήλθον πολλά μέρη της Αμερικής αλλά δεν τον εύρον τον κακούργον. Ελπίζω όμως ότι θα τον εύρω και θα του δώσω οικτρόν θάνατον. Εστω και οι νόμοι της Αμερικής αμέσως με ηλεκτριάσουν, θα ευρεθή πατριώτης τις όστις τα ορφανά μου θα τα περιθάλψη».

Η ΛΑΙΚΗ ΠΑΡΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟ   

Ο Παύλος Μελάς έγινε τραγούδι στο στόμα των απλών ανθρώπων της Μακεδονίας, για τους οποίους έδωσε τη ζωή του. Η λαϊκή μούσα τον περιέγραψε σαν άλλο Κλέφτη κι Αρματολό και με τον τρόπο αυτό τον παρουσιάζει :

«-Κορίτσια από την Καστοριά και τη Βλαχοκλεισούρα 

Κάτι να σας ρωτήσουμε , κάτι να σας ειπούμε. 

-Ποιος είσαι συ που μας ρωτάς και θέλεις να σου ειπούμε; 

-Εγώ είμαι ο Παύλος ο Μελάς , της Καστοριάς Καμάρι 

Της Καστοριάς της Ρούδιανης και της Βλαχοκλεισούρας.» 

                                                                              Ο Παύλος Μελάς , Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Eνώ σε άλλους στίχους παραπέμπει στους ήρωες της εθνεγερσίας

«Λεβέντης εξεκίνησε ’πο μέσα απ’ την Αθήνα, 

Τα παλικάρια σύναξε κι όλο το εικοσιένα. 

Παιδιά μ’ μας κράζει η Καστοριά κι όλη η Μακεδονία 

Μας προσκαλούν, Μελά, τα Γρεβενά για την ελευθερία». 

Aλλά και τον ανυψώνει σε εθνικό ήρωα

«Μάνα μ’, δε θέλω κλάματα, δε θέλω μοιρολόγια. 

Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαίν’ τα χελιδόνια, 

Με κλαίει η γυναίκα μου και όλη η πατρίδα.» 

Θρηνεί με το μοναδικό τρόπο το θάνατό του

«Πικρά μαντάτα ήρθανε απ’ τη Μακεδονία 

Τον Παύλο τον εβάρεσαν στης Καστοριάς τα μέρη. 

Δεν τον βαρέσαν με αντρειά , δεν τον βαρέσαν φόρα. 

Μον’ τον βαρέσαν μ’ απιστιά , νύχτα με το φεγγάρι. 

Κι άφησε διάτα στα παιδιά , διάτα στα παλικάρια: 

Παιδιά να μη σκορπίσετε, παιδιά μη φοβηθείτε, 

τους Τούρκους, τα παλιόσκυλα, να τους εκδικηθείτε» 

Kαι διατρανώνει την πεποίθηση του λαού μας για την ελευθερία της Μακεδονικής γης, λέγοντας στα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα.

«Σαν τέτοια ώρα στο βουνό 

ο Παύλος πληγωμένος 

Μες στο νερό του αυλακιού 

ήτανε ξαπλωμένος. 

-Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, 

στην ποθητή πηγή μου 

και φέρε μου κρύο νερό 

να πλύνω την πληγή μου. 

 

Δεν κλαίω τη λαβωματιά, 

δεν κλαίω και το βόλι, 

Μον’ κλαίω που με άφησε 

η συντροφιά μου όλη. 

 

Σταλαματιά το αίμα μου 

για σε πατρίδα χύνω, 

για να ’χεις δόξα και τιμή, 

να λάμπεις σαν το κρίνο. 

 

Παύλος Μελάς κι αν πέθανε 

τα παλικάρια ζούνε 

Θα φέρουνε τη λευτεριά 

στη χώρα που ποθούμε.» 

Ο Κωστής Παλαμάς στο έργο του «Πολιτεία και Μοναξιά», τον αποχαιρέτισε με τους στίχους :

«Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό 

να σειέται το χορτάρι, 

στον τόπο που σε πλάγιασε 

το βόλι, ω παλικάρι. 

 

Πανάλαφρος ο ύπνος σου 

του Απρίλη τα πουλιά 

σαν του σπιτιού σου να τ΄ακούς 

λογάκια και φιλιά. 

 

Kαι να σου φτάνουν του σκληρού χειμώνα οι καταρράχτες 

σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες. 

 

Πλατιά του ονείρου μας 

η γη και απόμακρη και γέρνεις 

εκεί και σβεις γοργά Ιερή στιγμή. 

Σαν πιο πλατειά 

τη δείχνεις, και τη φέρνεις 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχειοθήκη

Κατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: