ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αρχική » ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ » Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ (ΜΕΡΟΣ Α’)

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ (ΜΕΡΟΣ Α’)

Στατιστικά από 26/10/2013

  • 22.877 hits

Ημερολόγιο

Νοέμβριος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  
Advertisements

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ    


1. ΓΕΝΙΚΑ

Με τον όρο Μάχη του Στάλινγκραντ (Сталинградская битва,ή Schlacht von Stalingrad) εννοούμε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ και του Κόκκινου Στρατού στην περιοχή του Στάλινγκραντ, από τις 17 Ιουλίου 1942 μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου 1943.

Αρχικά, ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις που είχε στη Νότια Ρωσία (Ομάδα Στρατιών «Νότος») να επιτεθούν στον Καύκασο, με σκοπό να καταλάβουν τις μεγάλες ποσότητες πετρελαίου της περιοχής, οι οποίες θα επέτρεπαν στους Γερμανούς να συνεχίσουν τον πόλεμο. Ωστόσο, ο Χίτλερ αποφάσισε να χωρίσει την Ομάδα Στρατιών «Νότος» σε δύο ομάδες: Ομάδα Στρατιών «Α» και Ομάδα Στρατιών «Β».

Σύμφωνα με το σχέδιο της Επιχείρησης «Κυανό» (ή «Μπλε»), η Ομάδα Στρατιών «Α», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Βίλχελμ Λίστ, ανέλαβε την επιχείρηση στον Καύκασο, ενώ η Ομάδα Στρατιών «Β», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, ανέλαβε την επίθεση στο Στάλινγκραντ. Η Ομάδα Στρατιών «Β» αποτελούνταν από την 6η Στρατιά του φον Πάουλους και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ, καθώς και από συμμαχικές μονάδες.

Ο Χίτλερ ήθελε να καταλάβει το Στάλινγκραντ, καθώς ήταν βιομηχανικό κέντρο στην περιοχή του ποταμού Βόλγα, ενώ επίσης άνοιγε τον δρόμο στις πετρελαιοφόρες πηγές του Καυκάσου. Η επίθεση των Γερμανών στην πόλη είχε και προπαγανδιστικό χαρακτήρα – η πόλη έφερε το όνομα του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν. Γι’ αυτό τον λόγο, εξάλλου, οι δύο ηγέτες διέταξαν τις δυνάμεις τους να κρατήσουν τις θέσεις τους «πάση θυσία».

Η πρώτη φάση της μάχης (γερμανική επίθεση) ξεκινήσε στις 17 Ιουλίου 1942. Η 6η Στρατιά απώθησε τις σοβιετικές δυνάμεις στον ποταμό Ντον. Γι’ αυτό τον λόγο, ο Χίτλερ αποφάσισε να αποσύρει την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων από το μέτωπο του Στάλινγκραντ. Το χτύπημα της 6ης Στρατιάς δέχθηκε η 62η Στρατιά του Βασίλι Τσουϊκόφ. Στα τέλη Αυγούστου, η Λουφτβάφε μετέτρεψε σε ερείπια το 80% της πόλης.

Τον Νοέμβριο, το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Ωστόσο, στις 19 Νοεμβρίου, οι Σοβιετικοί αντεπιτέθηκαν (Επιχείρηση «Ουρανός») και περικύκλωσαν 250.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Ο Κόκκινος Στρατός πρότεινε στον φον Πάουλους να παραδοθεί, αλλά, ο Χίτλερ απαγόρευσε στον αρχηγό της 6ης Στρατιάς να παραδοθεί. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1942, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να περικυκλώσουν την Ομάδα Στρατιών «Α» (Επιχείρηση «Κρόνος»), ωστόσο, η αντίσταση της 6ης Στρατιάς καθήλωσε τους Σοβιετικούς και έδωσε την ευκαιρία στον φον Κλάιστ να υποχωρήσει.

Γι’ αυτό τον λόγο, ο φον Πάουλους έλαβε τον βαθμό του Στρατάρχη. Ωστόσο, στα τέλη Ιανουαρίου (ή στις αρχές Φεβρουαρίου), ο φον Πάουλους αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Κόκκινο Στρατό. Μαζί του παραδόθηκαν 22 στρατηγοί και 91.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Η μάχη του Στάλινγκραντ έληξε στις 2 Φεβρουαρίου 1943 με νίκη των Σοβιετικών. Η μάχη έδωσε την υπεροχή στον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος την κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Στις 23 Αυγούστου 1939, η Σοβιετική Ένωση και η Ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν το σύμφωνο Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ (γνωστό ως «Σύμφωνο μη Επίθεσης»). Το σύμφωνο υποχρέωνε τις δύο χώρες να μην επιτεθούν η μια στην άλλη. Ωστόσο, στις 22 Ιουνίου 1941, οι δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση, παραβιάζοντας τους όρους της συμφωνίας.

Οι Γερμανοί κατέλαβαν την Πολωνία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία μέσα σε λίγους μήνες. Ενώ η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» πολιορκούσε το Λένινγκραντ, η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» επιτέθηκε στη Μόσχα. Οι Γερμανοί απέτυχαν να καταλάβουν τη σοβιετική πρωτεύουσα και υπέστησαν σοβαρές απώλειες – όπως και οι Σοβιετικοί.

Εξαιτίας της γερμανικής ήττας στη Μόσχα, η τακτική του κεραυνοβόλου πόλεμου υπέστη καταστροφή. Παράλληλα, η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ – οι ΗΠΑ και η Αγγλία κήρυξαν τον πόλεμο στην Ιαπωνία. Η ήττα στη Μόσχα ανάγκασε τη γερμανική διοίκηση να αναθεωρήσει τα σχέδια για τη συνέχιση του πολέμου στη Σοβιετική Ένωση. Την περίοδο Δεκεμβρίου 1941 – Ιανουαρίου 1942, οι Γερμανοί έχασαν 3.000 άρματα μάχης και τους απέμειναν μόνο 4.000 άρματα μάχης.

Το 1942, η γερμανική πολεμική βιομηχανία αύξησε την παραγωγή αεροσκαφών, αρμάτων μάχης και άλλων ειδών όπλων και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να καλύψει, σε μεγάλο μέρος αλλά όχι απόλυτα, τις απώλειες που υπέστη στο Ανατολικό Μέτωπο. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται η παραγωγή όπλων τα έτη 1941 και 1942.

Στρατιωτικός εξοπλισμός

1941

1942

Μαχητικά αεροσκάφη

9540

11408

Άρματα μάχης, αυτοκινούμενα πυροβόλα και πολιορκητικά όπλα

3806

6189

Όπλα διαμετρήματος 75 mm και άνω

7092

14316

3. ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Στρατηγική 

Γερμανοί

Στις 5 Απριλίου 1942, ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε την «Οδηγία 41», σύμφωνα με την οποία, οι γερμανικές δυνάμεις έπρεπε να επιτύχουν τους πάρακάτω στόχους:

· Να διαλύσουν τις σοβιετικές δυνάμεις στα νότια της χώρας.

· Να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου.

· Να καταλάβουν τις πλούσιες αγροτικές περιοχές του Ντον και του Κουμπάν.

· Να καταστρέψουν τις σοβιετικές γραμμές επικοινωνίας και να δημιουργήσουν συνθήκες που θα επέτρεπαν στους Γερμανούς να νικήσουν στον πόλεμο.

Οι Γερμανοί κατέστρωσαν ένα σχέδιο, το οποίο χώρισαν σε τρία μέρη. Κατά την εκτέλεση του πρώτου μέρους, οι γερμανικές δυνάμεις στην Κριμαία και στο Χάρκοβο θα λάμβαναν πολεμοφόδια και θα ίσιωναν τη γραμμή του μετώπου – αυτό θα επέτρεπε στη Βέρμαχτ να στείλει περισσότερες δυνάμεις για την εκτέλεση του κύριου μέρους της επιχείρησης «Κυανό» (γερ. Blau).

Αργότερα, οι Γερμανοί θα επιτίθονταν στο Βορόνεζ και θα έστελναν ένα μέρος των στρατιωτών στον νότο, με σκοπό να περικυκλώσουν τις σοβιετικές δυνάμεις στον Ντον. Μετά τη διάλυση των Σοβιετικών στον Ντον, οι Γερμανοί είχαν σκοπό να καταλάβουν το Στάλινγκραντ, τον Νότιο Βόλγα και τον Καύκασο και να στείλουν ενισχύσεις στην Ομάδα Στρατιών «Βορράς» που πολιορκούσε το Λένινγκραντ.

Σοβιετικοί

Τον Μάρτιο του 1942, το Γενικό Επιτελείο της Σοβιετικής Ένωσης θεωρούσε ότι η Βέρμαχτ θα επιχειρούσε ένα νέο χτύπημα στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο. Η πολεμική κατασκοπία ανέφερε ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν για μια επίθεση στα νότια της ΕΣΣΔ. Ωστόσο, οι αναφορές της κατασκοπίας δεν ήταν πλήρεις, γι’ αυτό και το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ θεωρούσε ότι η Βέρμαχτ θα κρατούσε τις κύριες δυνάμεις στην κεντρική κατεύθυνση (Μόσχα) .

Γι’ αυτό τον λόγο, ο Κόκκινος Στρατός συγκέντρωσε τις στρατηγικές εφεδρείες του στις περιοχές Καλίνιν, Τούλα, Ταμπόφ, Μπορισογκλέμπσκ, Γκόρκι, Στάλινγκραντ και Σαράτοφ – το Γενικό Επιτελείο θεωρούσε ότι μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει στη νοτιοδυτική και δυτική κατεύθυνση του μετώπου. Στις 8 Απριλίου 1942, ο Αρχιστράτηγος των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ιωσήφ Στάλιν, διέταξε τους διοικητές μερικών μετώπων να επιτεθούν και να αναγκάσουν τη Βέρμαχτ να χρησιμοποιήσει όλες τις εφεδρείες της.

Μ’ αυτό τον τρόπο, ο Στάλιν ήθελε να εξασφαλίσει νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο το 1942. Αργότερα, ωστόσο, η εκτέλεση αυτού του σχεδίου φάνηκε αδύνατη. Ο Κόκκινος Στρατός είχε μεγάλα προβλήματα, όπως η έλλειψη έμπειρων διοικητών στα σώματα και η δυσκολία διαμόρφωσης σωμάτων – η διαμόρφωση των σωμάτων μειωνόταν εξαιτίας του επιπέδου κατασκευής νέων ειδών οπλισμού.

Επιχειρήσεις των αντιπάλων πριν τη σύγκρουση

Για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της, η Βέρμαχτ έπρεπε να εξασφαλίσει την ασφάλεια της νότιας πτέρυγας, η οποία θα βοηθούσε κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο Στάλινγκραντ. Επίσης, όπως αναφέρει ο ακαδημαϊκός Αλεξάντερ Σαμσόνοφ, η Βέρμαχτ χρειαζόταν και τη συμμετοχή της 11ης Στρατιάς του στρατηγού Έριχ φον Μάνσταϊν, η οποία σταμάτησε την πορεία της εξαιτίας της σοβιετικής αντίστασης στην Κριμαία. Για να πετύχει τον σκοπό της, η Βέρμαχτ έπρεπε να καταλάβει πάσει θυσία τη Σεβαστούπολη και τη Χερσόνησο Κερτς.

Στις 26 Δεκεμβρίου 1941, ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε το Κερτς, ενώ στις 30 Δεκεμβρίου, οι Σοβιετικοί εισήλθαν στη Θεοδοσία. Ωστόσο, οι δυνάμεις του Κριμαϊκού Μετώπου δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Χερσόνησο της Κριμαίας. Οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την αποτυχία του Κόκκινου Στρατού. Στις 15 Ιανουαρίου 1942, οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν και ανακατέλαβαν τη Θεοδοσία. Επίσης, ανάγκασαν τους Σοβιετικούς να υποχωρήσουν στον Ισθμό Ακ-Μονάισκ, ο οποίος ήταν το πιο στενό σημείο της Χερσονήσου του Κερτς.

Ο Κόκκινος Στρατός μετέφερε αρκετές δυνάμεις στη Χερσόνησο του Κερτς, αλλά δεν κατάφερε να την ανακτήσει. Η αποτυχία αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δυνάμεων του Κριμαϊκού Μετώπου. Παράλληλα, στις 7 Ιανουαρίου ξεκίνησε η μάχη του Ντεμιάνσκ (περιφέρεια Νόβγκοροντ). Στις 25 Φεβρουαρίου, οι δυνάμεις του Βορειο-Δυτικού Μετώπου, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Π. Α. Κούροτσκιν, κατάφεραν να περικυκλώσουν έξι γερμανικές μεραρχίες, οι οποίες διέθεταν 100.000 στρατιώτες.

Ωστόσο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση στο Ντεμιάνσκ χάρη στη βοήθεια της αεροπορίας, η οποία εφοδίαζε τακτικά τις περικυκλωμένες μεραρχίες. Στις 23 Απριλίου, η 16η Στρατιά του στρατηγού Μπους επιτέθηκε «απ’ έξω», απώθησε τους Σοβιετικούς και έφτασε στο Ντεμιάνσκ χάρη στον λεγόμενο «διάδρομο Ραμουσέφσκι» (αυτός ο διάδρομος λειτουργούσε μέχρι τα τέλη του 1942).

Οι Γερμανοί μπορούσαν να περικυκλώσουν από τα νότια και από τα βόρεια τις θέσεις των Σοβιετικών στους ποταμούς Σελίγκερ και Βελίκι Λούκι. Ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε αρκετές φορές να ανακαταλάβει την περιοχή, αλλά απέτυχε. Ωστόσο, η 16η Στρατιά υπέστη πολλές απώλειες και δεν κατάφερε να βοηθήσει τις δυνάμεις της Βέρμαχτ στο Ρζεφ και στη Βιάζμα, οι οποίες σχεδίαζαν να επιτεθούν στους ποταμούς Σελίγκερ και Βελίκι Λούκι (Πσκοβ).

Στις 8 Μαΐου, η 11η Στρατιά του φον Μάνσταϊν, το 8ο Αεροπορικό Σώμα του Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν και οι δυνάμεις του 4ου Αεροπορικού Στόλου επιτέθηκαν στη Χερσόνησο του Κερτς. Παράλληλα, οι Γερμανοί μετέφεραν με βάρκες μια μικρή δύναμη στον Κόλπο της Θεοδοσίας. Στις 20 Μαΐου, οι Γερμανοί κατέλαβαν ολοκληρωτικά το Κερτς και αιχμαλώτισαν περισσότερους από 170.000 στρατιώτες και αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού, περισσότερα από 3.000 πυροβόλα, 350 άρματα μάχης και μεγάλο αριθμό πολεμοφοδίων.

Ενώ αυτά διεξάγονταν στη Χερσόνησο του Κερτς, στις 12 Μαΐου, οι δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου του στρατάρχη Σιμιόν Τιμοσένκο επιτέθηκαν στο Χάρκοβο, με σκοπό να απελευθερώσουν την πόλη (Επιχείρηση «Φρειδερίκος»). Αρχικά, οι Σοβιετικοί είχαν την υπεροχή, ωστόσο, η έλλειψη οργάνωσης της επίθεσης προκάλεσε αρκετά προβλήματα στον Κόκκινο Στρατό και στις 17 Μαΐου, η υπεροχή πέρασε στα χέρια των Γερμανών.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν από τα βόρεια και από τα νότια στις δυνάμεις του Νότιου Μετώπου, ωστόσο, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ δεν διέταξε τις δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου να σταματήσουν την επίθεση και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα. Οι λανθασμένες αποφάσεις της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού επέτρεψαν στους Γερμανούς να περικυκλώσουν τις δυνάμεις του Νότιου και του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου και να αιχμαλωτίστουν περισσότερους από 200.000 στρατιώτες και διοικητές του Κόκκινου Στρατού, περισσότερα από 1.000 άρματα μάχης και 2.000 πυροβόλα. Μονάχα το 25% των δυνάμεων της 6ης και της 9ης Σοβιετικής Στρατιάς κατάφερε να ξεφύγει.

Η υπεροχή στον νότιο τομέα του γερμανοσοβιετικού μετώπου πέρασε στα χέρια της Βέρμαχτ. Στα τέλη του Ιουνίου, οι Γερμανοί επιτέθηκαν στο Ντονμπάς. Ταυτόχρονα, στις 28 Ιουνίου, η 2η Γερμανική Στρατιά, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και η 2η Ουγγρική Στρατιά ενώθηκαν στην Ομάδα «Βάιχς» και επιτέθηκαν στην αριστερή πτέρυγα του Μετώπου Μπριάνσκ. Σ’ αυτό το σημείο, οι Σοβιετικοί είχαν σχεδόν τους διπλάσιους στρατιώτες και τα διπλάσια άρματα μάχης, είχαν, όμως, σχεδόν τον ίδιο αριθμό πυροβόλων.

Στις 28 Ιουνίου, όπως προαναφέρθηκε, η Ομάδα «Βάιχς» επιτέθηκε στην αριστερή πτέρυγα του Μετώπου Μπριάνσκ. Στην περιοχή βρίσκονταν οι δυνάμεις του Μετώπου Βορόνεζ του στρατηγού Βατούτιν, οι δυνάμεις του Νοτίου Μετώπου του στρατηγού Μαλινόφσκι, οι δυνάμεις του Μετώπου Μπριάνσκ του στρατηγού Γκόλικοφ και οι δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου του στρατάρχη Τιμοσένκο.

Οι Γερμανοί διέλυσαν τη σοβιετική αντίσταση στο Κουρσκ και μέσα σε 7 μέρες διένυσαν την απόσταση των 150-170 χιλιομέτρων. Στις 5 Ιουλίου, οι Γερμανοί κατέλαβαν το Βορόνεζ. Κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας σύγκρουσης, οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν 88.000 Σοβιετικούς στρατιώτες. Ο Κόκκινος Στρατός έχασε 1007 άρματα μάχης και 1688 πυροβόλα. Παράλληλα, η Σεβαστούπολη έπεσε στα χέρια των Γερμανών.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής επίθεσης, η αριστερή πτέρυγα των δυνάμεων της Βέρμαχτ άνοιξε. Η ηγεσία του Κόκκινου Στρατού προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί και διέταξε το Μέτωπο του Μπριάνσκ (7 σώματα αρμάτων μάχης) να επιτεθεί. Ωστόσο, το Μέτωπο του Μπριάνσκ δεν έλαβε βοήθεια από την αεροπορία, γι’ αυτό και η γερμανική αεροπορία κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των αρμάτων μάχης των Σοβιετικών.

Παρά τη νίκη τους στο Βορόνεζ, οι Γερμανοί απέτυχαν να επεκτείνουν τη βόρεια πτέρυγα της επίθεσης τους εξαιτίας της αντίστασης των σοβιετικών εφεδρειών. Στο κέντρο, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων, στις 10 Ιουλίου, κατέλαβαν την Καντεμίροφκα και έχτισαν γέφυρες στην ανατολική ακτή του ποταμού Ντον. Τότε, οι Γερμανοί επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική κατεύθυνση και βρέθηκαν στον διάδρομο μεταξύ του Ντον και του Βορείου Ντονέτς. Σε λιγότερο από ένα μήνα, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων έφθασε βορείως του Ροστόφ (μέσω του Ντον) και η 6η Στρατιά έφτασε κοντά στο Στάλινγκραντ.

Όσον αφορά τη νότια πτέρυγα της γερμανικής επίθεσης, η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων έφθασε στο Μίλλεροβο και στις 25 Ιουλίου (μια εβδομάδα μετά την αρχή των συγκρούσεων στο Στάλινγκραντ) βρέθηκε στον Ντον – μεταξύ του Νοβοτσερκάσσκ και της Τσιμλιάνσκα. Η 17η Στρατιά ξεκίνησε την επίθεση της από την περιοχή του Στάλινο, στις αρχές Ιουλίου. Στις 17 Ιουλίου, η αριστερή πτέρυγα της 17ης Στρατιάς κατέλαβε το Βοροσιλοβγκράντ, ενώ η δεξιά πτέρυγα βρέθηκε στον Ντον απ’ όλες τις πλευρές του Ροστόφ.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Βορόνεζ, οι Σοβιετικοί έχασαν 568.000 στρατιώτες (αρκετοί απ’ αυτούς αιχμαλωτίστηκαν), 2436 άρματα μάχης, 13.176 πυροβόλα και 783 αεροσκάφη. Από την άλλη πλευρά, οι Γερμανοί έχασαν περίπου 60-70 χιλιάδες στρατιώτες. Στις 17 Ιουλίου, το Γενικό Επιτελείο του Τρίτου Ράιχ αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της επιχείρησης «Κυανό». Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε μια από τις μεγαλύτερες μάχες στην ιστορία, η μάχη του Στάλινγκραντ.

4. ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ 


Γερμανοί

Όπως προαναφέρθηκε, ο Χίτλερ αποφάσισε να χωρίσει την Ομάδα Στρατιών «Νότος» σε δύο ομάδες: Ομάδα Στρατιών «Α» και Ομάδα Στρατιών «Β». Η Ομάδα Στρατιών «Α», υπό την ηγεσία του Βίλχελμ Λιστ, ανέλαβε την επίθεση στον Καύκασο (μάχη του Καυκάσου) και είχε στη διάθεση της 167.000 στρατιώτες, 1130 άρματα μάχης, 4540 πυροβόλα και 1000 αεροσκάφη.

Η Ομάδα Στρατιών «Β», υπό τις διαταγές του Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, είχε στη διάθεση της 270.000 στρατιώτες, 3000 πυροβόλα όπλα, 500 άρματα μάχης και 1200 αεροσκάφη. Η Ομάδα Στρατιών «Β» αποτελούνταν κυρίως από την 6η Στρατιά του φον Πάουλους και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ.

Στο Στάλινγκραντ, μαζί με τις γερμανικές στρατιές, θα πολεμούσε η 8η Ιταλική Στρατιά, η 2η Ουγγρική Στρατιά, η 3η και η 4η Ρουμάνικη Στρατιά και το 369ο Κροατικό Σύνταγμα Πεζικού. Σύμφωνα με τον Χανς Ντερ (Hans Doerr), οι δύο ομάδες στρατιών ξεκινούσαν τις συγκρούσεις στο Στάλινγκραντ και στον Καύκασο με 6 μεραρχίες λιγότερες απ’ όσες είχαν στην αρχή της καλοκαιρινής εκστρατείας – αυτές οι απώλειες δεν είχαν καλυφθεί.

Σοβιετικοί

Μετά τις ήττες στο Χάρκοβο και στο Βορόνεζ, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ διέταξε τη δημιουργία του Μετώπου του Στάλινγκραντ, στις 12 Ιουλίου 1942. Το Μέτωπο του Στάλινγκραντ δημιουργήθηκε στη βάση του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου. Από το Νοτιο-Δυτικό Μέτωπο, το Μέτωπο του Στάλινγκραντ έλαβε την 21η και την 8η Στρατιά, ενώ από τις εφεδρείες του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ έλαβε την 62η, την 63η και την 64η Στρατιά.

Αργότερα, στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ συμπεριλήφθησαν η 24η, η 28η, η 38η, η 51η, η 57η και η 66η Στρατιά (πεζικό). Επίσης, στο μέτωπο συμπεριλήφθησαν η 1η και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων, η 1η Στρατιά Φρουράς και η 16η Αεροπορική Στρατιά. Όσον αφορά τους αριθμούς, ο Κόκκινος Στρατός παρέταξε στο Στάλινγκραντ 187.000 στρατιώτες, 2200 πυροβόλα, 400 άρματα μάχης και 454 αεροσκάφη. Την ηγεσία των σοβιετικών δυνάμεων ανέλαβε ο στρατάρχης Σιμιόν Τιμοσένκο.

Στις 26 Μαΐου 1942, ενώ κυμαίνονταν οι μάχες στην Κριμαία και στο Χάρκοβο, η Σοβιετική Ένωση και η Μεγάλη Βρετανία υπέγραψαν συμφωνία συμμαχίας κατά της Ναζιστικής Γερμανίας και των Ευρωπαίων Συμμάχων της. Ωστόσο, οι Σοβιετικοί αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στο Στάλινγκραντ, χωρίς τη στήριξη των Αγγλοαμερικανών.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ επισκέπτηκε τη Μόσχα, στα μέσα Ιουλίου 1942, για να δηλώσει στον Στάλιν ότι η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ δεν θα άνοιγαν δεύτερο μέτωπο. Μερικοί ιστορικοί αναφέρουν ότι οι Αγγλοαμερικανοί σκόπευαν να συμμαχήσουν με το Τρίτο Ράιχ για να καταλάβουν τις πετρελαιοφόρες πηγές του Καυκάσου – αν και δεν είχαν σχέδιο σε περίπτωση νίκης της ΕΣΣΔ.

Η Πόλη του Στάλινγκραντ Πριν τη Μάχη

Το Βόλγκογκραντ (Ρωσικά Волгогра́д: Βαλγκαγκράτ) ή Στάλινγκραντ είναι πόλη της Ρωσίας, πρωτεύουσα της Περιφέρειας Βόλγκογκραντ. Έχει πληθυσμό 1.012.000 κατοίκους. Η πόλη ιδρύθηκε το 1589 με το όνομα Τσαρίτσιν (ρωσ. Царицын), το οποίο έφερε μέχρι το 1925. Τότε μετονομάσθηκε, προς τιμήν του Ιωσήφ Στάλιν σε Στάλινγκραντ (Сталинград) (πόλη του Στάλιν).

Το 1961 η πόλη άλλαξε και πάλι όνομα παίρνοντας το σημερινό της, χάρη στον ποταμό Βόλγα, ο οποίος τη διασχίζει. Εκτείνεται σε μήκος 80 χιλιομέτρων από βορρά προς το νότο, στις δυτικές όχθες του ποταμού Βόλγα και έχει πληθυσμό 1,011 εκατομμυρίων ατόμων. Η πόλη έγινε διάσημη για την αντίσταση και τις εκτεταμένες ζημιές που δέχτηκε κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ίδρυση και Ιστορία ως το 18ο Αιώνα

Το πρώτο όνομα της πόλης, Τσαρίτσιν, αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Άγγλο εξερευνητή Μπάρι το 1579, όχι όμως για την πόλη αλλά για το νησί στο Βόλγα ποταμό. Η προέλευση του ονόματος προέρχεται από το Τούρκικο «Sary-Su»(κίτρινο νερό). Η ημερομηνία της ίδρυσης της πόλης θεωρείται η 2 Ιουλίου 1589, όταν το όνομα Τσαρίτσιν χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά σε επίσημο έγγραφο για το κάστρο.

Το κάστρο βρίσκεται λίγο πάνω από την συμβολή των ποταμών στη δεξιά όχθη. Σύντομα μετατράπηκε σε πυρήνα μιας εμπορικής εγκατάστασης. Πριν την Τσαρίνα στο «στόμα» του ποταμού υπήρχε ένας καταυλισμός της Βασίλισσας της Χρυσής Ορδής. Το 1607 το κάστρο αποστάτησε από το βασιλικό στρατό, αλλά η επανάσταση καταπνίγηκε 6 μήνες αργότερα. Το 1608 η πόλη απέκτησε την πρώτη πέτρινη εκκλησία – τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Στο ξεκίνημα του 17ου αιώνα το κάστρο είχε μόνιμη δύναμη από 350-400 άτομα. Το 1670 το φρούριο καταλήφθηκε από άνδρες του Στεπάν Ραζίν, οι οποίοι υποχώρησαν ένα μήνα μετά. Το 1708, το φρούριο έπεσε στα χέρια του Κοζάκου Κονδράτι Μπουλαβίν. Το 1717 λεηλατήθηκε από τους Τάταρους και τους Κουμπάνους της Κριμαίας. Το 1774, ο Γιεμελάν Πουγκάτσεφ ανεπιτυχώς πολιόρκησε την πόλη.

Το 1619 καθιερώθηκαν τελωνεία στην Τσαρίτσιν. Το 1708 υπάχθηκε στην επαρχία Καζάν, το 1719 στο Αστραχάν και το 1779 στην περιοχή του Σαρατόφ. Το 1773 η πόλη έγινε επαρχιακή και το 1780 υπάχθηκε στην επαρχία του Σαράτοφ. Σύμφωνα με πηγές, το 1720 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 408 άτομα.

19ος και 20ος Αιώνας 

Το Τσαρίτσιν έγινε σημαντικό παραποτάμιο λιμάνι και εμπορικό κέντρο τον 19ο αιώνα. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία. Το 1807 ζούσαν στο Τσαρίτσιν λιγότερα από 3 χιλιάδες άτομα – το 1900 είχε 84.000. Ο πρώτος σιδηρόδρομος ήρθε στην πόλη το 1862. Το πρώτο θέατρο άνοιξε το 1872, και ο πρώτος κινηματογράφος το 1907. Το 1913 ξεκίνησε η λειτουργία τραμ, και εγκαταστάθηκε ηλεκτροφωτισμός στο κέντρο.

Κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο, το Τσαρίτσιν κατελήφθη από τους Μπολσεβίκους. Το 1918 πολιορκήθηκε από δυνάμεις του Αταμάνου Κρασνόφ. Τρεις επιθέσεις αποκρούστηκαν. Τον Ιούνιο του 1919 όμως καταλήφθηκε από στρατεύματα του Στρατηγού Αντόν Ιβάνοβιτς Ντενίκιν, τα οποία εγκατέλειψαν την πόλη το 1920.

Η πόλη μετονομάστηκε σε Στάλινγκραντ στις 10 Απριλίου 1925. Το 1931 ενσωματώθηκε η Γερμανική αποικία της Σαρπέτα στην πόλη, κάνοντας την, τη μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή. Το πρώτο ινστιτούτο άνοιξε το 1930, μια χρονιά πριν τα εγκαίνια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Υπό τον Στάλιν, η πόλη έγινε βιομηχανική ως κέντρο βαριάς βιομηχανίας και μεταφόρτωσης από ξηράς και θάλασσας. Κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ 2 εκατομμύρια Ρώσοι και Γερμανοί στρατιώτες πέθαναν καθώς και πάνω από 40.000 άμαχοι. Η πόλη σχεδόν κατεδαφίστηκε, αλλά έργα επισκευών ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως την εκδίωξη των Γερμανών από την πόλη. Στο Στάλινγκραντ αποδόθηκε το βραβείο της Ηρωίδας Πόλης το 1945 για τη μάχη αυτή.

Το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της πόλης ήταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Μάχη του Στάλινγκραντ ξεκίνησε στις 17 Ιουλίου 1942 και τον Αύγουστο η πόλη επλήγη από βομβαρδισμούς που προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στα κτήρια. Η μάχες στο κέντρο της πόλης ήταν ίσως οι πιο σκληρές που έχει δει η ανθρωπότητα, μιας και ορισμένες περιοχές άλλαξαν κατοχή μέχρι και 13 φορές. Τελικά, οι επιτιθέμενοι Γερμανοί δεν κατάφεραν να σπάσουν τις άμυνες των Ρώσων, οι οποίοι βγήκαν στην αντεπίθεση.

Το Στάλινγκραντ ήταν ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, η πόλη έγινε ένα από τα μεγαλύτερα οπλοστάσια της νοτιοανατολικής ΕΣΣΔ. Τα εργοστάσια της πόλης κατασκεύαζαν και επιδιόρθωναν άρματα μάχης και άλλα πολεμικά όπλα. Πριν την αρχή της μάχης, στο Στάλινγκραντ κατοικούσαν 445.000 άνθρωποι (από τους οποίους εργάζονταν οι 325.000) και υπήρχαν 126 εργοστάσια.

Το εργοστάσιο γεωργικών ελκυστήρων της πόλης παρήγαγε τους μισούς γεωργικούς ελκυστήρες της ΕΣΣΔ. Το εργοστάσιο «Κόκκινος Οκτώβρης» (Κράσνι Οκτιάμπρ) παρήγαγε 775.8 τόνους χάλυβα ετησίως και 584.300 τόνους εξελασμένου χάλυβα. Το 1961 η πόλη άλλαξε όνομα σε Βόλγκογκραντ (πόλη του Βόλγα) στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης που εφάρμοσε ο Νικήτα Χρουστσώφ.

5. ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Σοβιετική Στρατηγική 

Ο Σιμιόν Τιμοσένκο εξέδωσε την «Οδηγία 0023», η οποία ανέφερε ότι η 38η και η 63η Στρατιά θα παραταχθούν στον Ντον, ενώ η 62η και 64η Στρατιά θα αναλάμβαναν την άμυνα της πόλης από τα δυτικά – η 21η Στρατιά μετέτρεψε τα εναπομείναντα σώματα της σε 4 ταξιαρχίες πεζικού.

Αναλυτικά, το Γενικό Επιτελείο, στις 17 Ιουλίου 1942, διέταξε την 63η στρατιά του αντιστράτηγου Βασίλι Κουζνετσόφ να παρατάξει τις δυνάμεις της (έξι μεραρχίες πεζικού, τρεις ταξιαρχίες τεθωρακισμένων και δύο τάγματα τεθωρακισμένων) σε ένα μέτωπο 250 χιλιομέτρων. Σκοπός της 63ης Στρατιάς ήταν να μην αφήσει τον αντίπαλο να περάσει τον Ντον, ενώ ειδικά τάγματα και κατάσκοποι ανέλαβαν να επιτίθονται στην ανατολική ακτή του ποταμού.

Ο Κουζνετσόφ τοποθέτησε τις κύριες δυνάμεις του στο κέντρο, για να προστατεύσει τον σιδηροδρομικό σταθμό, ο οποίος οδηγούσε στα βορειοδυτικά του Στάλινγκραντ. Η 38η Στρατιά του υποστράτηγου Κ. Μοσκαλένκο ανέλαβε την άμυνα ενός μετώπου 60 χιλιομέτρων από τη Μεντβέντιτσα μέχρι την Κλέτσκαγια – η 38η Στρατιά ανέλαβε να εμποδίσει τους Γερμανούς να περάσουν στην αριστερή ακτή του ποταμού και να δυναμώσουν την άμυνα στη δεξιά ακτή του ποταμού.

Μερικές μεραρχίες αποσύρθηκαν για να ξεκουραστούν και να λάβουν νέες δυνάμεις. Ο Μοσκαλένκο παρέταξε τις κύριες δυνάμεις στη δεξιά πτέρυγα της 38ης Στρατιάς.

Οι κύριες δυνάμεις του Μετώπου του Στάλινγκραντ ήταν η 62η και η 64η Στρατιά. Η 62η Στρατιά (έξι μεραρχίες πεζικού, τέσσερα τάγματα μαθητευόμενων των στρατιωτικών σχολών και έξι τάγματα τεθωρακισμένων), υπό τις διαταγές του υποστράτηγου Β. Κολπάκτσιν, παρέταξε τις κύριες δυνάμεις της στη δυτική ακτή του ποταμού Ντον (από την Κλέτσκαγια ως το Σουροβίκινο), ενώ μερικά σώματα ανέλαβαν να αμυνθούν στους ποταμούς Τσουτσκάν και Τσιρ.

Η 64η Στρατιά του Τσουϊκόφ (τέσσερις μεραρχίες πεζικού, δύο ταξιαρχίες πεζικού και τέσσερα τάγματα μαθητευόμενων των στρατιωτικών σχολών) ανέλαβε την άμυνα του μετώπου Σουρόφτσκινο-Βέρχνε Κουρμογιάρσκαγια και το πέρασμα του ποταμού Τσιμλ. Ο Τσουϊκόφ παρέταξε τις κύριες δυνάμεις του στη δεξιά πτέρυγα, για να προστατεύσει τους δρόμους που οδηγούσαν στο Στάλινγκραντ από τα δυτικά.

Πρώτες Συγκρούσεις (17 – 22 Ιουλίου)

Σύμφωνα με αναφορά του Επιτελείου της 62ης Στρατιάς, το βράδυ της 16ης Ιουλίου, γερμανικά σώματα πέρασαν τον ποταμό Τσιρ και επιτέθηκαν στις σοβιετικές δυνάμεις. Στις 17 Ιουλίου, σώματα της 192ης μεραρχίας πεζικού του συνταγματάρχη Α. Σ. Ζαχάρτσενκο συγκρούστηκαν με τις χιτλερικές δυνάμεις στο χωριό Πρόνιν – μετά από σκληρές συγκρούσεις, τα σώματα αυτά υποχώρησαν στη γραμμή της άμυνας των κύριων δυνάμεων της μεραρχίας.

Στις 18 Ιουλίου, όπως αναφέρει το ημερολόγιο του Φραντς Χάλντερ, ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του να περάσουν με ευρύ μέτωπο τον ποταμό Ντον, από τα νότια και τα ανατολικά του Ντόντς και να ξεκινήσουν την επίθεση στο Στάλινγκραντ.

Στις 19 Ιουλίου, η μεραρχία «Μεγάλη Γερμανία» έφτιαξε προγεφύρωμα στα ανατολικά του Ντόντς για να σταματήσει τις σοβιετικές δυνάμεις που κινήθηκαν από τον Καύκασο. Η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε να κινείται νοτίως του Ντον στην νοτιοανατολική κατεύθυνση, ενώ οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν στις γερμανικές δυνάμεις στο Βορόνεζ. Αν και οι επιθέσεις στο Βορόνεζ και βορείως της πόλης ήταν χαμηλής ισχύος, οι Σοβιετικοί αύξησαν τον αριθμό σιδηροδρομικών μεταφορών. Ο ρυθμός επεκτατικότητας των γερμανικών δυνάμεων μειώθηκε από τα 30 χιλιόμετρα στα 12-15 χιλιόμετρα ανά μέρα.

Τις επόμενες 3 μέρες, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε ενεργώς να κινείται προς το Στάλινγκραντ, όπου οι Σοβιετικοί μετέφεραν τις δυνάμεις τους μέσω σιδηρόδρομων. Αν και οι Γερμανοί επιτέθηκαν επιτυχώς στον Κάτω Ντον και στο Ταγκανρόκ, στα βορειοδυτικά του Βορόνεζ συνεχίζονταν οι σκληρές μάχες. Η αριστερή πτέρυγα της 6ης Στρατιάς, όπου πολεμούσαν το 8ο και το 17ο σώμα, τεντώθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά μήκος της δεξιάς ακτής του Ντον – γι’ αυτό τον λόγο, το Γενικό Επιτελείο της Βέρμαχτ αποφάσισε τη συμπεριλήψη του 14ου και του 24ου Σώματος Τεθωρακισμένων στην Ομάδα Στρατιών «Β».

Μεταρρυθμίσεις της 23ης Ιουλίου 

Στις 23 Ιουλίου, ο Χίτλερ υπέγραψε την «Οδηγία 45», η οποία ανέφερε τα παρακάτω:

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» αναλαμβάνει να περικυκλώσει και να διαλύσει τις δυνάμεις του αντίπαλου στα νότια και νοτιοανατολικά του Ροστόφ.

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» έχει διαταγή να μεταδώσει στην Ομάδα Στρατιών «Β» την 23η και την 24η Μεραρχία Τεθωρακισμένων.

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» αναλαμβάνει (μετά τη διάλυση του αντιπάλου στον Ντον) να καταλάβει τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά, χάρη στη βοήθεια του Ρουμανικού Σώματος Βουνού της 11ης Στρατιάς, αναλαμβάνει την επίθεση στον Καύκασο (Επιχείρηση «Edelweiß»).

· Η Ομάδα Στρατιών «Β» αναλαμβάνει την επίθεση στο Στάλινγκραντ, η οποία θα ξεκινήσει από τις θέσεις της στο Ντον. Σκοπός της επίθεσης είναι η διάλυση των εχθρικών δυνάμεων. Μετά, η Ομάδα Στρατιών «Β» πρέπει να καταλάβει τον διάδρομο μεταξύ του Ντον και του Βόλγα και να εμποδίσει τις μεταφορές μέσω του ποταμού. Μόλις καταλάβει τον Βόλγα θα επιτεθεί στο Άστραχαν (αυτές οι επιθέσεις έχουν λάβει το όνομα Επιχείρηση «Fischreiher»)

· Η αεροπορία έχει διαταγή να βοηθήσει την Ομάδα Στρατιών «Β». Μόλις πέσει το Στάλινγκραντ και το Άστραχαν, η αεροπορία πρέπει να στείλει μερικές δυνάμεις στο Γκρόζνι και να επιτεθεί στο Μπακού.

Ο Φραντς Χάλντερ αναφέρει: «Προειδοποίησα τον Φύρερ ότι οι δυνάμεις μας σε σημαντικά στρατηγικά σημεία είναι αποδυναμωμένες..η υποεκτίμηση των δυνατοτήτων του εχθρού έχει πάρει επικίνδυνο χαρακτήρα. Δεν υπάρχει καν σοβαρή δουλειά. Η συναισθηματική αντίδραση σε διάφορες τυχαίες εντυπώσεις δεν επιτρέπει τη σωστή αξιολόγηση της εργασίας της κυβερνητικής μηχανής – αυτό είναι χαρακτηριστικό της σημερινής λεγόμενης εξουσίας».

Την ίδια μέρα, το Γενικό Επιτελείο της Σοβιετικής Ένωσης ανακάλεσε τον Σιμιόν Τιμοσένκο από τη θέση του Διοικητή του Μετώπου του Στάλινγκραντ και τον αντεκατέστηκε με τον αντιστράτηγο Βασίλι Γκόρντοφ. Οι λόγοι που οδήγησαν το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ να αλλάξει τον διοικητή του Μετώπου του Στάλινγκραντ ήταν: η αποτυχία στο Χάρκοβο τον Μάιο του 1942, η μετέπειτα υποχώρηση και η περικύκλωση στο Μίλλεροβο.

Από τα Περίχωρα στην Πόλη (23 Ιουλίου – 23 Αυγούστου)

Τα ξημερώματα της 23ης Ιουλίου, η βόρεια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς επιτέθηκε στη δεξιά πτέρυγα της 62ης Στρατιάς. Μέχρι το τέλος της ημέρας, δύο μεραρχίες και άλλα σώματα της 62ης Στρατιάς περικυκλώθηκαν. Οι λόγοι της περικύκλωσης ήταν η μαζική χρήση αρμάτων μάχης, πυροβόλων και αεροπορικών επιθέσεων από τους Γερμανούς, καθώς επίσης και η έλλειψη πληροφοριών της σοβιετικής κατασκοπίας.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας διεξήχθη συζήτηση μεταξύ του Στάλιν και του Γκόρντοφ. Ο Γκόρντοφ έδωσε αναφορά στον Στάλιν για την κατάσταση που επικρατούσε στη δεξιά πτέρυγα της 62ης Στρατιάς. Αξιοσημείωτη είναι η απάντηση του Στάλιν: «Τώρα, η δεξιά πτέρυγα του μετώπου είναι η πιο αποφασιστική..αν ο εχθρός κάμψει την αντίσταση μας θα καταλάβει τους σιδηρόδρομους και θα αποκόψει κάθε σύνδεση σας με τον βορρά..

Επίσης, απαιτώ να μείνει στα χέρια μας η αμυντική γραμμή στα δυτικά του Ντον – από την Κλέτσκαγια μέχρι τη Νίζνε Καλίνοφκα – πάσει θυσία..Επίσης, απορώ με το γεγονός ότι έχοντας 900 άρματα μάχης υποχωρούμε απέναντι στον εχθρό που έχει 50 άρματα μάχης. Ντροπή!»

Στις 23 Ιουλίου, ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου, στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ έφθασε ο Αλεξάντερ Βασιλέφσκι, ο οποίος πρότεινε στους διοικητές να οργανώσουν αντεπίθεση στη βόρεια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς, χρησιμοποιώντας την 1η και την 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων. Όσον αφορά τους Γερμανούς, στις 23 Ιουλίου, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ μετέδωσε το 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στην Ομάδα Στρατιών «Β», το 40ο Σώμα Τεθωρακισμένων στην στην Ομάδα Στρατιών «Α» και τη μεραρχία «Μεγάλη Γερμανία» στα δυτικά.

Στις 24 Ιουλίου, όπως αναφέρει ο Χάλντερ, συνεχίζονταν σκληρές μάχες στα ανατολικά του Ροστόφ και στο Βορόνεζ – στις μάχες που διεξήχθησαν στο Βορόνεζ καταστράφηκε μεγάλος αριθμός αρμάτων μάχης. Επίσης, οι Γερμανοί επιχείρησαν να περάσουν τη νότια ακτή του ποταμού. Στις 25 Ιουλίου, η Ομάδα Στρατιών «Α» είχε πετύχει νίκες στις συγκρούσεις στον Κάτω Ντον, ενώ η επίθεση στο Τσιμλιάνσκ συνάντησε σθεναρή αντίσταση. Παράλληλα, οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν την έλλειψη καυσίμων και είχαν ακυρώσει μια επίθεση στα βόρεια της ΕΣΣΔ.

Την ίδια ημέρα, το 51ο Σώμα της 6ης Στρατιάς επιτέθηκε στις δυνάμεις της 64ης Στρατιάς στον ποταμό Τσιμλ, ενώ αργότερα η νότια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς κινήθηκε στο Καλάτς για να επιτεθεί στη δεξιά πτέρυγα της 64ης Στρατιάς. Τα ξημερήματα της 26ης Ιουλίου, στο Καλάτς, η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων αντεπιτέθηκε, ωστόσο, δεν πέτυχε κάτι σημαντικό – τα σοβιετικά άρματα μάχης προχωρούσαν χωρίς τη βοήθεια του πυροβολικού και της αεροπορίας και καταστράφηκαν εύκολα από τη γερμανική αεροπορία και το Γερμανικό πυροβολικό.

Η δεύτερη αντεπίθεση πραγματοποιήθηκε στη δυτική κατεύθυνση από τις δυνάμεις της 4ης Σοβιετικής Στρατιάς Τεθωρακισμένων του υποστράτηγου Β. Κριουτσένκιν, οι οποίες απελευθέρωσαν τις μονάδες της 62ης Στρατιάς που αμύνονταν περικυκλώμενες στη Βέρχνε Μπουζίνοφκα. Παρ’ ολ’ αυτά, στη νοτιοδυτική κατεύθυνση, η σοβιετική άμυνα παρέμεινε αδύναμη, ενώ στο Τσιμλιάνσκ, οι Γερμανοί κατάφεραν να προωθηθούν χάρη στην αντεπίθεση της 9ης μεραρχίας τεθωρακισμένων. Την ίδια μέρα, ο ταγματάρχης Κίλμανσεγκ έδωσε αναφορά στον Φύρερ για την έλλειψη καυσίμων και αυτοκινήτων που αντιμετώπισε η Ομάδα Στρατιών «Α».

Στις 27 Ιουλίου, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε την προώθηση προς την κατεύθυνση του Στάλινγκραντ. Οι Σοβιετικοί είχαν παρατάξει τις κύριες δυνάμεις τους στο κέντρο (με μεγάλο αριθμό αρμάτων μάχης), γι’ αυτό και οι Γερμανοί κατάφεραν να προωθηθούν μόνο στα άκρα. Την επόμενη μέρα, ο Στάλιν εξέδωσε τη γνωστή «Διαταγή 227», στην οποία διατάσσει τα σοβιετικά στρατεύματα στην πόλη του Στάλινγκραντ να μην υποχωρήσουν – γι’ αυτό και η διαταγή έγινε γνωστή ως διαταγή «Ούτε ένα βήμα πίσω!» (ρωσ. «Ни шагу назад!»).

Παράλληλα με την έκδοση της διαταγής, οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν αρκετές φορές, κάνοντας μεγάλη χρήση αρμάτων μάχης (ο Χάλντερ αναφέρει ότι οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν 9 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων), ωστόσο, απέτυχαν. Από την άλλη πλευρά, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους αντιμετώπιζε έλλειψη καυσίμων και πολεμοφοδίων, ενώ οι δυνάμεις της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων έμειναν καθηλωμένες στο Τσιμλιάνσκ.

Τις επόμενες μέρες διεξήχθησαν σκληρές μάχες στο Καλάτς και στα δυτικά του Στάλινγκραντ – παράλληλα, η Ομάδα Στρατιών «Α» ανάγκασε τους Σοβιετικούς σε υποχώρηση και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων βρέθηκε κοντά στην Προλετάρσκαγια. Στις 30 Ιουλίου, στο μέτωπο της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν με τις δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου (ένα σώμα ιππικού και δύο σώματα τεθωρακισμένων) στις γερμανικές θέσεις στην περιοχή Πογκορέλοε Γκοροντίσσε και κατάφεραν να προωθηθούν 15-30 χιλιόμετρα προς τον σταθμό Σιτσιόφκα.

Στις 31 Ιουλίου διεξήχθη η προγραμματισμένη μεταφορά της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ από την Ομάδα Στρατιών «Α» στην Ομάδα Στρατιών «Β» και ξεκίνησε την επίθεση στο Στάλινγκραντ από τα νοτιοδυτικά.

Την ίδια μέρα, το Μέτωπο του Βόρειου Καυκάσου μετέδωσε στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ την 51η Στρατιά του υποστράτηγου Τ. Κολομίιτς. Στις 1 Αυγούστου, μετά από διαταγή του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ, η 57η Στρατιά του υποστράτηγου Φ. Τολμπούχιν παρέταξε τις δυνάμεις της στα νοτιοδυτικά του Ντον. Ο Ντερ αναφέρει το σχέδιο της 6ης Στρατιάς και της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων: η πρώτη ανέλαβε την επίθεση από τα βόρεια και η δεύτερη από τα νότια προς την κατεύθυνση του Βόλγα.

Όταν θα καταλάμβαναν τον ποταμό, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων θα κινούνταν στα αριστερά και η 6η Στρατιά στα δεξιά, με σκοπό να περικυκλώσουν την πόλη και τους αμυνόμενους. Στις 2 Αυγούστου, το 22ο Σώμα Τεθωρακισμένων (4 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων) επιχείρησαν επίθεση, ωστόσο, κατάφεραν να προωθηθούν μονάχα 2-3 χιλιόμετρα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα άρματα μάχης πολέμησαν με τη βοήθεια του πεζικού και του πυροβολικού – αν και οι μονάδες πεζικού δεν ήταν κατάλληλα οργανωμένες.

Στις 5 Αυγούστου, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ χώρισε τις δυνάμεις που πολεμούσαν στο μέτωπο των 800 χιλιομέτρων σε δύο μέτωπα: στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ του αντιστράτηγου Γκόρντοφ (21η, 62η και 63η Στρατιά Πεζικού, 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων, 16η Στρατιά Αεροπορίας και 28ο Σώμα Τεθωρακισμένων) και στο Νοτιο-Ανατολικό Μέτωπο του στρατηγού-συνταγματάρχη Γιερόμινκο (51η, 57η και 64η Στρατιά Πεζικού, 8η Στρατιά Αεροπορίας και 13ο Σώμα Τεθωρακισμένων).

Η επόμενη σειρά των σοβιετικών αντεπιθέσεων σημειώθηκε στις 5-8 Αυγούστου. Ωστόσο, η κατάσταση στα σώματα τεθωρακισμένων ήταν πολύ κακή: η 182η μεραρχία τεθωρακισμένων είχε 9 αρμάτα μάχης, ενώ η 173η μεραρχία τεθωρακισμένων είχε 11 άρματα μάχης- η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων είχε συνολικά 123 άρματα μάχης. Ο Πάουλους ανέφερε, στις 5 Αυγούστου, ότι οι Σοβιετικοί αντεπιτέθηκαν από τα νότια, κατά του 14ου Σώματος. Ο Χάλντερ αναφέρει ότι διέταξε τον Μαξιμίλιαν φον Βάιχς να ξεκινήσει την επίθεση στις 7 Αυγούστου, χρησιμοποιώντας την 6η Στρατιά του φον Πάουλους.

Στις 7 Αυγούστου, η 6η Στρατία του φον Πάουλους πέρασε στην επίθεση, έχοντας λύσει το πρόβλημα με την έλλειψη πολεμοφοδίων. Η επίθεση τον φον Πάουλους, η οποία είχε στόχο την περικύκλωση των σοβιετικών δυνάμεων, έληξε επιτυχώς στο δεύτερο μισό της ημέρας – ο Χάλντερ αναφέρει ότι στη μάχη καταστράφηκαν 8 μεραρχίες πεζικού και 10 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων. Την ίδια μέρα, οι Σοβιετικοί επιχείρησαν αντεπίθεση με τις δυνάμεις που βρίσκονταν στην αριστερή πτέρυγα της 64ης Στρατιάς.

Ο Γιερόμινκο αναφέρει: «μέσα σε μια μέρα [7 Αυγούστου] αναγκαστήκαμε να συγκεντρώσουμε όλες τις εφεδρείες που είχαμε στη διάθεση μας…για να δυναμωθεί η αριστερή πτέρυγα της 64ης Στρατιάς, κάτι που θα επέτρεπε την αντεπίθεση». Οι Γερμανοί, χάρη στην επίθεση της 6ης Στρατιάς, βρέθηκαν σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την πόλη του Στάλινγκραντ.

Κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης της 64ης Στρατιάς, οι Σοβιετικοί ανάγκασαν τους Γερμανούς να υποχωρήσουν και να περάσουν στην άμυνα – ο Χάλντερ αναφέρει ότι στις 9 Αυγούστου, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ πέρασε στην άμυνα. Ωστόσο, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους κατάφερε να περικυκλώσει το 14ο και 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στο Καλάτς, καθώς επίσης και τις δυνάμεις της 62ης Στρατιάς που αμύνονταν στη δυτική ακτή του ποταμού Ντον – ο Αλεξέι Ισάεφ αναφέρει ότι 28.000 στρατιώτες βρέθηκαν περικυκλωμένοι, μαζί με 67 αντιαρματικά όπλα, 51 άρματα μάχης (Τ-34 και Τ-60) και 354 αυτοκίνητα.

Αυτός ο ελιγμός επέτρεψε στους Γερμανούς να βρεθούν βορείως και νοτίως του σιδηρόδρομου που οδηγούσε στο Στάλινγκραντ. Οι περικυκλωμένες σοβιετικές δυνάμεις χωρίστηκαν σε διάφορες ομάδες – ο Ισάεφ κάνει λόγο για δύο ομάδες: η πρώτη αποτελούνταν από την 33η Φρουραρχική Μεραρχία και την 181η μεραρχία πεζικού και η δεύτερη από την 147η και την 229η μεραρχία πεζικού. Η πρώτη ομάδα έλαβε διαταγή να κινηθεί στα βόρεια, ενώ η δεύτερη ομάδα έλαβε διαταγή να υποχωρήσει στα ανατολικά και νοτιοανατολικά προς τη σιδηροδρομική γέφυρα του Ντον.

Η 33η Φρουραρχική Μεραρχία του Α. Ουτβένκο υποχώρησε προς τα ανατολικά, ωστόσο, οι Γερμανοί κατάφεραν να μεταφέρουν μερικά σώματα πεζικού ακόμα πιο ανατολικά και περικύκλωσαν για ακόμα μια φορά τη μεραρχία. Η 33η Φρουραρχική Μεραρχία είχε τεράστια προβλήματα εφοδιασμού και δεν έλαβε υποστήριξη από την αεροπορία και το πυροβολικό. Γι’ αυτό και η τελευταία της μάχη δόθηκε στις 10 Αυγούστου. Ο διοικητής της μεραρχίας ανέφερε: «Πολεμήσαμε ως το τέλος..μερικοί διοικητές αυτοκτόνησαν..σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι στρατιώτες».

Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη ομάδα προσπάθησε να φθάσει στα βόρεια. Ωστόσο, βρέθηκε και πάλι περικυκλώμενη και έδωσε αποφασιστική μάχη στις 10 Αυγούστου – η δεύτερη ομάδα έχασε και αυτή πολλές δυνάμεις στη μάχη και ο διοικητής της 229ης μεραρχίας πεζικού, Φ. Σάζιν, σκοτώθηκε. Παράλληλα, η 112η μεραρχία πεζικού που πολεμούσε στον Ντον διαλύθηκε μετά από επίθεση των Γερμανικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με αναφορά της 12ης Ιουλίου για την κατάσταση στο μέτωπο των Ομάδων Στρατιών «Α» και «Β», οι Γερμανοί κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν 35.000 στρατιώτες, 270 άρματα μάχης και 560 πυροβόλα. Παράλληλα, οι Σοβιετικοί, νοτίως του Έλτς, πέρασαν στην αντεπίθεση με 100 άρματα μάχης και πεζικό, ενώ ανατολικά και δυτικά της Σβομπόντα, ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε δύο κατοικημένες περιοχές – παρ’ ολ’ αυτά, η σοβιετική αντεπίθεση στη δεξιά πτέρυγα έληξε με αποτυχία.

Στις 13 Αυγούστου, ο Γιερόμινκο ανέλαβε την ηγεσία του Μετώπου του Στάλινγκραντ, ενώ ο Γκόρντοφ διορίστηκε υποδιοικητής – αργότερα, όμως, επέστρεψε στη Μόσχα. Στις 14 Αυγούστου ξεκίνησε η προετοιμασία της Ομάδας Στρατιών «Β» για τη συνέχιση της επίθεσης, ενώ στο Βορόνεζ αποκρούστηκε νέα αντεπίθεση των Σοβιετικών.

Στις 15 Αυγούστου, ο Στάλιν εξέδωσε την «Οδηγία 170569», στην οποία ανέφερε: «σύμφωνα με τις αναφορές του Μετώπου του Στάλινγκραντ, η 147, η 181η και η 229η μεραρχία πεζικού της 62ης Στρατιάς συνεχίζουν την αντίσταση και είναι ακόμα περικυκλωμένες..παρά τις οδηγίες του Γενικού Επιτελείου [Στάφκα], οι περικυκλωμένες δυνάμεις δεν έχουν λάβει την κατάλληλη στήριξη..οι Γερμανοί δεν αφήνουν ποτέ τις περικυκλωμένες δυνάμεις τους και προσπαθούν πάσει θυσία να λύσουν την περικύκλωση..φαίνεται πως η σοβιετική διοίκηση δεν ενδιαφέρεται και τόσο..αυτό προκαλεί σημάδι ντροπής στη σοβιετική διοίκηση..το μέτωπο του Στάλινγκραντ έχει όλα τα μέσα για να σώσει τις περικυκλωμένες δυνάμεις του».

Ο Ισάεφ, ωστόσο, δηλώνει ότι παρά τις δηλώσεις του Στάλιν, το μέτωπο δεν είχε τα κατάλληλα μέσα – η 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων μπορούσε να παρατάξει μονάχα 2 μεραρχίες πεζικού. Επίσης, τα γερμανικά άρματα μάχης και αεροσκάφη ήταν καλύτερα από τα ανάλογα σοβιετικά. Μετά τη διάλυση των δυνάμεων της 62ης Στρατιάς, ο Πάουλους συνέχισε την επίθεση στα βόρεια, καθώς εκεί υπήρχε στρατηγικής σημασίας προγεφύρωμα.

Πριν την επίθεση, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους μετέδωσε το 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στη 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ, ώστε η τελευταία να επιτεθεί στα νοτιοανατολικά – η 6η Στρατιά ανέλαβε την επίθεση στο προγεφύρωμα του Σιροτίνσκι. Οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεση τους 42.234 στρατιώτες (6 μεραρχίες πεζικού) και τα 36 άρματα μάχης της 182ης ταξιαρχίας τεθωρακισμένων (Τ-34, Τ-60 και Τ-70). Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με τις δυνάμεις του 14ου Σώματος Τεθωρακισμένων, του 8ου και του 11ου σώματος πεζικού.

Οι Γερμανοί πέρασαν στην επίθεση στις 15 Αυγούστου. Μετά από δίωρη επίθεση του πυροβολικού και της αεροπορίας, οι δυνάμεις της 6ης Στρατιάς επιχείρησαν δύο ταυτόχρονες επιθέσεις: στο προγεφύρωμα του Σιροτίνσκι (με πέντε μεραρχίες) και στη Τρεχοστρόφσκαγια (με τρεις μεραρχίες).

Οι μάχες συνεχίστηκαν μέχρι τις 20 Αυγούστου και είχαν το ίδιο σενάριο με τις τελευταίες μάχες της 62ης Στρατιάς. Αυτές οι μάχες ήταν αιματηρές και μετά τις 20 Αυγούστου, οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεση τους 7551 στρατιώτες. Μετά τις μάχες αυτές, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους βρέθηκε σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Στάλινγκραντ. Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η πολιορκία του Στάλινγκραντ.

 

 

 

(ΜΕΡΟΣ Α’


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Β’ – ΜΕΡΟΣ Γ’

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχειοθήκη

Κατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: